Τεύχος 65

Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 

του Μάριου-Κωνσταντίνου Ιωάννου

Φοιτητού Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής

του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

  When a nation goes down, or a society perishes, one condition may always be found; they forgot where they came from. They lost sight of what had brought them along.

 

                                                                                                                                                                                      Carl Sandburg, Αμερικανός λογοτέχνης

 

  Όπως ένας άνθρωπος αφήνοντας το παρελθόν του να περάσει, δίχως να προβληματισθεί πάνω του και να διδαχθεί από αυτό, πορεύεται σε ένα χάος χωρίς να έχει να παραδειγματιστεί από τα προγενέστερα συμβάντα της ζωής του, έτσι και ένα έθνος, το οποίο δεν γνωρίζει την ιστορία του ή την αντιλαμβάνεται ως κάτι μονολιθικό ή ως ένα έκθεμα απλώς άξιο θαυμασμού, αργά η γρήγορα θα βρεθεί σε πνευματική, κοινωνική και πολιτική σύγχυση ή και αποσύνθεση.                                           

  Η Ελλάδα του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής. Η ιστορική άγνοια δεν διαδραματίζει μικρό ρόλο. Για τον μέσο Έλληνα, το άκουσμα της λέξης ιστορία του φέρνει στο νου αρχαίους φιλοσόφους, στρατηγούς και πολιτικούς και μουσειακά εκθέματα ή τσολιάδες να μάχονται υπέρ των πατρίων. Εν ολίγοις καταφεύγει σε εκείνα τα ιστορικά στοιχεία, τα οποία αφενός του προσφέρουν υπερηφάνεια -όχι σπάνια και εθνική αλαζονεία- και αφετέρου προσελκύουν τουρισμό. Μια τέτοια «ιστορική» γνώση αφήνει έξω τη γνώση για τη γένεση του εθνικού πολιτισμού και την παροντική του διαμόρφωση.                                                                                               

  Μεταξύ αρχαιότητας και τουρκοκρατίας μεσολαβεί ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας, η αποκαλούμενη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ωστόσο, τα σημερινά γεωγραφικά όρια της Ελλάδας συμβάλλουν στο να παραγνωρισθεί το συγκεκριμένο κεφάλαιο του ελληνικού πολιτισμού. Το ελληνικό κράτος είναι το μοναδικό από τα βαλκανικά κράτη -όσων έχουν τις ρίζες τους σε ένα αξιόλογο βάθος αιώνων-, το οποίο δεν διατηρεί εντός των συνόρων του το μεσαιωνικό εθνικό κέντρο του, εν προκειμένω την Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, το κράτος, εν τη γενέσει του, δεν περιελάμβανε κάποιο ιδιαίτερα αξιόλογο κέντρο του μεσαιωνικού πολιτισμού, γεγονός που τελικά συντελέστηκε με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και με την παροδική ανάκτηση της Ανατολικής Θράκης και της περιοχής της Σμύρνης. Μέχρι τότε, όμως, έπρεπε να βρεθούν τα σύμβολα εκείνα, τα οποία θα συντελούσαν στην εθνική συσπείρωση και στη διαμόρφωση στο νου των κατοίκων της Ελλάδας μιας στερεής ιδέας περί ελληνικού πολιτισμού και ελληνικής ταυτότητας.                            

  Η ύπαρξη της Αθήνας στα πρώτα όρια του κράτους λειτούργησε ως αρωγός στην προσπάθεια αυτή, καθώς, ούσα πρωτεύουσα, κατέστη σύμβολο του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και συνέδεσε την πολιτισμική ταυτότητα των Ρωμιών με αυτή των Ελλήνων προγόνων τους. Έτσι, οι Ρωμιοί μετονομάστηκαν σε Έλληνες και η ρωμιοσύνη σε ελληνισμός, αφήνοντας εκτός εθνικής γνώσης τον μεσαιωνικό πολιτισμό, ο οποίος ήταν αυτός που εξέλιξε τους αρχαίους Έλληνες σε Ρωμιούς. Μόνο όταν αμφισβητηθεί η σχέση των σύγχρονων Ελλήνων με τους αρχαίους, βάσει της θεωρίας εκσλαβισμού κατά τον Φαλμεράγιερ, θα γίνει προσπάθεια να αποκατασταθεί η ελληνική μεσαιωνική ιστορία. Καθώς η θεωρία αυτή είχε τα ερείσματά της στη βυζαντινή περίοδο, αυτή ήταν και η περίοδος που έπρεπε να μελετηθεί για να ανατραπεί ο φαλμεραϊσμός, γεγονός που συντελέστηκε με το ιστοριογραφικό έργο του Παπαρρηγόπουλου, ο οποίος επανέφερε το Βυζάντιο στην Ελληνική Ιστορία πριν προλάβουν άλλες βαλκανικές χώρες να το ενστερνιστούν. Έτσι, από εκεί που το Βυζάντιο θύμιζε τον μεσαιωνικό σκοταδισμό –ανάμνηση κατασκευασμένη από τη Δύση αφενός για να καλύψει την κατωτερότητα του προαναγεννησιακού πολιτισμού της συγκριτικά με το Βυζάντιο αφετέρου για να πλήξει την Εκκλησία ως θεσμό ένεκα της Γαλλικής Επανάστασης- απέκτησε ιστορική φήμη.                                                                 

  Έκτοτε η μελέτη και ο διαφωτισμός του βυζαντινού πολιτισμού συνεχίζεται με αξιόλογα βήματα, με αποτέλεσμα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στους έγκυρους επιστημονικούς κύκλους να έχει βρει την επάξια θέση της, χωρίς ωστόσο στον κοινό νου να παύσει να ανακαλεί ιδέες περί σκοταδισμού και παποκαισαρισμού (ο οποίος ουδέποτε υπήρξε στο Βυζάντιο αντίθετα με τη Δύση). Το σύγχρονο ελληνικό έθνος είναι ο βασικότερος πολιτισμικός και γενετικός απόγονος του Βυζαντίου, δίχως αυτό να καθιστά το Βυζάντιο μια αμιγώς ελληνική αυτοκρατορία. Αντίθετα, τα περισσότερα από τα βαλκανικά κράτη και εν μέρει ο υστερορωμαϊκός-ιταλικός πολιτισμός σχετίζονται με τη βυζαντινή κληρονομία, άλλοτε ευρισκόμενα εντός των συνόρων της αυτοκρατορίας και άλλοτε όντας σύμμαχοι ή εχθροί της.                                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Οι αρχές της Αυτοκρατορίας

 

  Αναφορικά με την χρονολογία έναρξης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πολλές είναι οι διατυπωμένες απόψεις, οι οποίες την τοποθετούν από τις αρχές του 4ου αιώνα μέχρι και τις αρχές του 7ου. Αυτή η δυσκολία υφίσταται, καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υπήρξε ποτέ με αυτό το όνομα, δεν συστάθηκε κράτος ονόματι Βυζάντιο. Απλώς αποτέλεσε τη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσα από τη Ρώμη στο Βυζάντιον-Κωνσταντινούπολη το 330. Λογικό είναι, λοιπόν, τα πρώτα χρόνια μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας, το κράτος να παραμένει πιστό στα ρωμαϊκά του ιδεώδη, γεγονός που συνεχίστηκε για αιώνες. Τα πολιτειακά όργανα ήταν ρωμαϊκής ιδεολογίας και η επίσημη γλώσσα ήταν η λατινική. Τρεις παράγοντες συνετέλεσαν στον βαθμιαίο εξελληνισμό της αυτοκρατορίας, έναν εξελληνισμό πολιτισμικό και όχι πολιτειακό-κρατικό, καθώς το κράτος μέχρι και την πτώση του Ρωμαίων Πολιτεία απεκαλείτο.                                                        

  Ο πρώτος παράγοντας ήταν η επιλογή της νέας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη θεμελιώθηκε πάνω σε μία αρχαιοελληνική πόλη και ήταν γεωγραφικά αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου. Επομένως, η νέα πρωτεύουσα απομακρύνθηκε από το λατινικό περίγυρο και βρέθηκε περιτριγυρισμένη από Έλληνες ή ελληνόφωνους πληθυσμούς. Αυτοί δεν άργησαν να αποτελέσουν την πληθυσμιακή πλειονότητα μέσα στην πόλη και να ανέλθουν σε πολιτικά αξιώματα, μεταφέροντας σε αυτά τον πολιτισμό τους.             

  Δεύτερος παράγοντας για τον εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας ήταν η έλευση του Χριστιανισμού. Ήδη 300 χρόνια πριν τη μεταφορά της πρωτεύουσας άρχισε να εξαπλώνεται η χριστιανική θρησκεία, η οποία νομιμοποιήθηκε το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων. Με τη νομιμοποίηση της λατρείας της, άνοιξε ο δρόμος για την εξάπλωση του πολιτισμικού υπόβαθρου της θρησκείας αυτής. Αν και ο Χριστιανισμός γεννήθηκε στην Ιουδαία και είχε εβραϊκές ρίζες, δεν ήταν οι της Ιουδαίας εβραϊκοί πληθυσμοί αυτοί που τον στήριξαν. Αντίθετα, εξαπλώθηκε γρήγορα στον ελληνιστικό και ελληνικό κόσμο της ανατολικής μεσογείου ερχόμενος σε επαφή με τον πολιτισμό των Αιγυπτίων, των Συρίων και κυρίως των Ελλήνων, των οποίων η γλώσσα και ο πολιτισμός τα τελευταία 500 με 600 χρόνια είχαν γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση. Έτσι, προτού περάσει στη Ρώμη είχε ήδη εκφρασθεί γραπτά και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα. Επομένως, για την εξάπλωση του Χριστιανισμού ήταν απαραίτητη η μετάφραση των κειμένων του από την ελληνική.                                                                 

  Το 313 ο Χριστιανισμός νομιμοποιείται, το 324 γίνεται με πρωτοβουλία και ηγεσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια (σε πολιτισμικά ελληνικό έδαφος), το 330 συντελείται η μεταφορά της πρωτεύουσας και 50 χρόνια αργότερα ο Χριστιανισμός χρήζεται από το Μεγάλο Θεοδόσιο επίσημη θρησκεία του κράτους. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων η νέα θρησκεία διαμορφώνεται κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου, εκεί που το ελληνικό στοιχείο είναι πολύ έντονο, όπως και ο ελληνικός τρόπος διανόησης, ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του δόγματος. Στη Δύση, με εξαίρεση την ιταλική χερσόνησο, ο Χριστιανισμός εξαπλώνεται με βραδύτερους ρυθμούς. Έτσι στα τέλη του 4ου αιώνα διαμορφώνεται πολιτισμικά μια δυτική Αυτοκρατορία με κέντρο τη Ρώμη, με ομιλούμενη γλώσσα τα λατινικά και με ανερχόμενη θρησκεία τον Χριστιανισμό και μια ανατολική Αυτοκρατορία, με πολιτισμικό και πολιτικό κέντρο την Κωνσταντινούπολη, με αρκετές ομιλούμενες γλώσσες, κυρίαρχη αυτών η ελληνική –δεν απουσίαζε ακόμα η λατινική- και τον Χριστιανισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και σχεδόν να έχει κυριαρχήσει της αρχαίας θρησκείας.          

  Αυτή η πολιτισμική διχοτόμηση θα γίνει και πολιτική το 395 και εδώ εντοπίζεται ο τρίτος παράγοντας εξελληνισμού της Αυτοκρατορίας.            Ο Θεοδόσιος ο Μέγας, πεθαίνοντας διαίρεσε στα δύο την αυτοκρατορία για καλύτερη διοίκηση. Το δυτικό τμήμα με πρωτεύουσα τη Ρώμη το 476 κατέρρευσε, εν τέλει, στις απανωτές επιθέσεις των βάρβαρων φύλων του βορρά. Η κρατική του κατάρρευση δεν σήμανε και την πολιτισμική του αποτελμάτωση, καθώς ο ρωμαϊκός πολιτισμός θα κυριαρχήσει των βαρβάρων, οι οποίοι θα τον ενστερνιστούν στη γλώσσα, τις τέχνες, τη λογοτεχνία και τη διοίκηση, φτάνοντας στο σημείο να ονομάσουν 300 χρόνια αργότερα το κράτος τους ρωμαϊκό. Και ενώ στη Δύση νικήθηκε το ρωμαϊκό κράτος και νίκησε ο ρωμαϊκός πολιτισμός, στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα συμβεί το αντίθετο. Το κράτος κατάφερε να επιζήσει των εχθρών του, οι οποίοι αν και το συρρίκνωσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό διατηρήθηκε και διεκδίκησε τα εδάφη του, ακόμα και τα δυτικά, καθώς η πολιτική ιδεολογία ήταν η ρωμαϊκή η οποία υποστήριζε την ύπαρξη ρωμαϊκού κράτους γύρω από τη Μεσόγειο, έχον ειρήνη μεταξύ των λαών του. Ακόμα και όταν το κράτος συρρικνωνόταν σε μεγάλο βαθμό, η ιδεολογία της Μεγάλης Αυτοκρατορίας δεν χανόταν, έστω θεωρητικά. Ενώ λοιπόν το κράτος ήταν ρωμαϊκό, ο πολιτισμός του διαφοροποιήθηκε. Η γεωγραφική θέση του κράτους, με ελάχιστες κτήσεις στη Δύση και με την ολότητα του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου, λειτούργησε ως δίαυλος επικράτησης του ελληνικού πολιτισμού (χωρίς να παραγνωρίζονται στοιχεία συριακού ή αιγυπτιακού πολιτισμού, τα οποία ωστόσο είχαν τοπικό χαρακτήρα, αντίθετα με το διεθνισμό που γνώρισε ο ελληνικός πολιτισμός, κυρίως εκπεφρασμένος από τη γλώσσα του και την παιδεία την οποία έφερε, μια παιδεία που διήλθε πρώτα από το χριστιανικό πρίσμα, ώστε να αποκαθάρει τα στοιχεία εκείνα που βάσει των Πατέρων της Εκκλησίας θα έβλαπταν τους Χριστιανούς). Έτσι, λοιπόν, ο 7ος αιώνας βρίσκει μια εδαφικά περιορισμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία εκτεινόταν κυρίως από τα Βαλκάνια μέχρι και τη Μικρά Ασία, όπου πλέον και με αυτοκρατορική απόφαση του Ηράκλειου επίσημη γλώσσα αναγνωρίστηκαν τα ελληνικά. Μόνο το νομικό καθεστώς θύμιζε πλέον το λατινικό παρελθόν.

 

Μέσοι και Ύστατοι Χρόνοι της Αυτοκρατορίας

 

  Από τα μέσα του 7ου αιώνα ξεκινά αφενός πολιτισμική κρίση (της οποίας πλέον αμφισβητείται το μέγεθος) που λήγει με το τέλος του πρώτου σταδίου της εικονομαχίας (743), αφετέρου πολιτική-στρατιωτική ένεκα της αραβικής εξάπλωσης από την ανατολή και της σλάβικής καθόδου στα βαλκάνια. Αυτά τα δύο φαινόμενα θα συμβάλουν στην εξέλιξη της πολιτισμικής ταυτότητας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Άραβες θα κατακτήσουν και θα ξεκόψουν οριστικά από την Κωνσταντινούπολη την Αίγυπτο και τα ρωμαϊκά εδάφη της Μέσης Ανατολής. Έτσι τα στοιχεία του αιγυπτιακού και συριακού πολιτισμού θα χαθούν πλέον από την αυτοκρατορία, με συνέπεια το ελληνικό στοιχεία να γίνει εντονότερο, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ωστόσο, και το ελληνικό στοιχείο θα βρεθεί σε κίνδυνο. Η κάθοδος των Σλάβων στην βαλκανική χερσόνησο, που ίχνη της συναντιούνται από τον 6ο αιώνα θα κορυφωθεί τον 8ο, με πολλές λεηλασίες χωριών και εκτοπισμό του ελληνικού στοιχείου στα παραθαλάσσια μέρη της σημερινής Ελλάδας. Ο μεγάλος αριθμός των Σλάβων οδήγησε τον Φαλμεράγιερ στην γνωστή θεωρία του για γενετικό εκσλαβισμό των Ελλήνων. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει διαπιστωθεί ότι συνέβη έστω σε εκτεταμένο βαθμό. Αντίθετα, η Κωνσταντινούπολη με μεθοδευμένες μετακινήσεις ελληνόφωνων πληθυσμών από τη Μικρά Ασία στον ελλαδικό χώρο και σλαβικών πληθυσμών στην ανατολή θα εξαλείψει τον εισερχόμενο σλαβικό πολιτισμό και μόνο κάποια τοπωνύμια θυμίζουν πλέον το πέρασμά του από τη σημερινή Ελλάδα. Ακόμα και στις σύγχρονες σλαβικές χώρες της Σερβίας, της ΠΓΔΜ και της Βουλγαρίας, το σλαβικό στοιχείο επί Βυζαντίου τον 9ο αιώνα ήταν μειωμένο. Οι Σλάβοι και άλλες πληθυσμιακές ομάδες βρέθηκαν κάτω από ελληνόφωνη διοίκηση, η οποία προωθούσε την ελληνική κλασική και ελληνοχριστιανική παιδεία, με συνέπεια να μην μπορούσαν να αφήσουν εύκολα την σφραγίδα του πολιτισμού τους, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει και την απουσία τέτοιων πληθυσμών που σιγά σιγά οργώνονται σε κράτη και διεκδικούν μερίδιο από τα βυζαντινά  εδάφη.                                                                                                                                  

  Τον 10ο αιώνα αρχίζει η πολιτική ακμή της Αυτοκρατορίας για να κλιμακωθεί στα μέσα του 11ου αιώνα.  Ο 11ος και ο 12ος αιώνας έχουν χαρακτηρισθεί και ως πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, καθώς είναι έντονη η στροφή προς τα γράμματα. Και αυτή η στροφή έχει άμεση σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, καθώς μοναστήρια λειτουργούν ως κέντρα αντιγραφής και διάσωσης των αρχαίων κειμένων.  Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της αρχαίας γραπτής παραγωγής διασώθηκε. Αν και οι βυζαντινοί αντιγραφείς δεν ένιωθαν Έλληνες, καθώς ο προσδιορισμός αυτός ακόμα παρέπεμπε στην ειδωλολατρία, ανακάλυπταν την πολιτισμική τους σχέση με τους αρχαίους συγγραφείς λόγω της κοινής γλώσσας. Οι γέφυρες με το παρελθόν αναπροσδιορίζονταν και το κράτος πλέον, μολονότι ρωμαϊκό, τίποτα δεν είχε πια να θυμίζει την αρχαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.                                                             

  Αντίθετα, από τον 8ο αιώνα στη Δύση οι Φράγκοι έχουν συστήσει μία νέα de facto Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με την οποία θα συνταχθεί η παποσύνη. Έτσι, και ιδίως μετά το σχίσμα, διαμορφώνεται μια Ευρώπη εκ νέου διχοτομημένη. Δυτικά βρίσκεται το ψευδορωμαϊκό-φραγκικό λατινοκαθολικό κράτος και ανατολικά η ορθόδοξη Ρωμαίων Πολιτεία-Βυζάντιο με τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό του, η οποία όμως περιβάλλεται από σλαβογενείς και μουσουλμανικούς πολιτισμούς. Το 1204 οι Δυτικοί θα επιτεθούν στους Γραικούς, όπως αποκαλούσαν τους Βυζαντινούς και θα επέλθει η διάσπαση της Αυτοκρατορίας σε τρία κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου (που περιείχε και σλαβικούς και αλβανικούς πληθυσμούς), την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και αυτή της Τραπεζούντας (μίξη Βυζαντινών και λοιπών καυκάσιων φυλών με υπεροχή των πρώτων). Ήπειρος και Νίκαια, χωρίς να ξεχνούν την ιδέα της ρωμαϊκής οικουμενικότητας θα προσπαθήσουν να ανασυστήσουν την Αυτοκρατορία, γεγονός το οποίο θα συντελέσει η Νίκαια.                                                                                                                

  Στο διάστημα, όμως, της λατινικής κυριαρχίας (1204-1261), στα εναπομείναντα ρωμαϊκά-βυζαντινά κράτη διαμορφώθηκε μια ελληνική συνείδηση, πιο ισχυρή. Με λιγότερο πληθυσμό                           επομένως και με ελάττωση των μη ελληνόγλωσσων φύλων- τα μετά την άλωση βυζαντινά κέντρα θα ασχοληθούν με την πνευματική παραγωγή, με την καλλιέργεια της λογοτεχνίας και θα μπουν οι βάσεις της νεοελληνικής γλώσσας.                                                                                                                       

  Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης θα συντελεστεί, αλλά λίγο αργότερα θα ακολουθήσει ταχύτατη απώλεια εδαφών, κυρίως από Οθωμανούς και Σέρβους με επακόλουθο οι αρχές του 15ου αιώνα στην ουσία να βρουν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως την πόλη-κράτος της Κωνσταντινούπολης και λίγες ακόμα κτήσεις. Η καταστροφική αυτή πορεία ολοκληρώνεται αφενός με την πτώση της Πόλης το 1453 και αφετέρου με την πτώση της Τραπεζούντας το 1461. Στα χρόνια αυτά της πολιτικής και στρατιωτικής παρακμής , η πνευματική παραγωγή θα γνωρίζει άνθηση στον τομέα της λογοτεχνίας -και όχι μόνο-, μιας λογοτεχνίας ελληνικής με στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Πλέον, υπάρχουν εγχώριες φωνές που αποκαλούν εαυτούς Έλληνες, δήλωση η οποία θα επαναληφθεί και από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στον τελευταίο λόγο του προς τους Κωνσταντινουπολίτες (...ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων…).  Έτσι, τα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας την βρίσκουν σκιά του εαυτού της εδαφικά, με ελληνική συνείδηση πνευματικά και πολιτισμικά, μια ελληνική συνείδηση που θα διατηρηθεί –όχι πάντα αλώβητη- και θα διεκδικήσει την κρατική της υπόσταση και διάκριση από τον οθωμανικό ζυγό.          

  Η Ρωμαίων Πολιτεία σβήνει κρατικά, οι πολίτες της υποδουλώνονται και η αναπτυσσόμενη πλέον Ευρώπη την ξεχνά, για να μην θυμίζει την δική της πολιτισμική κατωτερότητα των προηγούμενων αιώνων. Επίσης, το γερμανικό έθνος, ως απότοκο του Imperium «Romanorum» του Καρλομάγνου διεκδικεί το επίθετο ρωμαϊκό για τον αυτοπροσδιορισμό του. Έτσι, οι Δυτικοί αρνούμενοι να δεχθούν πως η ρωμαϊκή αυτοκρατορία εξελίχθηκε σε κράτος ελληνικό, αδιαφόρησαν γι’ αυτό. Συνεπώς, όταν χρειάστηκε να μελετήσουν την ύπαρξη του, το ονόμασαν καταχρηστικά Βυζάντιο, καθώς έτσι λεγόταν η Κωνσταντινούπολη, πριν μεταφερθεί εκεί η ρωμαϊκή πρωτεύουσα. Η ονομασία αυτή καθιερώθηκε και υιοθετήθηκε και από τους ίδιους τους Έλληνες, καθώς προσδοκούσαν την δυτική βοήθεια, η οποία δεν θα συντελούνταν, αν διεκδικούσαν την ρωμαϊκή τους κληρονομία. Ακόμα και οι μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες του ελληνικού χώρου, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, θεωρούσαν το Βυζάντιο ως σκοτεινούς χρόνους, ως χρόνους δουλείας του Ελληνισμού. Όμως πού ήταν υπόδουλοι οι βυζαντινοί Έλληνες; Στους ανύπαρκτους στα βυζαντινά εδάφη Λατινορωμαίους ή στους έχοντες ελληνική παιδεία εξ Ανατολής αυτοκράτορες. Χωρίς να εμβαθύνουν στο ζήτημα, στα χρόνια του νεοελληνικού Διαφωτισμού (18ος – 19ος ), οι πνευματικοί ηγέτες απέρριψαν το επίθετο Ρωμιός (< Ρωμαίος) για τον εθνικό προσδιορισμό των ελληνόφωνων ορθόδοξων, αν και μέχρι τότε αυτό είχε επικρατήσει στα λαϊκά στρώματα, και επέλεξαν το επίθετο Έλλην, επίθετο με παγκόσμια αίγλη, το οποίο θα θύμιζε στους Ευρωπαίους τον από καιρό αναγνωρισμένο αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Έτσι, το νεοϊδρυθέν κράτος ξέχασε την βυζαντινή του κληρονομιά και χρειάστηκε αρκετές δεκαετίες για να την αναγνωρίσει, όχι στην ολότητα της, καθώς δεν ξεπέρασε τα δυτικά στερεότυπα.                                                      

  Εν κατακλείδι, αυτό που σήμερα αποκαλούμε Βυζάντιο ή Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δεν είναι τίποτα άλλο από την βιολογική κρατική συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μια συνέχεια που αρχικά ήταν πράγματι ρωμαϊκή με προοπτικές πολιτισμικής ελληνοποίησης, στην πορεία το λατινικό στοιχείο υποχώρησε έναντι του ελληνικού και εν τέλει, λίγο πριν την κατάρρευση το ελληνικό ήταν σχεδόν το μοναδικό πολιτισμικό στοιχείο. Φυσικά, στην μακρόχρονη πορεία του Βυζαντίου πολλοί λαοί και φυλές κατοίκησαν στα σύνορά του, άλλοι παρέμειναν εκεί μέχρι να αφομοιωθούν και άλλοι διεκδίκησαν την δική τους κρατική υπόσταση. Ωστόσο, προς απάντηση των όσων υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο είναι περίοδος ελληνικής υποδούλωσης, ουδέποτε δεν υπήρξε ομάδα ανθρώπων  υπό τον εθνικό όρο Έλληνες, η οποία να προσπάθησε να διεκδικήσει την ελευθερία της. Αντίθετα, οι αρχαίοι Έλληνες δεχθέντες –άλλοτε εθελούσια άλλοτε με τη βία- τον Χριστιανισμό προώθησαν την γλώσσα τους και τον τρόπο σκέψης τους στην Αυτοκρατορία και έγιναν πολιτισμικά κυρίαρχοι. Απόδειξη του πολύ σημαντικού βαθμού ελληνικότητας –πολιτισμικής και όχι εθνικής, καθώς σε μια αυτοκρατορία οι εθνικές επιμειξίες δεν είναι σπάνιες- αποτελεί το γεγονός ότι, αν και στο Βυζάντιο υπήρχαν αρκετές πολιτισμικές ομάδες κατά καιρούς, ο όρος βυζαντινή λογοτεχνία αναφέρεται μόνο στην ελληνόγλωσση λογοτεχνία, η οποία ακολουθούσε κατά κόρον τους αρχαίους γλωσσικούς τύπους και λογοτεχνικούς τόπους. Επομένως, πρέπει πλέον να αντιληφθεί ο σημερινός Έλληνας πως έλκει τη σύγχρονη ταυτότητά του από τους μεσαιωνικούς χρόνους, εκεί όπου διαμορφώθηκε ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ο οποίος έγινε τρόπος ζωής, αφού πρώτα έλαβε αρκετά στοιχεία από τον αρχαίο πολιτισμό –με κυριότερο τη γλώσσα, βασικό δείγμα εθνικής ταυτότητας-, τα οποία όμως εξέλιξε στη μακρόχρονη πορεία του.           

  

 

 

Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο