προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

IΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ
YΠΗΡΞΕΝ ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ;

Του Αντιναυάρχου ε.α. Ι. Ιωάννου Π.Ν.

 

            Ο Ιωάννης Μεταξάς εγεννήθη στην Ιθάκη το 1871 όπου ο πατέρας του Παναγής Μεταξάς ήταν έπαρχος. Η καταγωγή του Μεταξά ήλκε από Κεφαλληνιακό κλάδο των Αντζουλακάτων της Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων. Σημειώνεται ότι στις 10 Φεβρουαρίου 1841 η Ενετική Γερουσία αποφάσισε όπως οι απόγονοι της οικογενείας Μεταξά είχαν το δικαίωμα να απολαμβάνουν τον τίτλο του Κόμητος, τον οποίον διατηρούσαν από το 1691. Η μητέρα του ήταν η Ελένη Τριγώνη από το Αγρίνιο και απέκτησε, πλην του Ιωάννου Μεταξά, έναν, επίσης, υιόν τον Κωνσταντίνο και μία θυγατέρα την Μαριάνθη.
Σε ηλικία μόλις 14 ετών ο Ιωάννης Μεταξάς εισήλθε, το 1885, στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και το 1892 φοίτησε στη Σχολή Μηχανικών Στρατού και στη συνέχεια, μετά δύο χρόνια, υπηρέτησε στην Φρουρά του Ναυπλίου, ενώ το 1897 μετατέθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών κοντά στον Υπουργό, θείο του, Νικόλαο Μεταξά και ακολούθως τοποθετήθηκε στο επιτελείο του Αρχιστρατήγου, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρισθεί με τον Διάδοχο του Θρόνου, τον μετέπειτα Βασιλέα Κωνσταντίνο, από τον οποίο «κέρδισε» το 1899 μια υποτροφία για την Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου και απεφοίτησε από αυτή το 1902 με ιδιαίτερες διακρίσεις. Ας σημειωθεί ότι οι συμμαθητές του τον αποκαλούσαν «Μικρό Μόλτκε» ενώ υπάρχει η φήμη ότι οι συμμαθητές του είχαν αναρτήσει πανώ το οποίο έγραφε «ουδέν πρόβλημα άλυτον δια τον Ιωάννην Μεταξά».
Με την επιστροφή του από την Γερμανία, το 1903, τοποθετήθηκε στο νεοσύστατο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Στην εν λόγω θέση συνέταξε με τον Βίκτωρα Δούσμανη νέους κανονισμούς, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Βουλή το 1904. Την περίοδο αυτή συνεδέθη φιλικώς με τον Πρίγκιπα Ανδρέα ενώ το 1907 ανέλαβε την στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλέως Γεωργίου του Β΄. Το 1909 συνεζεύχθη την Λέλα Χατζηϊωάννου με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες.
Μετά την έκρηξη του κινήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου, το 1909, μετετέθη στην Λάρισα, και κατόπιν της αναλήψεως της Πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, αυτός του προσέφερε την θέση του Υπασπιστού του.
Οι δραστηριότητες του Ιωάννη Μεταξά πριν και κατά τον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο ήταν η διαπραγμάτευση στρατιωτικής συνθήκης Ελλάδος-Βουλγαρίας, η παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά και, η διαπραγμάτευση όρων συνάψεως ειρήνης με την Τουρκία στη διάσκεψη του Λονδίνου ως στρατιωτικός σύμβουλος του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Στις 16 Ιανουαρίου 1913 απεστάλη στην Ήπειρο και θεωρείται ο εμπνευστής και δημιουργός της καταλήψεως του Μπιζανίου ενώ παράλληλα υπήρξε και αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην παράδοση των Ιωαννίνων. Το ίδιο έτος προήχθη σε Ταγματάρχη και με το πέρας του Β΄Βαλκανικού Πολέμου προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε Διευθυντής Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και Διευθυντής της Ανωτέρας Στρατιωτικής Ακαδημίας, ενώ τον Οκτώβριο του 1913 παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Το 1914, κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία συνέταξε σχέδια αιφνίδιας αποβάσεως και καταλήψεως των Στενών των Δαρδανελίων σε περίπτωση πολέμου. Επίσης το αυτό έτος ο Ιωάννης Μεταξάς κατέθεσε στο Γενικό Επιτελείο υπόμνημα το οποίο προεξοφλούσε την ήττα του Ελληνικού Στρατού σε περίπτωση επεμβάσεως στην Μικρά Ασία.
Τον Φεβρουάριο του 1915 ο Ιωάννης Μεταξάς ήλθε σε σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθόσον υποστήριζε την άποψη του Βασιλέως Κωνσταντίνου περί ουδετερότητος της Ελλάδος. Με την απομάκρυνση του Αρχηγού του Επιτελείου Βίκτωρα Δούσμανη παρέλαβε καθήκοντα Αρχηγού αλλά μετ΄ολίγον παρητήθη εξοργισθείς με την απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου όπως η Ελλάς εξέλθη στον πόλεμο στο πλευρά της ΑΝΤΑΝΤ. Ο Βενιζέλος κατόπιν της διαμορφωθείσης καταστάσεως ανεκάλεσε στην ενέργεια τον Βίκτωρα Δούσμανη τον οποίον προ ολίγον είχε κακώς αποπέμψει. Ακολούθησε Συμβούλιο του Στέμματος προκειμένου να αποφασισθεί ή συμμετοχή ή όχι της Ελλάδος στην εκστρατεία της Καλλιπόλεως. Ο Κωνσταντίνος συνεννούντος του Δούσμανη, απέρριψε την πρόταση του Βενιζέλου ο οποίος του υπέβαλε την παραίτησή του.
Τα αποτελέσματα της υπόψιν εκστρατείας είναι γνωστά. Η εν λόγω επιχείρηση υπήρξε μια από τις πλέον οικτρές αποτυχίες των Συμμάχων και στοίχισε ανυπολόγιστα σε ανθρώπινες ζωές και υλικό. Εδώ υπάρχει μια χειροπιαστή απόδειξη της στρατιωτικής μεγαλοφυΐας του Ιωάννη Μεταξά ο οποίος πρώτος είχε αναπτύξει το ασύμφορο της εμπλοκής της Ελλάδος σε μια καταδικασμένη εκ των προτέρων επιχείρηση. Με αυτή την ενέργεια ο Κωνσταντίνος, ο οποίος είχε κερδίσει την αγάπη του λαού ως Στρατηλάτης, είχε την ευκαιρία τώρα να την ανανεώσει με την πολιτική του φρόνηση για την οποία βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση, την μερίδα του λέοντος ελάμβανε η στρατηγική σκέψη του Ιωάννου Μεταξά. Στο σύγγραμμα του Γάλλου Ιστορικού Εδουάρδου Ντριώ που αναφέρεται στην εκστρατεία των Δαρδανελίων, αναφέρεται επί λέξει : «………Οι Έλληνες υμνούν τον Κωνσταντίνον διότι έσωσε την πατρίδα τους από βεβαία καταστροφή, δια τούτο και αφοσιώθηκαν περισσότερον εις αυτόν, εγνώριζον ότι δεν ηθέλησε να σπαταλήσει ελαφρά τη καρδία το αίμα των παιδιών τους και δι΄αυτό του διετήρησαν ευλαβή ευγνωμοσύνη…..».
Του Βενιζέλου παραιτηθέντος ο Μεταξάς ανακλήθηκε ως Υπαρχηγός του Επιτελείου μέχρι την 27 Ιουνίου 1916, ημερομηνία κατά την οποία κατόπιν τελεσιγράφου των Δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ εδημοσιεύθη διάταγμα γενικής αποστρατεύσεως. Με την αποστράτευση ο Ιωάννης Μεταξάς προήχθη σε Συνταγματάρχη.
Με την παραίτηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου, την 30 Μαΐου του 1917, ο ύπατος αρμοστής της ΑΝΤΑΝΤ απέστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο ανεπιθύμητων προσώπων εντός των οποίων συμπεριλαμβάνετο και ο Ιωάννης Μεταξάς. Αποτέλεσμα αυτού ήτο ο Ιωάννης Μεταξάς να αναγκασθεί εις εξορίαν επιβιβασθείς την 20 Ιουλίου 1917 του ατμοπλοίου «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Κατά την περίοδο της εξορίας του είχε αιτηθεί η παράδοσή του από τις Ιταλικές αρχές, προκειμένου να δικασθεί στην Ελλάδα, πράγμα το οποίο δεν εγένετο, δεκτό από τον Ιταλό πρωθυπουργό. Κατόπιν τούτου και ενώ ο Μεταξάς είχε επιτύχει να εγκατασταθεί στην ιταλική πόλη Σιένα, συνεστήθη ειδικό στρατοδικείο το οποίο, την 14 Φεβρουαρίου 1920, τον κατεδίκασε εις θάνατον με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους ο Ιωάννης Μεταξάς μετακόμισε με την οικογένειά του και εγκατεστάθησαν στην Φλωρεντία.
Μετά το ευνοϊκό εκλογικό αποτέλεσμα για την επάνοδο του Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, την 1 Νοεμβρίου 1920, ο Ιωάννης Μεταξάς και η οικογένειά του επιστρέφουν στην Ελλάδα.
Την 25 Μαρτίου 1921, στην οικία του Υπουργού Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη, στην οποία ήσαν επίσης παρόντες ο Πρωθυπουργός Γούναρης και Υπουργός Στρατιωτικών Θεοτόκης, είχε προσκληθεί και ο Μεταξάς, του προτάθηκε η Αρχιστρατηγία του Μετώπου, πράγμα που απέρριψε ο Μεταξάς λόγω των θέσεων που διετήρη περί ήττας του Ελληνικού Στρατού στο Μικρασιατικό Μέτωπο σύμφωνα με το υπόμνημα που είχε καταθέσει ήδη από το 1914. Οι συστάσεις του Ιωάννου Μεταξά επί του θέματος ήταν η απ΄ευθείας συνθηκολόγηση μετά του Κεμάλ πράγμα το οποίο δυστυχώς δεν εισακούσθη και απεφασίσθη η συνέχιση της εκστρατείας με τα γνωστά σε όλους τραγικά αποτελέσματα, με επακόλουθο την επανάσταση Πλαστήρα-Γονατά την 11 Σεπτεμβρίου 1922 και την 14 Σεπτεμβρίου 1922 ο Μεταξάς εκλήθη εις τα Ανάκτορα του Τατοίου και συνέταξε κατά προτροπήν του Βασιλέως, διάγγελμα προς τον ελληνικόν  λαόν με την εκ του θρόνου παραίτησή του υπέρ του Διαδόχου Γεωργίου του Β΄.
Την 12 Οκτωβρίου 1922 αρχίζει η επίσημη ενασχόληση του Ιωάννου Μεταξά με τα δρώμενα της πολιτικής ζωής με την ίδρυση του Κόμματος των «Ελευθεροφρόνων». Την 21 Οκτωβρίου 1923 εξέσπασε το κίνημα των Στρατηγών Γεωργίου Λενορδοπούλου και Παναγιώτου Γαργαλίδη. Ο Ιωάννης Μεταξάς εκατηγορήθη υπό των πολιτικών του αντιπάλων ότι υπεκρύπτετο όπισθεν του κινήματος, πράγμα μη αληθές καθόσον ο Μεταξάς επληροφορήθη περί τούτου μόλις την προτεραίαν της εκρήξεώς του από τον Ταγματάρχη Θεόδωρο Σκυλακάκη, ο οποίος τον επληροφόρησε εν αγνοία των αρχηγών του κινήματος, προκειμένου να αποφύγει πιθανή σύλληψη και κακοποίηση εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων που είχαν την εξουσία. Ο Μεταξάς κατόπιν σκέψεως απεφάσισε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την Αθήνα πράγμα το οποίο έπραξε. Στον Ισθμό της Κορίνθου όμως απειλήθη υπό των κινηματιών να μην του επιτραπεί η διέλευσις. Τελικώς μετά παρέμβασιν ορισμένων φίλων του αξιωματικών του επετράπη η διέλευσις και μετέβη εις Τρίπολιν και εκείθεν μέσω Πατρών εφυγαδεύθη με νορβηγικό πλοίο για την Ιταλία την 28 Οκτωβρίου.
Την 19 Δεκεμβρίου 1923 ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ανεχώρησε εξ Ελλάδος κατηγορηθείς ότι ήτο αναμεμιγμένος στο κίνημα Λεοναρδοπούλου-Γαργαλίδη ορίσας ως προσωρινόν Αντιβασιλέα τον Ναύαρχον Παύλον Κουντουριώτη. Την 11 Ιανουαρίου 1924 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιστρέφει στην πολιτική σκηνή μετά την αναχώρησή του εξ Ελλάδος κατόπιν της αποτυχίας του στις εκλογές της 1 Νοεμβρίου 1920 και αναλαμβάνει τον σχηματισμό κυβερνήσεως διαλυθείσης της επαναστατικής κυβερνήσεως Γονατά. Την 6 Φεβρουαρίου 1924 ο Ελευθέριος Βενιζέλος παραιτείται και αναχωρεί εκ νέου στο εξωτερικό ενώ την κυβέρνηση αναλαμβάνει ο Γεώργιος Καφαντάρης. Η κυβέρνηση Καφαντάρη ανετράπη την 12 Μαρτίου 1924, καθόσον ετέθη θέμα του κατά πόσον ο Βασιλικός Θεσμός έπρεπε να κηρυχθεί έκπτωτος μέσω δημοψηφίσματος, όπως υπεστήριζε ο Καφαντάρης, ή μέσω ψηφίσματος της Εθνοσυνελεύσεως. Οι Βενιζελικοί αξιωματικοί εγνωστοποίησαν στον Καφαντάρη την αξίωση να παραιτηθεί. Τούτου παραιτηθέντος ανέλαβε την διακυβέρνηση ο Αλέκος Παπαναστασίου ο οποίος προκάλεσε ψήφισμα εκπτώσεως της Δυναστείας.
Μετά την ούτω διαμορφωθείσα κατάσταση ο Ιωάννης Μεταξάς εδήλωσε ότι θα συνεχίσει τον πολιτικόν του αγώνα εντός των πλαισίων του νέου πολιτεύματος.
Η κυβέρνηση Παπαναστασίου παρητήθη την 25 Ιουλίου 1924 και την διεδέχθη κυβέρνηση υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Η κυβέρνηση Σοφούλη παρητήθη και εσχηματίσθη κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μιχαλόπουλο, την 7 Οκτωβρίου 1924, η κυβέρνηση του οποίου κατελήθη δια στρατιωτικού πραξικοπήματος υπό του Υποστρατήγου Θεοδώρου Παγκάλου την 26 Ιουνίου 1925. Την 30 Σεπτεμβρίου 1926 ο Πάγκαλος διέλυσε την Εθνοσυνέλευση, ανεκήρυξε, την 4 Ιανουαρίου 1926, εαυτόν δικτάτορα και εξηνάγκασε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη εις παραίτησιν, την 18 Μαρτίου 1926, και αυτός εξελέγη Πρόεδρος της Παγκαλικής «Δημοκρατίας», παραιτούμενος του αξιώματός του Πρωθυπουργού και την 19 Ιουλίου 1926, εκχώρησε το αξίωμα αυτό στον Αθανάσιον Ευταξία. Την 22 Ιουλίου 1926 εξερράγη κίνημα υπό τον Υποστράτηγον Γεώργιον Κονδύλη το οποίο ανέτρεψε τον Πάγκαλο. Με την ανάληψη της Πρωθυπουργίας υπό του Κονδύλη, αυτός εκάλεσε τον Παύλο Κουντουριώτη όπως αναλάβει εκ νέου καθήκοντα Προέδρου Δημοκρατίας την 10 Σεπτεμβρίου 1926. Οι Ναπολέων Ζέρβας και Βασίλειος Ντερτιλής αρνήθηκαν αφοπλισμό των «δημοκρατικών» ταγμάτων πλην όμως μετά από σχετική αναταραχή, αναρχία, πανικό και θύματα συνελήφθησαν και κατεδικάσθησαν εις ισόβια δεσμά για να αμνηστευθούν μετ΄ολίγον.
Μετά τη διάλυση των «δημοκρατικών» ταγμάτων ο Κονδύλης προκήρυξε εκλογές, την 11 Νοεμβρίου 1926, όπου οι «Ελευθερόφρονες» απέκτησαν δύναμη 54 βουλευτών. Επειδή τα αποτελέσματα των εκλογών δεν επέτρεπαν σχηματισμό Κυβερνήσεως ερρίφθη η ιδέα σχηματισμού Οικουμενικής Κυβερνήσεως υπό τον Αλέξανδρον Ζαΐμη την 4 Δεκεμβρίου 1926. Από την εν λόγω Οικουμενική Κυβέρνηση απεχώρησε το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Παναγή Τσαλδάρη, λόγω διαφωνίας, και την 3 Ιουνίου 1927 ανέλαβε κυβέρνηση «ευρέως» συνασπισμού υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη στην οποίαν συμμετέσχον άπαντα τα κόμματα, πλην του Λαϊκού, αλλά και η εν λόγω κυβέρνηση παρητήθη και την 3 Φεβρουαρίου 1928 εσχηματίσθη νέα κυβέρνηση «μερικού» συνασπισμού με τρία κόμματα ήτοι : Φιλελεύθεροι, Αγροτικοί και Ελευθερόφρονες υπό τον Αλέξανδρο Ζαίμη. Η εν λόγω Κυβέρνηση παρητήθη και ως εκ τούτου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκάλεσε, την 4 Ιουλίου 1928, τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος εζήτησε παρ΄αυτού τη διάλυση της Βουλής και ούτω προκηρύχθησαν εκλογές για την 19 Αυγούστου 1928 όπου συγκέντρωσε 182, επί 250, βουλευτές. Ο Ιωάννης Μεταξάς στις εν λόγω εκλογές απέτυχε προσωπικώς εις την ιδιατέραν του πατρίδα και εδήλωσε ότι αποσύρεται της πολιτικής. . Στις εκλογές της 25 Σεπτεμβρίου πάλι το κόμμα του λαμβάνει μικρό αριθμό ψήφων και καταλαμβάνει τρεις έδρες πλην όμως ο Μεταξάς καταφέρνει στην Κυβέρνηση Τσαλδάρη να λάβει την θέση του Υπουργού Εσωτερικών. Η εν λόγω κυβέρνηση ανετράπη υπό τον Ελευθέριον Βενιζέλο σχηματίσας την 16 Ιανουαρίου 1933 Κυβέρνηση με πρόγραμμα την διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών. Οι εκλογές έλαβαν χώρα την 5 Μαρτίου 1933 στις οποίες ηττάται και την 10 Μαρτίου 1933 αναλαμβάνει την πρωθυπουργία ο Παναγής Τσαλδάρης. Την 24       Μαρτίου 1933 ο Μεταξάς καταθέτει πρόταση παραπομπής του Ελευθερίου Βενιζέλου εις Ειδικόν Δικαστήριον ως ηθικού αυτουργού για κατάλυση λαϊκών ελευθεριών λόγω της κινήσεως του Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλο οι οποίοι προσπάθησαν, ένεκα του δυσμενούς, για τον Ελευθέριον Βενιζέλο, εκλογικού αποτελέσματος να κηρύξουν δικτατορία, πράγμα το οποίο απέτυχε. Η πρόταση του Μεταξά είχε ως αποτέλεσμα οξεία αντιπαράθεση και ο Βενιζέλος να αναγκασθεί να αποχωρήσει της Βουλής στην οποία δεν επανήλθε ποτέ. Την 17 Νοεμβρίου 1933 εχορηγήθη αμνηστία  στους Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλο πράγμα το οποίο εξόργισε τον Μεταξά ο οποίος συμμετείχε στην Κυβέρνηση Τσαλδάρη-Κονδύλη δια του Τουρκοβασίλη και απεχώρησε δια της παραιτήσεως του εν λόγω Υπουργού. Την 1 Μαρτίου 1935 έλαβε χώρα κίνημα φιλοβενιζελικών αξιωματικών το οποίον κατεστάλη χάρις στα μέτρα που συνεβούλευσε ο Ιωάννης Μεταξάς. Τα μέσα αυτά ήσαν κήρυξη Στρατιωτικού Νόμου και Καταστάσεως Πολιορκίας, σύλληψη Βενιζελικών παραγόντων μεμυημένων στο κίνημα, κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων των στασιαστών ενώ τα πολεμικά πλοία που έλαβαν μέρος στο κίνημα εκηρύχθησαν πειρατικά ενώ παράλληλα απεκλείσθη και ο λιμένας της Θεσσαλονίκης.
Μετά την καταστολή του Βενιζελικού κινήματος ο Ιωάννης Μεταξάς, την 18 Μαρτίου 1935, υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση Υπουργού άνευ Χαρτοφυλακίου, καθόσον εθεώρει ότι η κυβέρνηση ήταν ανάξια των περιστάσεων. Την 29 Μαρτίου, σε συνεδρίαση της Βουλής ο Μεταξάς κατηγόρησε την κυβέρνηση ως υπεύθυνη για το «κίνημα» λόγω ολιγωρίας, αμέλειας και αναποφασιστικότητας.
Την πρωίαν της 1ης Απριλίου βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος και φίλοι του Μεταξά κατέλαβαν την Βουλή. Στο συναχθέν πλήθος, ομίλησε ο Μεταξάς επιτεθείς εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια της αντικανότητάς της παρέσχε πλήρη ασυδοσία στους στασιαστές.
Λόγω της εκρύθμου καταστάσεως συνήλθε το Υπουργικό Συμβούλιο, διέλυσε την Βουλή και την Γερουσία και απεφάσισε αναθεώρηση του Συντάγματος υπό της Εθνοσυνελεύσεως και προκήρυξη εκλογών για την 19 Μαΐου 1935.
Την 16 Απριλίου ο Μεταξάς απηύθυνε επιστολή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην οποία τόνιζε την ανυποληψία του κοινοβουλευτισμού, τα στρατιωτικά κινήματα, την λεηλασία του δημοσίου πλούτου και την ανάγκη επαναφοράς του Πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.
Την 14 Μαΐου 1935 δια συντακτικής πράξεως ήρθη ο Στρατιωτικός Νόμος και η προκήρυξη των εκλογών ανεβλήθη δια την 9 Ιουνίου 1935. Την 18 Μαΐου 1935 εκυκλοφόρησε το επίσημο όργανο των Ελευθεροφρόνων «Εφημερίς των Ελλήνων». Στο πρώτο φύλλο ο Μεταξάς διακηρύσσει την έναρξιν του αγώνος δια την παλινόρθωσιν της Βασιλείας..
Ενώ οι εκλογές πλησιάζουν ο Ιωάννης Μεταξάς συγκροτεί την «Ένωση των Βασιλοφρόνων» και εγκαινιάζει εκλογικό κέντρο εις την πλατεία Ομονοίας. Στις εκλογές της 9 Ιουνίου το κόμμα των Ελευθεροφρόνων αναδεικνύει επτά βουλευτές. Από τη στιγμή αυτή ο Μεταξάς ηργάζετο για την επαναφορά του Γεωργίου ενώ ο Τσαλδάρης παλινωδούσε μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων του κόμματός του τους Βασιλόφρονες και τους Δημοκρατικούς. Την 18 Σεπτεμβρίου 1935 εδημοσιεύθη προκήρυξις διενέργειας δημοψηφίσματος για την 3 Νοεμβρίου 1935. Στο μεταξύ διάστημα οι Τσαλδάρης και Κονδύλης διηγκωνίζοντο ποιος εκ των δύο θα ήταν πλέον αρεστός στον Γεώργιο με δηλώσεις υποταγής και κολακείες, αντιθέτως ο Μεταξάς  ηργάζετο μεθ’ επιμονής, αντοχής και αξιοπρεπείας, βέβαιος ων για το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπήρξε συντριπτικό για τους θιασώτες της Δημοκρατίας. Ο Τσαλδάρης προσπάθησε να προσεταιρισθεί τον Μεταξά προτείνοντάς του την αρχηγία του Λαϊκού Κόμματος, πράγμα το οποίο ο Μεταξάς απέρριψε. Με την άφιξη του Βασιλέως στην Ελλάδα, την 25 Νοεμβρίου 1935, οι Κονδύλης και Τσαλδάρης, επεχείρησαν να κερδίσουν, ο καθείς από την πλευρά του, την εύνοια του Γεωργίου. Ο Γεώργιος μετά από σχετικές διαβουλεύσεις, ανέθεσε τελικώς τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβερνήσεως στον Καθηγητή Κωνσταντίνο Δεμερτζή την 30 Νοεμβρίου 1935. Ο Μεταξάς, σε ακρόαση υπό του Βασιλέως όπου του απενεμήθη ο Μεγαλόσταυρος, ετόνισε ότι μετά την παλινόρθωσιν θεωρεί τερματισθέντας τους πολιτικούς του αγώνες αλλά τίθεται στη διάθεσή του εάν ποτέ ήθελεν απαιτηθεί. Την 17 Δεκεμβρίου ο Βασιλεύς ενέκρινε την διάλυση της Εθνοσυνελεύσεως και την προκήρυξη εκλογών Αναθεωρητικής Βουλής, δια την 26 Ιανουαρίου 1936. Στις εκλογές αυτές τα κόμματα έλαβαν : Φιλελεύθεροι 127, Λαϊκοί 69, Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωσις 53, Κομμουνισταί 15, Διάφοροι Δημοκρατικές Ενώσεις 15, Ελευθερόφρονες 7, Μεταρρυθμιστικοί Γκοτζαμάνη 4. Δηλαδή μεταξύ των 143 αντι-Βενιζελικών και 142 Βενιζελικών βουλευτών οι κομμουνισταί επέδρων αποφασιστικώς επί της τύχης της Αναθεωρητικής Βουλής. Την 31 Ιανουαρίου 1936 απεβίωσε αιφνιδίως ο Γεώργιος Κονδύλης ενώ την επομένη ο Βασιλεύς εσυνεννοείτο με τους πολιτικούς αρχηγούς δια τον σχηματισμό βιωσίμου κυβερνήσεως. Επειδή οι προσπάθειες του Βασιλέως έβαινον άκαρποι ούτος συνεκάλεσε την 13 Φεβρουαρίου 1936 Συμβούλιο του Στέμματος άνευ όμως αποτελέσματος ενώ παράλληλα η κατάστασις της χώρας εξετραχύνετο με τους φιλελεύθερους να ερωτοτροπούν με τους κομμουνιστάς πράγμα που έπραξεν και ο Τσαλδάρης πλειοδοτών σε ανταλλάγματα των φιλελευθέρων. Τούτο πληροφορηθείς ο αρχηγός των φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης προσέφερεν περισσότερα υπογραφέντος μάλιστα την 10 Φεβρουαρίου 1936 Συμφώνου φιλίας και συνεργασίας μεταξύ του Σοφοκλή και του Σκλάβαινα ως αρχηγού του κομμουνιστικού «Παλάϊκού Μετώπου». Το υπόψη σύμφωνο καταργούσε το ιδιώνυμο του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιτροπές ασφαλείας και εκτοπισμών, αμνήστευε τους φυλακισμένους κομμουνιστάς κ.α.
Πάντα ταύτα εξήγειρον την κοινήν γνώμην και προς πρόληψιν εκρύθμου καταστάσεως συνεσκέφθησαν την 4 Μαρτίου1936 οι Υπουργοί Στρατιωτικών Αλέξανδρος Παπάγος, Υφυπουργός Στρατιωτικών Κωνσταντίνος Πλατής, Αρχηγοί Στόλου, Αεροπορίας, Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων και εξουσιοδότησαν τον Αλέξανδρο Παπάγο να τύχει ακροάσεως υπό του Βασιλέως και να του διατυπώσει την ευχή των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας δια τον τερματισμόν της εκρύθμου καταστάσεως. Ο Βασιλεύς τον προέτρεψε να υποβάλει την παραίτησίν του πράγμα το οποίο και εγένετο. Κατόπιν τούτου ο Βασιλεύς επέλεξε ως Υπουργόν Στρατιωτικών τον Ιωάννην Μεταξά. Με σοβαρότητα και αστραπιαίες κινήσεις ο νέος Υπουργός έδωσε σαφείς και αυστηρές διαταγές στους Διοικητές των Φρουρών, Σωμάτων Στρατού και Μεραρχιών, όπως επιβάλλουν απόλυτον πειθαρχία και υποταγή. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι ότι ο Ιωάννης Μεταξάς έλεγε : «Δώστε μου το Υπουργείο Στρατιωτικών, θα μπω εκεί μέσα έτσι, όπως είμαι, με το μπαστουνάκι μου, και σε 24 ώρες όλα θα πηγαίνουν ρολόϊ στην Ελλάδα».
Την 6 Μαρτίου 1936 η Γ΄Αναθεωρητική Βουλή άρχισε τις εργασίες της με τον Λόγον του Θρόνου, με Πρόεδρον της Βουλής τον Θεμιστοκλή Σοφούλη τον οποίον εστήριξαν οι 15 ψήφοι των κομμουνιστών. Υφισταμένης της λαϊκής αποδοκιμασίας ο Σοφούλης προσπάθησε να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση με τους Λαϊκούς του Τσαλδάρη, άνευ όμως αποτελέσματος. Κατόπιν αυτού ο Βασιλεύς, την 14 Μαρτίου 1936, ανέθεσε την κυβέρνηση πάλι στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή ενώ Αντιπρόεδρος παρέλαβε ο Ιωάννης Μεταξάς ο οποίος ανέλαβε προσωπικώς τα Υπουργεία Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Την 18 Μαρτίου 1936 εγνώσθη ο θάνατος του Ελευθερίου Βενιζέλου εις Παρισίους  ο οποίος εσυνέβη την προτεραίαν.
Προκειμένου να παρουσιασθεί στη Βουλή η νέα κυβέρνηση και να αιτήσει ψήφο εμπιστοσύνης ο Ιωάννης Μεταξάς εδήλωσε ότι η τύχη της κυβερνήσεως θα εξαρτηθεί εκ των ψήφων των αστικών κομμάτων καθόσον ο κομμουνισμός δεν ανεγνωρίζετο ως πολιτική δύναμις καθόσον ο σκοπός του ήταν η ανατροπή του αστικού καθεστώτος.
Την 13 Απριλίου 1936 απέθανε εκ καρδιακής συγκοπής ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής και ο Βασιλεύς ανέθεσε στον Ιωάννη Μεταξά την κυβέρνηση ο οποίος, πλην των άλλων καθηκόντων του, ανέλαβε και το Υπουργείο Εξωτερικών και την 23 Απριλίου 1936 η υπό τον Ιωάννη Μεταξά κυβέρνηση ζήτησε ψήφον εμπιστοσύνης την οποία έλαβε την 30 Απριλίου 1936 με ψήφους 241 υπέρ και 16 κατά.
Την 2 Μαΐου 1936 ανεχώρησε δια το Βελιγράδι προκειμένου να συμμετάσχει σε Βαλκανική Διάσκεψη Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος, Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας, στην οποία η Ελλάς ξεκαθάρισε την θέση της σ΄ότι αφεώρα υποχρεώσεις της σε περίπτωση εξωβαλκανικής επιθέσεως και έτσι απηλλάγη από την απομόνωση που είχε περιέλθει λόγω αυτού του θέματος.
Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Μεταξάς μετά την επίλυση του εξωτερικού θέματος ήταν εσωτερικό θέμα λόγω συνεχών απεργιών τις οποίες οργάνωναν οι κομμουνισταί, έτσι λοιπόν, την 7 Μαΐου 1936, εκηρύχθη απεργία σιδηροδρομικών υπαλλήλων και καπνεργατών ενώ την 10 Μαΐου εκηρύχθη πανελλαδική εργατική απεργία και οι συγκρούσεις με την αστυνομία υπήρξαν αναπόφευκτες. Την 17 Μαΐου 1936 απέθανε αιφνιδίως και ο Παναγής Τσαλδάρης ενώ εσυνεχίζοντο απεργίες εις Λάρισα, Καλαμάτα, Λαμία, Ελευσίνα και αλλαχού. Την 5 Ιουλίου 1936 οι κομμουνιστές ελιθοβόλισαν οικίες, καταστήματα και τραυμάτισαν όργανα της τάξεως. Την 26 Ιουλίου 1936 η «Καθημερινή» σε άρθρο της, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής : «….Οι πολιτικοί αρχηγοί θα ώφειλον, εάν περί τας δυσμάς του βίου τους απεφάσιζον να ενδιαφερθούν δια την Ελλάδα, να παρακαλέσουν τον Ιωάννην Μεταξάν να κηρύξη δικτατορίαν……».
Στις 28 Ιουλίου 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς μετέβη στον Βασιλέα στον οποίον εξέθεσε τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχε η χώρα εκ της παραλυσίας και της διαφθοράς του πολιτικού κόσμου.
Την 31 Ιουλίου 1936 επιτροπή κομμουνιστών βουλευτών με επικεφαλής τον Δ. Γληνό και Κ. Θέον, επαρουσιάσθη ενώπιον του Μεταξά και του δήλωσαν : «Αν η κυβέρνησις δεν εγκατέλειπε τα μέτρα της θα έκαναν απεργίες 24, 48 και 248 ωρών, αγωνιζόμενοι ενόπλως στα πεζοδρόμια μέχρις ότου επιβάλλουν την θέλησίν τους». Την 3 και 4 Αυγούστου κομμουνιστικές ομάδες διέτρεχαν τις οδούς Αθηνών-Πειραιώς και έψαλλαν αναρχικά θούρια.
Λόγω της επαπειλουμένης εξεγέρσεως και της αδράνειας του πολιτικού κόσμου η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή, ο Ιωάννης Μεταξάς συνεκάλεσε την 8ην εσπερινήν της 4 Αυγούστου έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο στο οποίο εκθέτει τα της κομμουνιστικής επιβουλής και τα ενδεδειγμένα να ληφθούν μέτρα τα οποία ήσαν:

Ακολούθως ο Μεταξάς ανήλθεν εις τα Ανάκτορα και γενόμενος δεκτός υπό του Βασιλέως εξέθεσε την κρισιμότητα της καταστάσεως και υπέβαλε προς υπογραφήν τα σχετικά Βασιλικά Διατάγματα τα οποία  και υπεγράφησαν αμέσως και εδημοσιεύθησαν την ιδία νύκτα στο υπ΄αριθμ. 324 Φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ενώ στο 323 Φύλλον εδημοσιεύθη Διάγγελμα του Μεταξά προς τον Ελληνικόν Λαόν. Την πρωίαν της 5 Αυγούστου, επικρατούσε πλήρης τάξις καθ΄άπασαν την επικράτειας. Σημειώνεται η αποκατάσταση της τάξεως άνευ ουδεμίας στρατιωτικής επεμβάσεως ήταν ένα δείγμα της ικανότητος του Ιωάννη Μεταξά ο οποίος άρχισε να λαμβάνει τον τίτλο του Εθνικού Ηγέτου καθόσον η ονομαζομένη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν ήταν επιστέγασμα προσπαθειών ενός κόμματος ως π.χ. το Ναζιστικόν, το Φασιστικόν και το Κομμουνιστικόν αλλά η προσπάθεια ενός και μόνο ανθρώπου ο οποίος επίστευε ότι μία δυναμική μειοψηφία συνεργούσης της αδρανείας και της φαυλότητας του πολιτικού κόσμου θα ηδύνατο να σύρει την χώρας σε μύριας όσας περιπετείας. Την 10 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς απηύθυνε από ραδιοφώνου λόγον προς τον Ελληνικόν Λαόν, ενδεδυμένος τον τίτλον του Εθνικού Κυβερνήτου. Ο λόγος αυτός απευθύνετο σε ένα μεγάλο μέρος του στην νεολαία την οποία ο Μεταξάς περιέβαλε με αγάπη. Σημειώνω ότι σε ανύποπτο χρόνο είχα συνομιλίες με ανθρώπους που έζησαν τα χρόνια της νεότητός τους την 4 Αυγούστου και οι οποίοι σε καμία περίπτωση  δεν ήσαν προσκείμενοι στην φιλοσοφία του Μεταξά αλλά σ΄ότι αφορά τα θέματα της νεολαίας ομίλουν με σεβασμό και αγάπη προς αυτόν.
Το έργο της 4ης Αυγούστου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε ένα άρθρο, χρειάζονται τόμοι και τόμοι. Ως εκ τούτου στη συνέχεια θα επιχειρήσω μία τελείως συνοπτική αναφορά σ΄αυτό.
Το έργο της 4ης Αυγούστου έχει επιμελώς αποσιωπηθεί κυρίως μετά την πτώση της καταστάσεως την οποία δημιούργησε το ιδιότυπο καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 και ενίοτε επιχειρείται ταυτισμός της 4ης Αυγούστου με την 21η Απριλίου από φορείς και πρόσωπα που το μόνο το οποίο τους ενδιαφέρει είναι η προώθηση αριστερών ιδεών ανεξαρτήτως του ιδεολογικού χώρου στον οποίον δηλώνουν ότι ανήκουν και της οικονομικής επιφανείας τους.
Η 4η Αυγούστου αποτελεί μία εποχή ανασυγκροτήσεως και ανορθώσεως της Ελλάδος. Βεβαίως το έργο της δεν έχει προβληθεί από καμία κυβέρνηση καθόσον ένας στρατιωτικός μέσα σε μια τετραετία έβγαλε την Ελλάδα από την αναρχία, φαυλότητα και αρριβισμό κατ΄επάγγελμα πολιτικών και αναξίων δια την πολιτική στρατιωτικών οι οποίοι κατέφευγον σε στρατιωτικά κινήματα και δικτατορίες από το 1922 έως το 1936 και την ανόρθωσε ψυχικά και ηθικά με αποτέλεσμα σύμπας ο Λαός  να ακολουθήσει τον αναφερόμενο ως Εθνικό Κυβερνήτη στο έπος του 1940. Μικρόψυχοι και μικρόνοες λέγουν ότι το ιστορικό ΟΧΙ ελέχθη υπό του ελληνικού λαού. Σ΄αυτούς μπορεί να λεχθεί ότι σε καμία περίπτωση ο λαός δεν αντέδρασε δυναμικά τα τελευταία εξήντα χρόνια στις συνεχείς προκλήσεις των Τούρκων όπως στα γεγονότα της Κωνσταντινουπόλεως, και το Κυπριακό και αν δεχθούμε ότι εδώ δεν υπήρχε προσβολή ελληνικού εδάφους τι μπορούμε να πούμε για το Αιγαίο και τις γκρίζες ζώνες με αποκορύφωμα το «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» του κ. Σημίτη; Συνεπώς αν δεν υπάρχει ο ηγέτης, ο λαός λουφάζει (ας μου επιτραπεί η έκφρασις).
Ας δούμε τώρα πως ο Μεταξάς οδήγησε την Ελλάδα σ΄αυτό το έπος του 40 μέσα από την εν γένει Διοίκηση.
Κατ΄αρχήν έπρεπε να τακτοποιηθούν τα εσωτερικά της Ελλάδος λόγω της μόδας του κομμουνισμού εκείνη της εποχή με αποκορύφωμα τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Έτσι εδημιουργήθη το Υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας στο οποίο υπήχθησαν τα Σώματα Ασφαλείας και το Πυροσβεστικό Σώμα. Με την σύστασή του ήρχισεν μια σταθερή και έντονος δίωξις των κομμουνιστών αλλά παράλληλα επατάχθη και το κοινό έγκλημα, σωματεμπορία, ζωοκλοπή, λωποδυσία, χαρτοπαιξία, τοκογλυφία κ.α. Δεν δύναται να ισχυρισθεί κάποιος ότι το Υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας εδιοικείτο υπό αγγέλων από την άλλη όμως η καταβαράθρωση πάσης έννοιας κράτους απαιτούσε μέτρα σκληρά δια τους ολίγους και ευεργετικά για τους πολλούς.
Μέχρι την 4η Αυγούστου το Κομμουνιστικό Κόμμα μονοπωλούσε την προστασία της εργατικής τάξεως ενώ παράλληλα η εργοδοσία τους εκμεταλλεύετο. Έτσι το Υφυπουργείο Εργασίας ερρύθμισε τις σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας δια του μέτρου της διαιτησίας. Επίσης εφηρμόσθη το οκτάωρο αντί δεκαώρου των βιομηχανικών εργατών, και το επτάωρο για τους τραπεζικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους ανωνύμων εταιρειών. Το σημαντικότερο όμως επίτευγμα ήταν η θέσπισις του θεσμού των «Κοινωνικών Ασφαλίσεων» που εκάλυψε τους εργαζομένους από ασθένεια, τοκετό, γήρας, ατύχημα, θάνατο κ.α. Εχορήγησε επίσης σύνταξη σε υπερήλικες εργάτες και ίδρυσε 200 και πλέον Αγροτικούς Συνεταιρισμούς. Έλαβε επίσης μέριμνα για την μόρφωση και ψυχαγωγία δημιουργώντας την «Εργατική Εστία» με την ίδρυση βιβλιοθηκών, κέντρων ψυχαγωγίας, αθλήσεως και οργάνωση συναυλιών καθώς και μορφωτικών διαλέξεων. Τέλος η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε ως ημέρα εορτασμού της εργασίας. Λόγω αυτών οι εκπρόσωποι της εργατοϋπαλληλικής τάξεως ανεκήρυξαν τον Μεταξά ως «Πρώτον Εργάτη της Ελλάδος». Ορισμένοι αντιτείνουν ότι η ενέργεια αυτή ήταν προϊόν κολακείας ίσως και εκφοβισμού, δεκτή η άποψη χωρίς να σημαίνει ότι είναι και κατ΄ανάγκην ορθή.
Ας έλθουμε τώρα στον Αγροτικό τομέα. Η γεωργία λόγω του ότι η Ελλάς ήταν χώρα γεωργική απετέλεσε ένα από τα πρώτα μελήματα του Μεταξά και εφήρμοσε μέτρα προς τόνωσιν αυτής, μειώνοντας τους τόκους των δανείων, διένειμε σίτον και έδωσε χαμηλότοκα δάνεια στους σιτοπαραγωγούς. Διένειμε 480.000 στρέμματα νέων γαιών, διένειμε δια της Αγροτικής Τραπέζης χιλιάδες τόνων κριθής και αραβοσίτου σε χαμηλή τιμή, συνέστησε Ταμείο υδραγωγικών έργων Μακεδονίας και διέθεσε πολλά χρήματα για αποστραγγιστικά και αρδευτικά έργα. Τέλος κατήρτησε δεκαετές πρόγραμμα εκτελέσεως μεγάλων παραγωγικών έργων. Συνυφασμένο με την Αγροτική πολιτική ήταν και το Υφυπουργείο Συνεταιρισμών. Παρά τω Προέδρω της Κυβερνήσεως ο Μεταξάς δια του Α.Νόμου 1154 του 1938 ίδρυσε την «Εθνική Συνομοσπονδία Γεωργικών Συνεταιρισμών της Ελλάδος». Με τον αυτό Α.Νόμο μονιμοποιήθηκαν πάντες οι μέχρι τότε υπηρετούντες συνεταιριστικοί υπάλληλοι και ίδρυσε «Ταμείο Συντάξεως και Υγείας». Επίσης ιδρύθη η «Γεωργική Συνεταιριστική Σχολή Αθηνών». Επίσης η ίδρυση του «Οίκου του Αγρότου» του οποίου την προεδρία διετήρει ο Μεταξάς, ήταν έργο της 4ης Αυγούστου. Με την ίδρυση του Υφυπουργείου Συνεταιρισμών ετοποθετήθησαν σε κάθε νόμο ειδικοί επίτροποι οι οποίοι επόπτευαν και συντόνιζαν την αγροτική και οικονομική πολιτική των συνεταιρισμών της περιφέρειάς των. Εκείνο όμως το οποίο απετέλεσε τον περιφανέστερο σταθμό της ιστορίας της αγροτικής οικονομίας ήταν ο Α. Νόμος 677 του 1937 περί ρυθμίσεως των αγροτικών χρεών. Με την ρύθμιση αυτή διεγράφησαν οι καθυστερούμενοι τόκοι η δε εξόφλησις των χρεών ερρυθμίσθη εις τα 12 έτη. Την 2 Ιουλίου 1937 ο Ιωάννης Μεταξάς ανεκηρύχθη υπό των Γεωργικών Οργανώσεων «Πρώτος Αγρότης της Ελλάδος» κατ΄αντιστοιχία με τον Εργάτη.
Μεγάλη έμφαση εδόθη υπό της Εθνικής Κυβερνήσεως του Ιωάννου Μεταξά σ΄ότι αφεώρα το Υπουργείο Εσωτερικών. Κυριότερα σημεία της πολιτικής της 4ης Αυγούστου στο υπουργείο αυτό ήταν η τοποθέτηση, ως Νομαρχών, Αξιωματικών ε.α. εις αντικατάστασιν προσώπων τα οποία ήσαν όργανα του φαύλου πολιτικού συστήματος. Αναδιοργανώθηκαν πλήρως οι τεχνικές υπηρεσίες των Δήμων και τα δημόσια έργα εξετελούντο με ταχύτητα και ποιότητα. Επίσης δια του νόμου περί «Νομαρχών» καθιερώθη ευρεία διοικητική αποκέντρωση. Για το σκοπό αυτό ιδρύθη το «Συμβούλιο Αποκεντρώσεως». Έτσι το κράτος απήλλαξε τους πολίτες να μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα για οποιοδήποτε θέμα τους αφεώρα. Εξάλλου έλαβον τέλος οι συνεχείς και ατελεύτητες μεταθέσεις των κρατικών υπαλλήλων αναλόγως με τους εκάστοτε πολιτικούς κρατούντες. Επίσης θα ήταν παράλλειψη αν δεν ανεφέρετο η φροντίδα της Εθνικής Κυβερνήσεως για την επιμόρφωση δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων με την ίδρυση σχετικής σχολής στην Πάντειο. Τέλος χάρις στην ιδιοφυή προβλεπτικότητα του Ιωάννου Μεταξά από του 1936 διοργανώθη εκ βάθρων η Παθητική Άμυνα.
Η 4η Αυγούστου ήταν εκείνη η οποία επέδειξε ενδιαφέρον για την πρωτεύουσα με τη δημιουργία του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης. Το νέο αυτό υπουργείο προέβη σε πληθώρα έργων που αφορούσαν την επίλυση χρονιζόντων προβλημάτων της πρωτεύουσας ως υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, πρασίνου, δημοτικά λουτρά, αθλητικές εγκαταστάσεις, νοσηλευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα κ.α.
Ένα νεοϊδρυθέν Υπουργείο ήταν και το Υφυπουργείο Τύπου-Τουρισμού και Ραδιοφωνίας. Το Υφυπουργείο αυτό χάραζε την τουριστική προβολή της χώρας με εξωραϊσμό και ανάδειξη των αρχαιολογικών μας χώρων, ιαματικών πηγών και φυσικού κάλλους.
Σ΄ότι αφορά τον τύπο, αυτός έπαυσε να υπονομεύει την Εθνική Ασφάλεια και να εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα και η δημοσιογραφία ήταν η μόνη περίοδος κατά την οποία ήταν πραγματικό λειτούργημα. Ερχόμενοι τέλος στην ραδιοφωνία θα πρέπει να τονισθεί ότι έπρεπε να έλθει ο Ιωάννης Μεταξάς για να αποκτήσει η Ελλάς Ραδιοφωνικόν Σταθμόν!! Η μόνη ίσως χώρα του κόσμου που δεν διέθετε. Την 25 Μαρτίου 1938 ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β΄επί τη Εθνική Εορτή προέβη αυτοπροσώπως στα εγκαίνια του Ραδιοφωνικού Σταθμού των Αθηνών απαγγείλας από ραδιοφώνου το διάγγελμά του.
Σημαντικό όμως έργον της 4ης Αυγούστου ήτο και το επιτελεσθέν υπό του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Κατ΄αρχήν εκκαθαρίσθη ο όγκος των αδιεκπεραίωτων φακέλλων και έπαυσε η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στη Δικαιοσύνη. Με πρωτοβουλίες του Υπουργείου ιδρύθησαν εταιρείες για την προστασία αποφυλακιζομένων καταδίκων. Η μεγάλη πληγή της εποχής, η αλητεία, εξελοθρεύθη πλήρως. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής ήταν η ύψωσις λευκής σημαίας σε επτά Πρωτοδικεία της χώρας λόγω του ότι εστερούντο ποινικών υποθέσεων.
Ένα επίσης αξιόλογο έργο ήταν ο καταρτισμός Αστικού και Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος στη θέση αντιστοίχων πεπαλαιωμένων από της εποχής του Καποδιστρίου. Η 4η Αυγούστου επίσης έλαβε ευεργετική μέριμνα για την εκ βάθρων αναδιοργάνωση του Ταμείου Νομικών, και με την οργάνωση του Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων. Τέλος για πρώτη φορά οργανώθηκαν Δικαστήρια Ανηλίκων. Σε γενικές γραμμές στον τομέα της Δικαιοσύνης υπήρξε μια έντονη προσπάθεια ανυψώσεως του κύρους των λειτουργιών της.
Ένα νεοϊδρυθέν επίσης υπουργείο ήταν το Υφυπουργείο Αγορανομίας. Χάρις στην προνοητικότητα του εν λόγω Υφυπουργείου η Ελλάς ευρέθη με τις δημόσιες αποθήκες πλήρεις τροφίμων και αγαθών κατά την 28 Οκτωβρίου 1940. Στα επιτεύγματα του Υφυπουργείου ήταν η διατήρηση των αγαθών σε χαμηλές τιμές. Επατάχθη η αισχροκέρδεια και ο περιορισμός των μεσαζόντων ενώ υπήρξε σταθερότης τιμών ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Σ΄ότι αφορά τον οικονομικό τομέα το Υπουργείο Οικονομικών επετέλεσε αληθείς άθλους. Κατ΄αρχήν ισοσκέλισε ελλειπείς προϋπολογισμούς χωρίς βαριά φορολογία χάρις στο συμμάζεμα των δαπανών και της ψυχολογίας που διαμορφώθηκε. Βιομηχανία και επιχειρήσεις απερρόφησαν τους ανέργους με παράλληλη αύξηση αποδοχών. Επεβλήθη φορολογία στα αποθεματικά κεφάλαια των Ανωνύμων Εταιρειών, ηυξήθη ο φόρος στα είδη πολυτελείας και ηλαττώθη στα είδη πρώτης ανάγκης. Επετεύχθησαν υψηλοί ρυθμοί αναπτύξεως λόγω αυξήσεως της Εθνικής παραγωγής με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων του κράτους. Η ακολουθουμένη κυβερνητική πολιτική στην οικονομία σε συνδυασμό με την πολεμική προπαρασκευή της χώρας σ΄ότι αφορά παραγγελίες πολεμικού υλικού και οχυρωματικά έργα και μεγάλα έξοδα για την κοινωνική πρόνοια, θα μπορούσε αυτή και μόνο αυτή να δικαιολογήσει τα απαραίτητα ερείσματα στην αποδοχή της 4ης Αυγούστου στη συνείδηση των Ελλήνων.
Εκεί που κυριολεκτικά η 4η Αυγούστου έχει επιτελέσει τεράστιο έργο ήταν στο Υφυπουργείο Τ.Τ.Τ. δηλαδή της Ταχυδρομικής, Τηλεγραφικής και Τηλεφωνικής Υπηρεσίας. Κατ΄αρχήν οργανώθηκε η υπηρεσία επιταγών και δεμάτων με παράλληλη μείωση ταχυδρομικών μελών, επίσης αυξήθηκαν οι τηλεγραφικές γραμμές και κατασκευάσθηκε δίκτυο ανταποκρίσεως όλων των νήσων Αιγαίου και Ιονίου Πελάγους. Τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια αναδιοργανώθηκαν με απλούστευση διαδικασιών ενώ οργανώθηκε η διαβίβαση αλληλογραφίας μέσω αγροτικών διανομέων.
Η 4η Αυγούστου έλαβε επίσης μέτρα σε θέματα Υγείας δια του Υπουργείου Κρατικής Υγείας και Αντιλήψεως. Τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε κυρίως το εν λόγω υπουργείο ήταν σ΄ότι αφεώρα :

Η 4η Αυγούστου κατέστησε το υφιστάμενο Πατριωτικό Ίδρυμα ως ένα εκ των κυριοτέρων οργάνων του Υπουργείου για την προστασία της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας, της γεροντικής ηλικίας και ίδρυσε λαϊκά συσσίτια, υπνωτήρια, ορφανοτροφεία, οικοτροφεία και παιδικούς σταθμούς για τις εργαζόμενες μητέρες. Επιπλέον η προσοχή εστράφη επί του προσφυγικού ζητήματος το οποίο ευρίσκετο εις οξεία φάση.
Η Ελλάς από της συστάσεώς της ως κράτος ουδέποτε είχε αξιόπιστη συγκοινωνιακή πολιτική οι βάσεις της οποίας ετέθησαν επί 4η Αυγούστου δια του Υπουργείου Συγκοινωνιών το οποίον υπό την προσωπικήν εποπτείαν του Ιωάννου Μεταξά κατήρτισε πρόγραμμα εκτελέσεως δημοσίων έργων, οδοποιίας, λιμενικών εγκαταστάσεων και εντός τριών ετών κατασκευάσθηκαν άνω των 3.000 χιλιομέτρων οδοί .Επίσης κατασκευάσθηκε ένας μεγάλος αριθμός αντιπλημμυρικών και αποστραγγιστικών έργων, υπονόμων και δημοσίων κτιρίων. Επίσης ελήφθη μια σειρά μέτρων για το προσωπικό των σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων και αυτοκινήτων. Τέλος έλαβε διάφορα μέτρα για την ανάπτυξη των εκδρομών και μείωση της τιμής των εισιτηρίων.
Εν εκ των πλέον σημαντικών επιτευγμάτων της κυβερνήσεως του Ιωάννου Μεταξά υπήρξε και η συγκοινωνιακή πολιτική. Κατ΄αρχήν ο λιγνίτης ο οποίος είναι κατ΄εξοχήν ελληνικό προϊόν αντικατέστησε τον εισαγόμενο γαιάνθρακα με τεράστιο οικονομικό όφελος. Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα ήταν η βιώσιμος εκμετάλλευσις των Σιδηροδρόμων Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ) καθόσον λόγω της αναπτύξεως των ταχυπλόων ατμόπλοιων και των λεωφορείων είχε επέλθει πλήρης μαρασμός των τραίνων τα οποία όταν το 1889 παρεδίδοντο εις χρήσιν είχαν θεωρηθεί ως κοσμοϊστορικό γεγονός. Επίσης ελήφθησαν μέτρα για την βελτίωση της κινήσεως των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ) όλα αυτά πλην του οικονομικού οφέλους είχαν και σπουδαιότητα κατά τον πόλεμο εναντίον του Άξονος.
Εκεί όμως που ο Ιωάννης Μεταξάς έθεσε στην κυριολεξία τον εαυτόν του ήταν το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ειρήσθω εν παρόδω ότι το Εθνικής ενόχλησε τη νέα κυβέρνηση και το απέκοψε!!). Λόγω των ανατρεπτικών ιδεών διαφόρων «διανοουμένων» είχε εκτραπεί η παιδεία από τις αρχές της και είχε διαβρωθεί το εθνικό φρόνημα των διδασκάλων με αποτέλεσμα να υπάρχει εκχυδαϊσμός της γλώσσας που αποτελεί την αφετηρία της μορφώσεως. Η πρώτη ενέργεια του Ιωάννου Μεταξά ήταν να ιδρυθούν πρωτότυπα δημοτικά σχολεία με εφαρμογή νέων μεθόδων εκπαιδεύσεως. Με μία άλλη διάταξη εθεσπίσθη η κατόπιν ειδικής εξετάσεως προαγωγή των δημοδιδασκάλων με αποτέλεσμα τον υγιή ανταγωνισμό τούτων. Σημειώνεται ότι εντός μιας τριετίας ιδρύθησαν 1739 δημοτικά σχολεία και διορίσθηκαν 3288 δημοδιδάσκαλοι. Η κυβέρνηση του Ιωάννου Μεταξά κατήργησε τον νόμο του Ελευθερίου Βενιζέλου περί εκλογής ανωτάτων εκπαιδευτικών συμβούλων ανά τριετία με ψηφοφορία δημοδιδασκάλων και καθηγητών με αποτέλεσμα οι διδάσκαλοι και καθηγητές να έχουν μετατραπεί σε φαύλους κομματάρχες.
Περίωπτον θέσιν στις προσπάθειες του Ιωάννου Μεταξά είχε η ελληνοπρεπής διαπαιδαγώγηση της νεολαίας σ΄ότι αφορά πνευματική μόρφωση και σωματική ανάπτυξη. Σ΄ότι αφορά την Εκκλησία ο Ιωάννης Μεταξάς ανασύνταξε τον Καταστατικό της Χάρτη και έλαβε ειδική μέριμνα για την οικονομική βελτίωση των ιερέων ενώ μερίμνησε παράλληλα για αποπεράτωση υφισταμένων και ανέγερση νέων ναών.
Σ΄ότι αφορά την Εξωτερική Πολιτική αυτή, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, διηύθυνε προσωπικώς ο ίδιος ο Πρωθυπουργός με αντικειμενικό σκοπό όπως, χωρίς να προκαλεί αντιθέσεις, να έχει φιλικές σχέσεις με όλες τις χώρες, να προετοιμάζεται για τον επερχόμενο πόλεμο που είχε προβλέψει όταν οι άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες (Τσαμπερλαίν)  στρουθοκαμιλίζοντες εθεώρουν ότι ουδέποτε θα ελάμβανε χώραν.
Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννου Μεταξά ήταν προσανατολισμένη προς την πλευρά των συμμάχων και όλα αυτά όταν ο Πλαστήρας διαμένων εις Παρισίους επεχείρησε δι΄επιστολής του να μεσολαβήσει όπως η Ελλάς να ταχθεί παρά το πλευρόν του άξονος. Αν και γερμανικής παιδείας ο Ιωάννης Μεταξάς στην εξωτερική πολιτική δεν είχε αισθήματα και ανθρώπινες αδυναμίες αλλά ως γνήσιος τεχνοκράτης διέβλεπε ότι το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να ταχθεί με το πλευρό των συμμάχων. Βεβαίως η συμβολή του ασκητικού Βασιλέως Γεωργίου του Β΄ήταν καθοριστική στον τομέα αυτό.
Ο Ιωάννης Μεταξάς από νεαράς ηλικίας ήταν γνώστης των διεθνών προβλημάτων και ενώ ως στρατιωτική ιδιοφυία δεν είχε ανάγκη αποδείξεως έμελλε η εν γένει πολιτική του σταδιοδρομία να τον κατατάξει μεταξύ των αρίστων αν όχι τον άριστο Έλληνα πολιτικό με αποκορύφωμα την θέση που έλαβε την 28 Οκτωβρίου 1940 σε συνδυασμό με τις πολιτικές κινήσεις και πολεμική προπαρασκευή της χώρας κατά την περίοδο 1936-1940.
Εκείνο βεβαίως το οποίο υπήρξε η κορωνίς της προσπάθειας του Ιωάννου Μεταξά υπήρξε το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης όπου το έργο όντως υπήρξε κολοσσιαίο. Κατ΄αρχήν το Υπουργείο αυτό ήταν υπό την άμεσον εποπτεία του Βασιλέως Γεωργίου του Β΄. Ο Ιωάννης Μεταξάς παρέλαβε τις Ένοπλες Δυνάμεις κυριολεκτικώς εν αποσυνθέσει λόγω των πολλαπλών κινημάτων της περιόδου 1922-1935 ενώ το υλικό ήταν ανεπαρκές και πεπαλαιωμένο και οι αποθήκες κενές, οχυρωματικά έργα δεν είχαν εκτελεσθεί ενώ οι συγκοινωνίες οι οποίες εξυπηρετούσαν την προς πόλεμο προπαρασκευή ήσαν κακώς οργανωμένες και το οδικό δίκτυο ήταν τελείως παραμελημένο.
Ο Στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος στο σύγγραμμά του «Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του» αναφέρει τα εξής : «…..Εις το θλιβερόν τούτο κατάντημα οδηγήθη η χώρα εκ της αδιαφορίας και της ανικανότητος κυβερνήσεων και στρατιωτικών αρχηγών ήτις έφθασεν μέχρι του σημείου ώστε ουδ΄απλή συνεννόησις μεταξύ αυτών να έχει επέλθει…..». Μνημονεύεται απλώς προς απόδειξιν της ως άνω έκθεσης του Στρατιωτικού Ακολούθου εις Βουλγαρίαν: «……Η προέλασις του Βουλγαρικού στρατού μέχρι Θεσσαλονίκης θα αποτελεί δι΄αυτόν στρατιωτικόν περίπατον….». Το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης περιελάμβανε τρία Υφυπουργεία : Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας. Κατ΄αρχήν το Υπουργείο Στρατιωτικών επεδίωξε και επέτυχε :

Σ΄ότι αφορά οχυρωματικά έργα εξετελέσθησαν αμυντικά έργα κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων η καλουμένη «Γραμμή Μεταξά». Τα έργα αυτά εσχεδιάσθησαν υπό την επίβλεψιν και τον έλεγχο του Ιωάννου Μεταξά με τοιαύτην τεχνικήν και στρατηγικήν εντέλεια ώστε να καταπλήξουν τους επιτιθέμενους κατ΄αυτών Γερμανούς. Την τελειότητα των έργων της «Γραμμής Μεταξά» περιγράφει σχετική έκθεσις των Γερμανών η οποία αναφέρει τα εξής : «…..Επιθεωρήσαμε κατ΄εντολήν του Γενικού Στρατηγείου όλας τας οχυρωματικάς γραμμάς εις την Ευρώπην, αρχίζοντες από της γραμμής Μαζινώ μέχρι της Πολωνικής αμυντικής γραμμής. Ουδαμού ευρήκαμεν οχυρωματικά έργα τόσον τελείας κατασκευής και στρατηγικής τέχνης όσον εις την Ελλάδα…..».
Σ΄ότι αφορά το πολεμικό υλικό ελήφθη μέριμνα για την συμπλήρωση και επισκευή του οπλισμού. Μια μικρή εικόνα αποτελούν οι διατιθέμενες πιστώσεις της περιόδου 1923-1928 ανερχόμενες εις 3.290.000 δρχ. ενώ από της 4ης Αυγούστου 1936 έως 28 Οκτωβρίου 1940 διετέθησαν 9.616.000 δρχ. Η κυβέρνηση του Ιωάννου Μεταξά τη εισηγήσει του Αρχιστρατήγου Αλεξάνδρου Παπάγου εισήγαγε τον θεσμό της πολιτικής και οικονομικής επιστρατεύσεως ενώ ο Μεταξάς ανέλαβε προσωπικώς την προεδρία του σχετικού συμβουλίου. Ως εκ του ως άνω θεσμού ουδείς ηλικίας κάτω των 30 ετών έτυχεν αναστολής ενώ παράλληλα εθεσπίζετο και η συμμετοχή των γυναικών κυρίως σε νοσοκομειακή περίθαλψιν. Τέλος επανήλθε η πειθαρχία στο στράτευμα η οποία είχε καταλυθεί από την πληθώρα των κινημάτων της περιόδου 1922-1935.
Σ΄ότι αφορά το Βασιλικό Ναυτικό προσετέθησαν στην δύναμη του Στόλου δύο αντιτορπιλλικά τελειοτάτου τύπου τα «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα». Επίσης προεβλέφθη η ναυπήγησις εν Ελλάδι δύο ετέρων αντιτορπιλλικών η οποία εματαιώθη λόγω του εκραγέντος Αγγλογερμανικού πολέμου. Εκεί επίσης που εδόθη βαρύτης ήταν σ΄ότι αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού. Για πρώτη φορά δε από συστάσεως του ελληνικού κράτους ιδρύθηκαν τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά καθώς επίσης και κατασκευή νεωρίου για επισκευή σκαφών 2500 τόννων.
Σημαντικό βάρος όμως εδόθη στην Παράκτια Άμυνα με την οργάνωση του ομωνύμου συστήματος προκειμένου ο πολεμικός και εμπορικός μας στόλος να καταφεύγει ασφαλώς οσάκις υπήρχε ανάγκη. Έτσι ουδείς ηδύνατο να προσεγγίσει νευραλγικά σημεία της χώρας, λιμένες, ναυτικές βάσεις, ναυτικά οχυρά κ.α. χάρις στο υπόψιν δίκτυο.
Τέλος σ΄ότι αφορά το Υφυπουργείο Αεροπορίας την 4ην Αυγούστου 1936 είχε σοβαρότατο έργο καθόσον το από του 1930 υφιστάμενο Υπουργείο Αεροπορίας είχε μηδενικό έργο λόγω ελλείψεως πιστώσεων. Με την ανάληψη της εξουσίας από την 4ην Αυγούστου ευρέθη σε λίαν δυσμενή θέσιν καθόσον :

Παρά τις ως άνω αντιξοότητες η κυβέρνηση του Ιωάννου Μεταξά επροχώρησε με δυσκολία στην εφαρμογή εφοδιασμού δύο αεροσκαφών με επιπτώσεις όμως στον χρόνο παραδόσεως μέχρι και ματαίωση λόγω του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Ανεξαρτήτως όμως τούτων η 28η Οκτωβρίου εύρεν την Ελλάδα με συγκροτημένη Αεροπορία και εκπαιδευμένου πιλότους οι οποίοι συνέβαλαν αποφασιστικώς στον νικηφόρο αγώνα.
Προφανώς είναι αδύνατον μέσα σ΄ένα άρθρο να περιγραφεί η όλη στρατιωτική και πολιτική διαδρομή του Εθνικού Κυβερνήτου Ιωάννου Μεταξά. Όσα εν τάχει ανεφέρθησαν είναι αδύνατον να φωτίσουν την προσωπικότητα του ανδρός εδώ όμως τίθεται το ερώτημα προς τι η αποσιώπηση αν όχι η απαξίωση του έργου του; Για κάθε καλόπιστο ο χρόνος είναι με το μέρος του, η ιστορία θα δείξει την εμβέλεια της προσφοράς του Ιωάννου Μεταξά στην Ελλάδα παραμερίζοντας τις μικρότητες των πολιτικών οι οποίοι μας κυβερνούν, αν μας κυβερνούν, μικρότητες οι οποίες εκπηγάζουν από την σύγκριση του Ιωάννου Μεταξά όχι μόνο για τους μεταπολεμικούς κυβερνήτες αλλά και με αυτόν τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος από το 1922 και εντεύθεν ουδέν το αξιόλογον έχει να παρουσιάσει αλλά άφησε μια Ελλάδα τελείως ανυπόληπτον. Μια σύγκριση του έργου της 4ης Αυγούστου όπως αυτό λίαν συνοπτικώς εξετέθη σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν κολακευτικό για τις μετά την 4ην Αυγούστου κυβερνήσεις. Τίθεται ένα απλούν ερώτημα δια τους συκοφάντες της 4ης Αυγούστου. Τι θα συνέβαινε με τα πολιτικά δρώμενα μεταξύ 1936-1940 εάν δεν είχε επιστρέψει ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β΄και δεν είχαν αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας οι στιβαρές χείρες του Ιωάννου Μεταξά με Κονδύλη, Πάγκαλο, κινηματίες, φαύλους πολιτικούς και τον Βενιζέλο νεκρόν; Μια λογική απάντηση είναι δεν θα υπήρχε το ΟΧΙ που είτε θέλουν είτε δεν θέλουν διάφοροι κύκλοι το είπε με ηχηρό τρόπο ο Ιωάννης Μεταξάς ο οποίος είχε στρέψει και αναβαθμίσει ο ηθικό και το φρόνημα του λαού ώστε να ταυτισθεί με την γραμμή πλεύσεως του Βασιλέως Γεωργίου και του ιδίου καθόσον είχε την διορατικότητα να προβλέψει νίκη των συμμάχων αυτός ο Γερμανοτραφής! Έτσι λοιπόν οι διάφοροι κυβερνήτες μας φροντίζουν εδώ και εξήντα χρόνια να σβήσουν από την μνήμη των Ελλήνων την ιστορία με χαρακτηρισμούς όπως φασίστας, δικτάτωρ κ.α. αφαιρώντας παράλληλα τις λίγες ονομασίες πλατειών και οδών που είχαν αποτισθεί ως φόρος τιμής στον Εθνικό Κυβερνήτη ενώ παράλληλα τιμάται με άγαλμα η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Βελουχιώτη. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν σε μία χώρα με κατ΄επίφασιν αριστερή συνείδηση στην πλειονότητα των κατοίκων της με προοδευτικές ιδέες και θέσεις αλλά όμως σ΄ότι αφορά την τοποθέτησή τους περί τα οικονομικά σε προσωπικό και μόνο επίπεδο είναι επικινδύνως δεξιάς με μαύρο χρήμα, φοροκλοπή, εκμετάλλευση εργασίας και ανθρώπινης υπόστασης πράγματα που προσπάθησε και «έβγαλε» κυριολεκτικά από τον Έλληνα ο μπάρμπα Γιάννης.
Το αν ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξεν ή όχι Εθνικός Κυβερνήτης επαφίεται στο χρόνο καθώς και στην ευθυκρισία του καθενός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.         «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Σπύρου Μαρκεζίνη
2.         Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ»
3.         «Επιμορφωτική Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια», Εκδόσεις «ΦΑΡΟΣ»
4.         «Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος», Νίκου Αντωνακέα
5.         «Ιωάννης Μεταξάς» http:// el.wikipedia.org
6.         «Γεώργιος ο Β΄. Ο Άνθρωπος, ο Έλλην, ο Βασιλεύς», Εκδόσεις «ΚΟΡΝΑΡΟΥ»