προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

«Αναζητώντας την Αλήθεια στις Πληγές που Άνοιξε ο Κατοχικός Εμφύλιος –
Χρονικό 1940-1945»

 

            Ο τίτλος ανήκει στο βιβλίο του Αντιστρατήγου ε.α. κ. Τζουβαλά Γεωργίου. Είναι το δεύτερο πόνημά του μετά το «Ύψωμα 731», και έχει και αυτό προσφερθεί δωρεάν στη βιβλιοθήκη της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ. Είναι βιωματική αφήγηση της ζωής στην ελληνική επαρχία στην προπολεμική εποχή, αλλά κυρίως στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της διχασμένης εθνικής αντίστασης, της οποίας οι υπό κομμουνιστικήν επήρεια ομάδες απέβλεπαν στην εξόντωση των αντιπάλων, στην πανελλαδική επικράτηση, στην κατάληψη της εξουσίας μετά την αποχώρηση του κατακτητή και στην ένταξη της χώρας στο «σιδηρούν παραπέτασμα». Αυτής της περιόδου τα πρωτοπαλήκαρα, χωρίς να πτοηθούν και δίχως να παραδώσουν  τα όπλα, οργάνωσαν και διεξήγαγον τον ανταρτοπόλεμο του 1946-49. Ένας πόλεμος που έφερε την πατρίδα στο χείλος του κρημνού, τον οποίον απέφυγε χάρις στην αυτοθυσία και τον ηρωϊσμό των στρατευμένων τέκνων της, δηλαδή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, οι οποίες, υπακούοντας στις προσταγές των εθνικών κυβερνήσεων, κατετρόπωσαν τους ξενόδουλους συμμορίτες, κατά τη διάρκεια ενός τρίχρονου, σκληρού και αιματηρού αγώνα, ο οποίος έληξε στις κορυφές του Γράμμου την 29ην Αυγούστου του 1949, ενώ εστοίχησε στη χώρα σε ζημίες και απώλειες, περισσότερες από όσες επέφερε ο προηγηθείς παγκόσμιος πόλεμος. Μεγαλύτερες όμως ήταν οι απώλειες σε κύρος, υπόληψη και ισχύ της χώρας στη διεκδίκηση και υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων στο τραπέζι των μεγάλων συμμάχων της Ελλάδος μετά τη λήξη του πολέμου. Η σημαντική αυτή νίκη εορτάζεται κατ΄έτος στις κορυφές του Γράμμου και του Βιτσίου από ομάδες συλλόγων και ενώσεων αποστράτων αξιωματικών.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, στο πρώτο που αναφέρεται στην προπολεμική περίοδο, στο δεύτερο στην κατοχική περίοδο και στο τρίτο στην περίοδο της διχασμένης εθνικής αντίστασης.
Τόπος όπου διαδραματίζονται τα ιστορούμενα γεγονότα η γενέτειρα γη του συγγραφέα, το χωριό Βουνό της Τεγέας και της ευρύτερης περιοχής της Αρκαδίας, στο οποίο οι συνθήκες σε τίποτε δεν ήταν διαφορετικές  από την υπόλοιπη ελληνική επικράτεια.
Κεντρικοί ήρωες της πλοκής του πονήματος, που λαμβάνει τη μορφή δράματος, τα μέλη της πολύτεκνης ελληνικής οικογένειας, η γιαγιά, οι γονείς, τα παιδιά, ο έφηβος τότε συγγραφέας, αφανής και σεμνός όπως η τάξη επιβάλλει, οι συγχωριανοί μέσα στα γεγονότα και στο περιβάλλον των αντιξοοτήτων και δυσχερειών της ελληνικής προπολεμικής εποχής, των εκστρατειών της μεγάλης Ελλάδος και της κατοχικής αγροτικής ζωής. Της αγροτιάς που  προσέφερε στην εθνική δεξαμενή το υγιέστερο, αξιώτερο και πλέον υψηλόφρονο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο εδημιούργησε την σύγχρονη Ελλάδα και ενίσχυσε τον όπου γης ελληνισμό.
Μέσα από την αφήγηση του συγγραφέα προβάλλουν οι αρετές, το υψηλό φρόνημα, τα ιδανικά αλλά και τα παράπονα αυτού του λαού, στα πρόσωπα του αποδήμου θείου και του στρατιώτου-αιχμαλώτου πατέρα στη μικρασιατική εκστρατεία.
Ο θείος, απόδημος της Αμερικής, επέστρεψε στην πατρίδα να πολεμήσει το 1913 και λέει στη μάνα του : «Μάνα είμαστε πέντε αδέλφια και τρεις αδελφές ˙ αν σκοτωθεί και ένας δια την πατρίδα, θα μείνουν οι άλλοι».
Ο πατέρας Ματθαίος, υπερηφανευόμενος μονολογεί: «Επήγα στρατιώτης καίτοι ήμουν προστάτης και νεώτερης κλάσης» και πικραμένος : «Μας πρόδωσαν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι….. Εμάς οι Γάλλοι μας παρέδωσαν στους Τούρκους και όπως είμαστε σ΄ένα συρματοπλεγμένο στρατόπεδο μπήκαν και μας έσφαξαν στην αράδα…..». Οι μεγάλοι προχωρούν πάντοτε στην κατεύθυνση του ανέμου που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, στα οποία δεν χωρούν κοινές αρχές, αξίες, ιδανικά και αγώνες. Οι Τούρκοι οι ίδιοι αμετακίνητοι, από της εμφανίσεώς τους στον πολιτισμένο κόσμο, στην εφαρμογή της αρχής «φωτιά και λεπίδι κατά των αλλοπίστων». Ως επιβεβαίωση έρχεται η αποκάλυψη αυτών των ημερών δια την εν ψυχρώ εκτέλεση των Κυπρίων στρατιωτών αιχμαλώτων, στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974, στη μαρτυρική, ελληνική μεγαλόνησο, Κύπρο.
Σ΄όλο το βάθος και πλάτος της αφήγησης εντυπωσιάζουν οι σημαίνοντες ρόλοι της γυναίκας ως γιαγιάς, ως μάνας και συζύγου στη σύσταση, διατροφή, διαπαιδαγώγηση και οικονομία της ελληνικής, αγροτικής οικογενείας, εκείνων των εποχών. Ιδανικές, αγαπητικές και σεβαστικές οι σχέσεις πεθεράς-νύφης εφάμιλλες της μάνας και θυγατέρας, στο πνεύμα εκείνης της εποχής.
Η γιαγιά Μήσταινα, ψημένη από τα βάσανα της ζωής και χήρα, παλεύει στο αφιλόξενο αγροτικό περιβάλλον δια να μεγαλώσει και αποκαταστήσει τα δικά της παιδιά, αλλά και «…… Μετά τον πρωϊνό τραχανά ή γάλα ή τσάϊ του βουνού και ψωμοτύρι, όλοι ξεκινούσαν για τις δουλειές τους. Τα δύο μεγάλα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο, ενώ τα δύο μικρότερα θα έμεναν στο σπίτι με τη γιαγιά. Αυτή θα επιλαμβανόταν να τους φτιάξει το φαγητό και το μεσημέρι να ταΐσει τον μικρό Παναγιώτη….». Και αργότερα όταν ο μικρός Παναγιώτης πέθανε όπως και ο συνώνυμος υιός της Πάνος προ πολλών ετών « ο καημός δια τη γριά Μήσταινα δεν ήταν μικρότερος. Του παιδιού της το παιδί ήταν δύο φορές παιδί γι΄αυτήν».
Η σύζυγος Μαθαίνα σε ρόλους συμβολής στην αγροτική οικονομία και στην ανατροφή, ως πολύτεκνης μάνας, των παιδιών της. «….δούλευε και αυτή σκληρά για να μεγαλώσει τα παιδιά της…… Είχε περισσότερες γνώσεις αυτή από τον άνδρα της το Ματθαίο στον τομέα της κτηνοτροφίας. Είχε φτιάξει φάρμα…… Τα ζωντανά όπως αποκαλούσαν συλλήβδην πρόβατα, κατσίκες, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, σκυλιά, γάτες και όρνιθες χρειάζονταν φροντίδα ανθρώπου….. Ο ζευγολάτης όμως Ματθαίος χρειαζόταν και τη Μαθαίνα να σπέρνει πίσω τους σπόρους, ακολουθώντας τον κατά πόδας».
Και στο μεγάλωμα των παιδιών «……Με τη νάκα τα κουβαλούσε η Μαθαίνα στις αγροτικές εργασίες και στη βόσκηση των προβάτων…….Την κρεμούσε στον ίσκιο δένδρου όταν έπρεπε να μετάσχει σε χειρωνακτική εργασία ή να ξεκουραστεί…….Με το γάλα της μάνας μεγάλωναν τα παιδιά εκείνα τα χρόνια μέχρι που να χρονίσουν».
Τα παιδιά «Βοηθούσαν όσο μπορούσαν τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογενείας να μεγαλώσουν τα μικρότερα. Χαρά στη μάνα που το πρώτο της παιδί ήταν κορίτσι……Πάσχιζαν όλα τα μέλη της οικογενείας, μικροί και μεγάλοι, να αυξήσουν το βιός, για να χορτάσουν τα συνήθως άδεια στομάχια τους».
Ο πατέρας Ματθαίος, μέσα από την εναλλαγή συμπληρωματικών του αγρότη επαγγελμάτων, είχε ως μοναδική φροντίδα τη διατροφή της οικογενείας και τη σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών του. «Παρ΄όλες τις αντιξοότητες ο Ματθαίος, όπως και οι περισσότεροι χωρικοί έσπρωχναν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα για να απαλλαγούν από το μαρτύριο της λάσπης, της διαρκούς ξυπολησιάς και της λιμοκτονίας…..».
Σ΄αυτή την περίοδο έχουν τις ρίζες τους η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η μετανάστευση, η αστικοποίηση και η δημογραφική συρρίκνωση της σύγχρονης Ελλάδος. Κατάσταση που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην κρατική ανικανότητα, στην αδιαφορία και στην προχειρότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων μείζονος εθνικής σημασίας.
Οι ανθρώπινες σχέσεις στη μικρή κοινωνία των χωρικών, καταγράφονται με τρόπο αξιοζήλευτο : «Η πάλη ήταν σκληρή γιατί οι κάτοικοι των χωριών μας μοιραζόνταν σε γεωργούς και κτηνοτρόφους ή και σε γεωργοκτηνοτρόφους. Οι τελευταίοι δοκίμαζαν τον ανταγωνισμό μέσα στο ίδιο το σπιτικό τους…… Οι γεωργοί ήθελαν απαραβίαστα τα όρια των χωραφιών που έσπερναν. Οι βοσκοί ήθελαν πεδία ελεύθερα να βόσκουν τα πρόβατα…..».
Μέσα από την ανατομία της αγροτικής ζωής ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τα αίτια και τις αφορμές που οδήγησαν στον κατοχικό «εμφύλιο πόλεμο», όπως τον ονομάζει, έναν πόλεμο που άνοιξε πληγές οι οποίες αντί να επουλωθούν στα δύο πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδος, πυορρόησαν και βάθυναν τόσο ώστε κάποια στιγμή αγιάτρευτες όπως ήταν να μολύνουν και γαγγραινοποιήσουν τον κορμό του έθνους τα επόμενα χρόνια.
Και τώρα ας ακολουθήσουμε τον συγγραφέα στην αναζήτηση της αλήθειας, των αιτίων και αφορμών των πληγών της περιόδου 1940-45 και κυρίως στο δεύτερο ήμισυ αυτής, της διχασμένης εθνικής αντίστασης. «Ένα καθεστώς τρόμου επλανάτο στην περιοχή. Οι δολοφονίες αντιδραστικών, όπως αποκαλούσαν οι λαϊκοί επίτροποι κάθε άνθρωπο που δεν υποτασσόταν σ΄αυτούς, η σύλληψη αξιωματικών και συγγενών τους, ο εξαναγκασμός συνεισφοράς αγαθών, εδημιούργησε ένα κλίμα φοβίας, δυσπιστίας, καχυποψίας και προβληματισμού μεταξύ των κατοίκων της υπαίθρου…..Δεν άκουγες ποτέ από τους διαφωτιστές του ΕΑΜ για τρόπους και μεθόδους αποτινάξεως του ξένου ζυγού, αλλά για το πώς θα εξοντωθεί η ελληνική πλουτοκρατία και θα εγκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία……Κατηγορίες για τους αξιωματικούς ότι ήταν γερμανόφιλοι και δεν πολέμησαν…..Μια γεύση της «λαϊκής δημοκρατίας» έπαιρνε ο κόσμος από τη συμπεριφορά, την έπαρση και αναλγησία των διαφωτιστών του κάθε Κριτία και της κάθε Φαίδρας. Αυτή την αντίσταση και αυτούς τους αντιστασιακούς γνωρίσαμε εμείς τότε στα χωριά μας. Δεν γνωρίσαμε κανένα απ΄αυτούς να στρέψει το όπλο του εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατακτητών…..» και ακόμη στη συνέχεια :
«Το ΚΚΕ και οι εξαρτώμενες απ΄αυτό οργανώσεις καμία μάχη δεν έδωσαν δια να απελευθερώσουν μια πόλη της Ελλάδος…..Απλά έσπευδαν να τις καταλάβουν και να πανηγυρίσουν την «απελευθέρωσή τους», όταν οι κατακτητές είχαν αποχωρήσει, υποστέλλοντες μετά τιμών τη σημαία τους….Ένα τέτοιο είδος «απελευθέρωσης» δοκίμασε η Καλαμάτα, ο Μελιγαλάς, οι Γαργαλιάνοι, το ηρωϊκό Βαλτέτσι, ο Αχλαδόκαμπος, όπου τον Γερμανό κατακτητή αντικατέστησε το αντάρτικο του Βελουχιώτη, για να θρηνήσουν οι κάτοικοι πολλαπλάσια θύματα, απ΄όσα κατά την Ιταλογερμανική κατοχή»
Για το γυρολόγο που τον εφόνευσαν, γιατί αυτός και ο αδελφός του, μόνιμος αξιωματικός, δεν προσεχώρησαν στο ΕΑΜ αλλά στην οργάνωση «Ελληνικός Στρατός»,  και τον πέταξαν ημιθανή στην καταβόθρα της Σπηλιάς της λίμνης Τάκα, ο πρόεδρος του λαϊκού δικαστηρίου διηγείται μετά από πενήντα χρόνια στον συγγραφέα : «……Προτού καλά-καλά καταλάβω τι έγινε, μου δίνουν εντολή να συγκαλέσω το μεσημέρι της Κυριακής, καλοκαίρι του 1943, το λαϊκό δικαστήριο. Μου φέρνουν να δικάσω έναν γυρολόγο, που τον κατηγορούσαν για μαυραγορίτη. Πριν ρωτήσουμε τον άνθρωπο για το πώς και γιατί, μου λέγει ο λαϊκός επίτροπος, ένας ξενόφερτος που έκανε τον διαφωτιστή στο χωριό, «θάνατος»…..Θάνατος, θάνατος, ο κόσμος πεθαίνει, άλλοι αγωνίζονται και αυτός ρουφάει το αίμα των φτωχών ανθρώπων…… Δεν τον ρωτήσαμε τι έκανε, ούτε ήλθε κανένας μάρτυρας να τον κατηγορήσει…..Δίκαια, άδικα τον καταδικάσαμε. Τον σκότωσαν και τον έρριξαν στου Φραγκού την τρύπα. Είχε γίνει φθηνή η ζωή των ανθρώπων…….». Αυτοί ήταν οι λαϊκοί δικαστές, έτσι λαμβάνονταν οι αποφάσεις και λειτουργούσαν τα λαϊκά δικαστήρια της κομμουνιστικής αντίστασης.
Ανταρτόπληκτοι πλέον, κυνηγημένοι από τους ΕΑΜίτες αρχικά στην Τρίπολη και στη συνέχεια στη μακρινή Αθήνα, ο πατέρας Ματθαίος και τα μεγαλύτερα παιδιά, εργαζόμενα ως μικροπωλητές δια να ζήσουν «πληροφορήθηκαν, το πρωί της 20ής Μαΐου 1944, ότι την προηγουμένη νύκτα όλα τα μέλη της οικογενείας τους συνελήφθησαν από τον ΕΛΑΣ και οδηγήθηκαν προς άγνωστη κατεύθυνση, όλα τα υπάρχοντά τους αφαιρέθηκαν και τα σπίτια τους παραδόθηκαν στην πυρά».
Ο συγγραφέας συμπεραίνει «……Ενώ επλησίαζε η απελευθέρωση της Ελλάδος ο αριθμός των στρατοπέδων αυξανόταν. Λαϊκοί δικαστές και λαϊκά δικαστήρια, πολιτικοί υπεύθυνοι, στρατιωτικός υπεύθυνος, υπεύθυνος επιμελητείας, ξεφύτρωναν σε κάθε κοινότητα και άπλωναν τα δίκτυα μιας δηλητηριασμένης αράχνης που επόπτευε τη δράση και το φρόνημα των αγροτών και ποιμένων κατά ασφυκτικό τρόπο. Με την πιστόλα στο τραπέζι συνεκροτούντο οι οργανώσεις. Εγκαθίστατο ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο προέβαλε τις αξίες της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας με τις οποίες όμως δεν είχε καμία σχέση…..Οι νοικοκυραίοι που εννοούσαν να διαφεντεύουν τα του οίκου τους και δεν έστεργαν να αποδεχθούν τα καινοφανή συστήματα ασφυκτικού ελέγχου της ζωής τους, εχαρακτηρίζοντο αντιδραστικοί, φασίστες, αστικοτσιφλικάδες ή όργανα του εχθρού, κατά περίπτωση…..Το λεπίδι του φονιά δούλεψε ασταμάτητα ως το Δεκέμβρη του 1944».
Να πως περιγράφει ο συγγραφέας την επίσκεψη του σπιτιού του το Μάϊο του 1945, εικόνα δείγμα της ελληνικής υπαίθρου : «…..Ξεκίνησα μόνος μου μια Κυριακή και πήγα στο χωριό μου. Η σκύλα μας η Μούργα έτρεξε και με προϋπάντησε….. Οι τέσσερες τοίχοι του σπιτιού με τις πόρτες ορθάνοιχτες στέκονταν όρθιοι. Τα στεφάνια από το βαγένι πλάϊ στη στέρνα κάτω από το υπόγειο έχασκαν όρθια….». Και στη συνέχεια αναλογιέται : «Ο πόλεμος που είχε τελειώσει και ο κατοχικός εμφύλιος μας άφησαν στάχτες και αποκαΐδια και ουρανούς αξεστέρωτους στον ορίζοντα. Βρεθήκαμε καταμεσίς μιας ανθρώπινης ζούγκλας. Είχαμε και άλλα βάσανα να περάσουμε. Βάσανα για όλη την Ελλάδα ως τον Αύγουστο του 1949. Το κομμουνιστικό κόμμα και η διεθνής καθοδήγησίς του δεν είχαν παραιτηθεί από τα σχέδιά τους. Απέμεινε ακόμη ένα αιματοκύλισμα για την πατρίδα μας. Τον επίλογο έγραψε ο Τάκης (Φιλάρετος) Λαζαρίδης «Ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι»».
Αυτά, τα ολίγα, αποτελούν δείγμα της βιωματικής αφήγησης και της κριτικής του συγγραφέα για την σκοπουμένη περίοδο στην ελληνική επαρχία, σε μια γλώσσα μεικτή, με πλούσιο λεξιλόγιο, ακριβή καταχώρηση των συμβάντων, αποδοτική στην περιγραφή των γεγονότων, ρέουσα και ευχάριστη στην ανάγνωση των διακοσίων τριάντα σελίδων, αφιερωμένων στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, που δεν είναι άλλη από αυτή που στις παραπάνω αποσπασματικές παραγράφους του πονήματος, εκτίθεται.
Αυτή την αλήθεια έχουν χρέος όλοι όσοι την έζησαν να την καταγράψουν, ώστε ο ιστορικός του μέλλοντος να καταλήξει σε ορθά και σωστά συμπεράσματα δια τα γεγονότα της ταραγμένης εκείνης εμφυλιοπολεμικής περιόδου.
Ο Στρατηγός Τζουβαλάς, ιστοριοδίφης, παραμένει και στο συγγραφικό του έργο ρεαλιστής, ερευνητής σχολαστικός, υπηρέτης του καθήκοντος, της προσφοράς και του χρέους προς την πατρίδα. Είθε το έργο του να εύρη μιμητές.