προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

  ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑΣ

Υπό Αντιναύαρχο ε.α. Δρ. Στυλιανό Χαρ. Πολίτη

Γενικά περί υφαλοκρηπίδας

Μέχρι τα μέσα του αιώνα μας κυριαρχούσαν δύο θεωρίες για το νομικό καθεστώς της υφαλοκρηπίδας. Με τη μία θεωρία υποστηριζόταν η άποψη ότι η επιφάνεια του βυθού έξω από τη χωρική θάλασσα έχει το ίδιο ακριβώς νομικό καθεστώς με την ανοικτή θάλασσα . H άλλη θεωρία υποστήριζε την άποψη ότι ο θαλάσσιος βυθός και το υπέδαφος του είναι  res nullious . Οι οπαδοί της πρώτης θεωρίας ισχυρίσθηκαν ότι ο βυθός της ανοικτής θάλασσας  είναι res communis usus και γι’ αυτό, όλα τα κράτη έχουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα, ενώ οι οπαδοί της δεύτερης θεωρίας υποστήριζαν ότι ο βυθός αυτός είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να καταληφθεί χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση άλλων κρατών, αρκεί η κατάληψη αυτή να μην παρεμποδίζει με κανένα τρόπο τις παραδοσιακές ελευθερίες της ανοικτής θάλασσας.

            Η πρώτη εμφάνιση της ιδέας των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παρακτίου κράτους στην υφαλοκρηπίδα του εδάφους του ήταν στις  26 Φεβρουαρίου 1942 όταν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Βενεζουέλα εσύναψαν τη Συνθήκη για τις υποθαλάσσιες περιοχές του κόλπου Παρία . Η Συνθήκη αυτή στην πράξη μοίρασε σε δύο κράτη τον πλούσιο σε κοιτάσματα βυθό του κόλπου Παρία, χωρίς να μπορέσει όμως να συμβάλει στην ενίσχυση της απόψεως πως ο διακανονισμός ήταν έγκυρος erga omnes σύμφωνα με το συμβατικό δίκαιο. Ο  Sir Gerald Fitzmaurice, που ήταν τότε νομικός σύμβουλος του Foreign Office, το σημείωσε αυτό σε υπόμνημα του όπου παρατήρησε προφητικά ότι με το πέρασμα του χρόνου, τα επιχειρήματα της Μεγάλης Βρετανίας θα αποκτήσουν διεθνές κύρος και θα θεωρηθούν κεκτημένα και κατευθυντήρια για το διεθνές δίκαιο,  δικαιώματα . Το κρίσιμο και αποφασιστικό γεγονός για τη διαμόρφωση της θεωρίας της υφαλοκρηπίδας ήταν η Διακήρυξη του Τρούμαν στις 28 Σεπτεμβρίου 1945 , η οποία χωρίς να θίγει τις παραδοσιακές ελευθερίες της ανοικτής θάλασσας, αφορούσε μόνο «jurisdiction and control», δηλαδή δικαιοδοσία και έλεγχο, για τις πηγές της Αμερικανικής υφαλοκρηπίδας, και όχι κυριαρχία πάνω σ’ αυτή. Η διακήρυξη αυτή ήταν μεγάλης πολιτικής σπουδαιότητας γιατί προερχόταν από τον Πρόεδρο ενός σημαντικού παρακτίου κράτους. Για το λόγο  αυτό έθεσε το περίγραμμα της μεταγενέστερης θεωρίας και πρακτικής σχετικά με την εκμετάλλευση των πηγών  της ηπειρωτικής και της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας. Πράγματι, αργότερα στην υπόθεση οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας, το Διεθνές Δικαστήριο σημείωσε ότι η Διακήρυξη του Προέδρου Τρούμαν αποτελεί αφετηρία του θετικού δικαίου . Η Διακήρυξη του Τρούμαν ακολουθήθηκε από παρόμοιες  δηλώσεις ή νομοθεσίες με μονομερείς διεκδικήσεις , και λειτούργησε σαν καταλύτης για περισσότερο επεκτατικές διεκδικήσεις των Λατινοαμερικανικών κρατών .
Τον Απρίλιο του 1949 στο πέμπτο meeting της, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου συμπεριέλαβε στην ατζέντα της το ζήτημα του καθεστώτος της ανοικτής θάλασσας . Μεταξύ των κυριοτέρων θεμάτων που ελήφθησαν υπόψη  ήταν και η νομική κατάσταση της υφαλοκρηπίδας και της θάλασσας που βρίσκεται πάνω από αυτή. Η δημόσια συζήτηση της Επιτροπής έδειξε ότι υπήρχαν αποκλίνουσες τάσεις σχετικά με το τι μπορεί να θεωρηθεί υφαλοκρηπίδα, με το ποιο μπορεί να είναι το εξωτερικό της όριο, για τη φύση και το σκοπό των δικαιωμάτων των παρακτίων κρατών σε αυτή την περιοχή. Γενικά, αυτή η δημόσια συζήτηση αντικατόπτρισε την αοριστία που περιέβαλε στις αρχικές της φάσεις η θεωρία της υφαλοκρηπίδας. Παρά τις αποκλίνουσες τάσεις όμως η Επιτροπή μπόρεσε να υποβάλλει ένα draft articles για την υφαλοκρηπίδα στη Γενική Συνέλευση . Αυτό ήταν η βάση των διαπραγματεύσεων στην πρώτη Διάσκεψη για το δίκαιο της θάλασσας που έγινε στη Γενεύη . Το Σχέδιο της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου υποστήριζε «κυριαρχικά δικαιώματα» για τα παράκτια κράτη και εισήγαγε για το εξωτερικό όριο δύο κριτήρια: ένα σταθερό το βάθος των 200 μέτρων και ένα μη σταθερό, το κριτήριο της δυνατότητας για εκμετάλλευση.

            Το αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν να ενσωματωθεί στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα ένα σημαντικό μέρος από την εισήγηση της Επιτροπής. Στη συνέχεια το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε την εθιμική υπόσταση των άρθρων 1, 2 και 3  της Σύμβασης της Γενεύης του 1958, αφού σε απόφαση του για την περίπτωση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας θεωρεί ότι αυτά «αντικατοπτρίζουν ή αποκρυσταλλώνουν αποδεκτούς ή τουλάχιστον αναφαινόμενους κανόνες διεθνούς δικαίου ».

            Από τη γέννησή του το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας ήταν άμεσα συνδεδεμένο με αποκλειστικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους. Στη Σύμβαση για τον κόλπο Πάρια συναντάμε τη φράση «κεκτημένα νόμιμα δικαιώματα όσον αφορά τον έλεγχο και την κυριαρχία» που αναφέρεται στο παράκτιο κράτος, και στη διακήρυξη  του Τρούμαν  συναντάμε στην  τέταρτη παράγραφο  την  επισήμανση: «Η
υφαλοκρηπίδα πρέπει να θεωρείται σαν προέκταση της χερσαίας μάζας του παράκτιου έθνους και γι’ αυτό ανήκει σε αυτό εκ φύσεως». Επίσης, η πρακτική των κρατών σε όλη της την έκταση στον τομέα αυτό ήταν αρνητική όσον αφορά δικαιώματα άλλων κρατών . Με την υπόθεση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας εξαφανίστηκε κάθε αμφιβολία για την αποκλειστικότητα των παρακτίων κρατών σε δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα.  Αν και η διαφορά στην υπόθεση αυτή αφορούσε οριοθέτηση το Διεθνές Δικαστήριο έδωσε έμφαση στη σπουδαιότητα του δεσμού μεταξύ των παρακτίων περιοχών και της υφαλοκρηπίδας. Σύμφωνα με την κρίση της πλειοψηφίας ο βασικότερο θεμελιώδης κανόνας για την υφαλοκρηπίδα είναι ότι τα δικαιώματα του παρακτίου κράτους:

«Υπάρχουν ipso facto και ab initio, απ’ αυτό τούτο το γεγονός της κυριαρχίας του στην ξηρά, και σαν μία προέκταση αυτής για να κάνει χρήση κυριαρχικών δικαιωμάτων με σκοπό την εξερεύνηση του βυθού και την εκμετάλλευση των φυσικών πηγών του ».

Το Δικαστήριο υπογράμμισε πως τα δικαιώματα αυτά είναι «συμφυή» και «αποκλειστικά» και αυτό σημαίνει πως:

«Αν το παράκτιο κράτος δεν αποφασίζει να εξερευνήσει ή να εκμεταλλευτεί τις περιοχές της υφαλοκρηπίδας που του ανήκουν … κανείς άλλος δεν μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα χωρίς τη ρητά εκφρασμένη συναίνεσή του» .

            Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα  χρησιμοποιείται ο όρος υφαλοκρηπίδα για να δηλώσει:

α.       Το βυθό της θάλασσας και το υπέδαφος των θαλασσίων περιοχών των παρακειμένων στις ακτές, αλλά ευρισκομένων εκτός αιγιαλίτιδας ζώνης, μέχρι το βάθος 200 μέτρων, ή και πέρα απ’ αυτό το όριο μέχρι το σημείο όπου το βάθος των υπερκειμένων υδάτων επιτρέπει την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων των εν λόγω περιοχών.

β.       Το βυθό της θάλασσας και το υπέδαφος των αντιστοίχων υποθαλάσσιων περιοχών οι οποίες συνέχονται προς τις ακτές των νήσων.

            Τον ορισμό του νησιού μας τον έδωσε αρχικά η Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για τη χωρική θάλασσα και τη συνορεύουσα ζώνη. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 αυτής της Σύμβασης:

«Νήσος είναι μία φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και ευρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά τη μεγίστη πλημμυρίδα .»

            Το άρθρο 2 της Σύμβασης για την υφαλοκρηπίδα καθορίζει inter alia ότι «τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα είναι ανεξάρτητα της πραγματικής ή πλασματικής κατοχής καθώς επίσης και κάθε ρητής διακήρυξης» και υπογραμμίζει ότι «τα κυριαρχικά δικαιώματα» του παράκτιου κράτους «είναι αποκλειστικά υπό την έννοια ότι, εάν το παράκτιο κράτος δεν εξερευνά την υφαλοκρηπίδα ή δεν εκμεταλλεύεται τους φυσικούς της πόρους, κανένας δεν μπορεί να αναλάβει τέτοιες δραστηριότητες, ούτε να αξιώσει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα χωρίς τη ρητή συναίνεση του παράκτιου κράτους».

            Με τη νέα Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας εισάγονται δύο νέα κριτήρια που παραμερίζουν τα παλιά. Το ένα είναι το κριτήριο της αποστάσεως και όχι του βάθους, ενώ το άλλο είναι το γεωλογικό που παραμερίζει το κριτήριο της δυνατότητας για εκμετάλλευση. Το άρθρο 76 δίνει τον παρακάτω ορισμό με τις ακόλουθες επεξηγήσεις:

«1.     Η υφαλοκρηπίδα ενός παράκτιου κράτους αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του που εκτείνεται πέρα της χωρικής του θάλασσας καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης του χερσαίου του εδάφους μέχρι του εξωτερικού ορίου του υφαλοπλαισίου ή σε μία απόσταση 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσεις από τις οποίες μετράται το πλάτος της χωρικής θάλασσας όπου το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου δεν εκτείνεται μέχρι αυτή την απόσταση».

 

Η νέα Σύμβαση αναφέρεται και στα νησιά στο άρθρο 121 όπου:

α. Επαναλαμβάνει για τα νησιά τον παλιό ορισμό του άρθρου 10 της Σύμβασης της Γενεύης με τα ίδια ακριβώς λόγια,
β. Εξομοιώνει τα νησιά με την ηπειρωτική ξηρά σε ό,τι αφορά τη χωρική θάλασσα, τη συνορεύουσα ζώνη, την αποκλειστική οικονομική ζώνη και την υφαλοκρηπίδα,
γ. Θέτει ένα περιορισμό  ο οποίος αναφέρεται μόνο σε βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή. Οι βράχοι αυτοί δεν μπορούν να έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.

Όσον αφορά τέλος την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας το άρθρο 6 της Σύμβασης της Γενεύης ακολουθεί τον κανόνα της ίσης απόστασης. Η νέα Σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας όμως δεν δέχεται αυτόν τον κανόνα και ορίζει ότι:

 

Άρθρο 83
Οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με έναντι
ή προσκείμενες ακτές

  1. Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές θα πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το διεθνές δίκαιο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου προκειμένου να επιτευχθεί μία δίκαιη λύση.
  2. Αν η συμφωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί, μέσα σε εύλογο χρονικό πλαίσιο, τα ενδιαφερόμενα κράτη θα προσφεύγουν στις διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος ΧV.
  3. ….

Οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος XV είναι για επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα.

Η Ελληνοτουρκική «διαφορά» για την υφαλοκρηπίδα

            Τον Νοέμβριο του 1973 η Τουρκία «παρεχώρησε» σε κρατική της εταιρία πετρελαιοειδών το δικαίωμα εξερεύνησης του βυθού στο βορειοδυτικό Αιγαίο. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε. Η διαμαρτυρία της όμως δεν ελήφθη υπόψη και η Τουρκία συνέχισε στις 18 Ιουλίου 1973, δύο μέρες πριν την εισβολή στην Κύπρο με μια νέα «παραχώρηση» στην ίδια εταιρία. Η νέα περιοχή ήταν στο νοτιοανατολικό Αιγαίο .

            Η Ελληνική Κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε και πάλι ζητώντας παράλληλα τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή της υπόθεσης στο Διεθνές Δικαστήριο . Στις 31 Μαΐου του 1975 συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες οι Πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας κ.κ. Καραμανλής και Ντεμιρέλ. Την συνάντηση αυτή ακολούθησε κοινό ανακοινωθέν για παραπομπή της υπόθεσης σε Διεθνές Δικαστήριο. Δυστυχώς όμως η Τουρκία με διακοίνωση της στις 18 Νοεμβρίου 1975 πρότεινε διαπραγματεύσεις για να επιτευχθεί μια συμφωνία διακανονισμού της «διαφοράς». Ταυτόχρονα άρχισαν προκλητικές δηλώσεις από την Τουρκική πλευρά για εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας σε όλες τις περιοχές του Αιγαίου.

            Κατά την Τουρκική «άποψη» τα  Ελληνικά νησιά που βρίσκονται κοντά στα Μικρασιατικά παράλια δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα. Για αυτό το λόγο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα πρέπει να γίνει με βάση τις ηπειρωτικές ακτές χωρίς να ληφθούν υπόψη τα νησιά. Τον παράλογο ισχυρισμό της η Τουρκία προσπάθησε να τον στηρίξει στο γεγονός ότι αυτή δεν είναι μέρος στην Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα και γι’ αυτό το λόγο δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις της, σύμφωνα με την οποία τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα . Ο ισχυρισμός της Τουρκίας είναι αβάσιμος. Αναμφισβήτητα κανένα κράτος δεν μπορεί να δεσμευθεί από διατάξεις διεθνούς σύμβασης χωρίς τη θέληση του. Οι κανόνες όμως για την νησιωτική υφαλοκρηπίδα ισχύουν ανεξάρτητα από την σύμβαση αφού είναι εθιμικοί. Κατά συνέπεια δεσμεύουν και την Τουρκία και οποιοδήποτε άλλο κράτος είτε είναι μέρος στη Σύμβαση είτε όχι. Την εθιμική υπόσταση του κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, υπογράμμισε χαρακτηριστικά το Διεθνές Δικαστήριο στην απόφαση του για την υφαλοκρηπίδα της Βόρειας Θάλασσας .

Τον Αύγουστο του 1976 εξήλθε στο Αιγαίο το Τουρκικό ερευνητικό πλοίο «Σισμίκ Ι» και άρχισε έρευνες. Στις 10 του ίδιου μήνα Η Ελλάδα προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αιτώντας τη λήψη μέτρων γιατί η Τουρκική στάση οδηγούσε σε πόλεμο. Ταυτόχρονα προσέφυγε και στο Διεθνές Δικαστήριο. Στις 25 Αυγούστου το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε με consensus την απόφαση του με αριθμό 395 με την οποία συνιστούσε και στα δύο μέρη να πράξουν ότι είναι δυνατόν για να μειωθεί η ένταση στην περιοχή για να διευκολυνθεί η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για εξεύρεση λύσεων που να είναι παραδεκτές και από τα δύο μέρη.

Η προσφυγή της Ελλάδος για την ουσία της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο ήταν μονομερής. Η αίτηση της Χώρας μας κατά πρώτο λόγο βασίσθηκε στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, στην Γενική Πράξη της Γενεύης του 1928 για ειρηνικό διακανονισμό των διεθνών διαφορών και ειδικότερα στο 17ο άρθρο της σε συσχετισμό με τα άρθρα 36 και 37 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου . Κατά δεύτερο λόγο η αίτηση μας βασίσθηκε στο κοινό ανακοινωθέν της 31ης Μαΐου του 1975 των Πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας κ.κ. Καραμανλής και Ντεμιρέλ για παραπομπή της υπόθεσης σε Διεθνές Δικαστήριο. Πέρα απ’ αυτά η Ελλάδα βασιζόμενη στο άρθρο 41 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου και στο άρθρο 33 της Γενικής Πράξης ζήτησε την επιβολή προσωρινών μέτρων μέχρι να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1976 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταξη (Ordonnance). Σύμφωνα μ’ αυτή δεν συνέτρεχε λόγος για λήψη προσωρινών μέτρων. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η προσβολή των δικαιωμάτων της Ελλάδας από τις πράξεις της Τουρκίας δεν αποτελεί κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημίας, διότι αν διαπιστωνόταν η ύπαρξη αποκλειστικού δικαιώματος υπέρ της Ελλάδας το οποίο είχε παραβιασθεί από την Τουρκία, η παραβίαση αυτή θα μπορούσε να έχει σαν συνέπεια την απόδοση μιας πρόσφορης αποζημίωσης. Επιπλέον το Δικαστήριο συνέστησε συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν με συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών στις 1 Οκτωβρίου 1976 στη Νέα Υόρκη. Άλλη μια συνάντηση σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων έγινε στη Βέρνη από 2 έως 11 Νοεμβρίου 1976. Η συνάντηση αυτή κατάληξε στο Πρακτικό της Βέρνης. Σε αυτό αναφέρεται ότι και τα δύο μέρη θα απόσχουν από κάθε πρωτοβουλία ή πράξη σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, που θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στις διαπραγματεύσεις. Επίσης ανακοινώθηκε και η ίδρυση μίας Μεικτής Επιτροπής από εθνικούς αντιπροσώπους για διερεύνηση της διεθνούς πρακτικής στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας με σκοπό τον εντοπισμό αρχών και κριτηρίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην συγκεκριμένη περίπτωση. 

Στις 19 Δεκεμβρίου 1978 το Διεθνές Δικαστήριο εξέδωσε προδικαστική απόφαση σχετικά με το προκαταρτικό ζήτημα της αρμοδιότητας του . Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηρίξει την αρμοδιότητα του, διότι το κοινό ανακοινωθέν των Πρωθυπουργών στις 31 Μαΐου 1975 δεν αντιστοιχεί με συνυποσχετικό με το οποίο θα μπορούσε με κοινή συμφωνία των μερών να παραπεμφθεί η υπόθεση σε Δίκη. Το Δικαστήριο επίσης ασχολήθηκε και με την απόκρουση μιας άλλης Ελληνικής θέσης. Όταν το 1931 , η Ελλάδα προσχώρησε στην Γενική Πράξη είχε διατυπώσει επιφυλάξεις με τις οποίες εξαιρούντο μερικές διαφορές μεταξύ των οποίων ήσαν και οι διαφορές για ζητήματα που το διεθνές δίκαιο τα αφήνει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών και ειδικότερα για διαφορές σχετικές με το εδαφικό καθεστώς της Ελλάδας. Η Τουρκία στηρίχθηκε πάνω σ’ αυτή την εξαίρεση. Επικαλέσθηκε την αρχή της αμοιβαιότητας και ισχυρίσθηκε ότι αφού η Ελλάδα είχε αποκλείσει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου για τέτοιες διαφορές, η Τουρκία δεν είναι αναγκασμένη να δεχθεί την υποχρεωτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την διαφορά αυτή. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι διαφορές σχετικά με το εδαφικό καθεστώς της Ελλάδας καλύπτουν και τις σχετικές με την υφαλοκρηπίδα διαφορές και κατά συνέπεια η σχετική μ’ αυτή διαφορά έχει εξαιρεθεί από την δικαιοδοσία του. Το δικαστήριο επίσης απέρριψε και τα επιχειρήματα της Ελλάδας ότι το κοινό ανακοινωθέν των δύο Πρωθυπουργών στις Βρυξέλλες είχε δεσμευτικό χαρακτήρα και ότι αυτό μόνο του δεν μπορούσε να θεμελιώσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια ακολούθησαν πολλές συναντήσεις εμπειρογνωμόνων και Κυβερνητικών παραγόντων. Έγινε και μια συνάντηση Πρωθυπουργών στο Μοντρέ στις 10 και 11 Μαρτίου 1978. Οι επαφές σταμάτησαν το 1981 αφού δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα. Η αναγνώριση του ψευδοκράτους της κατεχόμενης Κύπρου τον Νοέμβριο του 1983 απομάκρυνε ακόμα περισσότερο τα δύο μέρη.

Στο μεταξύ υπήρξαν περιπτώσεις που το Διεθνές Δικαστήριο αποφάσισε για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας σε άλλες περιοχές. Η εξέταση αυτών των περιπτώσεων δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε ασφαλείς προβλέψεις για το τι μπορεί να συμβεί αν η Ελλάδα και η Τουρκία βρεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μπαχρέιν – Κατάρ το Διεθνές Δικαστήριο εφαρμόζοντας το Εθιμικό Δίκαιο, χάραξε μια μέση γραμμή και στη συνέχεια εξέτασε τις περιπτώσεις που αυτή θα μπορούσε να μετατοπισθεί υπέρ ή σε βάρος της μίας ή της άλλης πλευράς. Πρόσφατα εξετάσθηκε και η περίπτωση μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας στην περιοχή που είναι το Φιδονήσι.   Το Δικαστήριο οριοθέτησε τα θαλάσσια σύνορα των δύο χωρών, κυρίως, με τη μέθοδο της μέσης γραμμής αλλά δεν έδωσε στο νησί της Ουκρανίας τα αναμενόμενα δικαιώματα.

Θετική εξέλιξη ήταν η οριοθέτηση με συμφωνία της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας όπου εφαρμόσθηκε η μέση γραμμή αναγνωρίζοντας όμως και τα δικαιώματα των νησιών στην υφαλοκρηπίδα. Παρόμοια φαίνεται να είναι και η εξέλιξη με την Αλβανία. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αλβανία αποδέχθηκε τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου για επήρεια των νησιών στη χάραξη θαλάσσιων ζωνών και την εφαρμογή της μέσης γραμμής.

Το θέμα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες και είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε προβλέψεις. Εκείνο όμως που είναι απόλυτα σίγουρο είναι ότι: Η οριοθέτηση της Ελληνικής υφαλοκρηπίδας στα σημεία που έρχεται σε επαφή με την αντίστοιχη Τουρκική πρέπει να οριοθετηθεί σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο χωρίς παράνομες πιέσεις και παράνομα τετελεσμένα γεγονότα. Πριν από την έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας πρέπει απαραίτητα να προηγηθεί η επέκταση της χωρικής θάλασσας μέχρι εξαντλήσεως του νομίμου ορίου των δώδεκα μιλίων, για να μπορέσει αυτό να αποτελέσει τη βάση για τον προσδιορισμό της προς οριοθέτηση περιοχής.

 


 

GIBEL, G. C., Le Droit international public de la mer vol. I. (1932), σελ. 498 έως 501 HIGGINS, A. PEARCE, & COLOMBOS, C.J, The international Law of the Sea  (1st edn., 1943), σελ.. 54

FAUCHILIE, P., Traite de droit international public, vol I (1925), Part II, σελ. 19. WESTLAKE, J., International Law, vol. i. (1904), σελ. 187και 188. SMITH, H.A., Great Britain and the Law of Nations, vol. ii (1935), σελ. 122. Res nullious  δηλ. πράγμα αδέσποτο, επιδεκτικό καταλήψεως.

Res communis usus,  δηλ. πράγμα κοινής και αδιαίρετης χρήσης. ΚΡΙΣΠΗ Η., «Τα Εμπορικά Πλοία εις την Ελευθέρα Θάλασσα εν Καιρώ Ειρήνης», σελ. 25

Ο κόλπος Πάρια βρίσκεται στο βορειανατολικό μέρος της Βενεζουέλας. Για τη σχετική Συνθήκη που επικυρώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1942 βλ. League of Nations Treaty Series,  τόμος 205, σελ. 121

erga (προθ.) omnes, δηλ. έναντι πάντων, κατά παντός.

VASCIANNIE S.C., “Land-Locked and Geographically Disadvantaged States in the International Law of the Sea”, σελ. 82

ΤΣΑΛΤΑ Γ., «Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Κοινή Κληρονομιά της Ανθρωπότητας», β’ τόμος, σελ. 54-55 VASCIANNIE , op. cit. supra, υποσημ. 47, σελ. 82-3

International Court of Justice, Rep. 1969, σελ. 3-33

Τέτοιες είναι του Ηνωμένου Βασιλείου (Order in Council (No. 2574)(1948) στο  Law and Regulations of the Regime of the High Seas, ST/LEG/SER. B/1(1951), vol. 1, σελ. 31 για μερικές αποικίες του όπως οι Μπαχάμες, η Βρετανική Ονδούρα, οι νήσοι Φάκλαντ, το Βόρειο Βόρνεο και η Βρετανική Γουιάνα της Τζαμάικα (Order in Council (No. 2575), ibid., σελ. 33), καθώς και της Σαουδικής Αραβίας με το Βασιλικό Διάταγμα (Royal Pronouncement, ibid., p. 22) για το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος μέρους του Περσικού Κόλπου, όπως τέλος και οι Διακηρύξεις για μέρος επίσης του Περσικού Κόλπου των υπό Βρετανική προστασία Σειχάτων (ibid., σελ. 23 και 29) Abud Dhabi, Ajman, Bahrain, Dubai, Kuwait, Qatar, Ras al Khaimah, Sharjah, και Umm al Qaiwain.

Όπως είναι το Μεξικό (Presidential Decree για την υφαλοκρηπίδα της 29ης  Οκτωβρίου 1945), η Αργεντινή (Decree No. 14,709 της 11ης Οκτωβρίου 1946 για την εθνική κυριαρχία στην υφαλοκρηπίδα της Αργεντινής και στην υπερκείμενη της υφαλοκρηπίδας θάλασσα), η Χιλή (Presidential Decree  της 23ης Ιουνίου 1947 για την υφαλοκρηπίδα), το Περού (Presidential Decree No. 781 της 1ης Αυγούστου 1947 για την υφαλοκρηπίδα και τη νησιωτική υφαλοκρηπίδα) και ο Ισημερινός (Congressional Decree της 21ης Φεβρουαρίου 1951 στο Law and Regulations of the Regime of the High Seas (1952) vol. 1, σελ. 300). Σημείωση: Το Αργεντινέζικο Προεδρικό Διάταγμα του 1946 για παράδειγμα διακηρύττει εθνική κυριαρχία τόσο στην υφαλοκρηπίδα όσο και στην υπερκείμενη σ’αυτή θάλασσα.

Yearbook of the International Law Commission (1949), σελ. 43

Report of the International Law Commission to the General Assembly, Doc. A/3159, από Yearbook of the International Law Commission, (1956), vol. ii, σελ. 253

UNCLOS I, Official Records, vol ii, σελ. xi.

ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ Κ. Θ., «Διεθνές Δίκαιον» 2α έκδοση, βιβλίο πέμπτο, Αθήνα, σελ. 164

VASCANNIE, op. cit., supra, υποσημ. 47, σελ. 82-3

«απ΄ το ίδιο το γεγονός»

International Court of Justice, Report 1969, σελ. 22

Ιbid.

Η έννοια της «διαφοράς» διατυπώθηκε στην περίοδο του μεσοπολέμου από το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτό διαφορά είναι: «μια διαφωνία πάνω σ’ ένα νομικό ή πραγματικό θέμα, μια αντίθεση νομικών απόψεων ή συμφερόντων μεταξύ δυο προσώπων». Νομική διαφορά είναι αυτή που αναφέρεται σε αμοιβαία αμφισβήτηση νομίμων δικαιωμάτων και μπορεί να λυθεί με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Οι πολιτικές διαφορές δεν αναφέρονται απλά στην εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου αλλά στην αμφισβήτηση ή την αναθεώρηση της υπάρχουσας έννομης τάξης. Βλ. ΔΙΠΛΑ Χ. Η Ελληνο – Τουρκική Διαφορά για την Υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, σελ. 3 και 4.

Τουρκικό Φ.Ε.Κ. 14999/1ης Νοεμβρίου 1973.

Η σύναψη συνυποσχετικού ήταν απαραίτητη αφού ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία έχουν αποδεχθεί την υποχρεωτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου με βάση τις δηλώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 36 παρ.2 του Καταστατικού του Δικαστηρίου. Βλ. ΔΙΠΛΑ, op. cit., supra, υπος.   σελ. 7.

Η Ελλάδα την είχε επικυρώσει με το Ν.Δ. 1182 της 14ης Ιουλίου 1972.

Σύμφωνα με αυτή την απόφαση τα άρθρα 1,2 και 3 της Σύμβασης της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα, «αντικατοπτρίζουν ή αποκρυσταλλώνουν αποδεκτούς ή τουλάχιστον αναφαινόμενους κανόνες του διεθνούς δικαίου». International Court of Justice, Report 1969, p. 3 at p. 40.

Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι όλες οι διαφορές στα πλαίσια των οποίων τα μέρη αμφισβητούν αμοιβαία κάποιο δικαίωμα θα υποβάλλονται για εκδίκαση στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, του οποίου διάδοχος είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν για να παραπέμψουν την υπόθεση σε διαιτησία. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις για τις οποίες έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39.   

International Court of Justice, Report 1978, p.4 et seq.

Νόμος 5281/31 Φ.Ε.Κ. 310Α /8 –9- 1931.

C.I.J., Recueil 1978 παρ. 107.

Serpent ή Zmeinyj, δηλαδή Νήσος των Φιδιών, στα ιταλικά Filoxia και στα τουρκικά Yilan Adasi που σημαίνει επίσης Φιδονήσι. Παλαιότερα ονομαζόταν Λευκή. Διαθέτει περίπου 100 κατοίκους, ταχυδρομείο, τράπεζα, ηλεκτρικό σταθμό και τηλεπικοινωνίες.