προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

8ο ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
1η ΣΤΡΑΤΙΑ – Α.Τ.Α.
11-13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2008

«ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ – ΟΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ»

 

«ΚΑΥΚΑΣΟΣ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ – ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ»

Υπό Αντιναυάρχου ε.α. Β. Μαρτζούκου Π.Ν.

 

1. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ  ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ.

Είναι γεγονός ότι η περίοδος η οποία ακολούθησε την πτώση του διπολικού συστήματος και η οποία ακόμη διαμορφώνεται, παρείχε αισιόδοξες ενδείξεις δημιουργίας ενός πλέον σταθερού διεθνούς συστήματος, με πολλαπλές ευκαιρίες για τα περισσότερα κράτη. Κύριο φορέα της αισιοδοξίας αυτής απετέλεσε η παγκοσμιοποίηση (επικοινωνίες, τεχνολογία, αλληλεξάρτηση, διεθνές εμπόριο και επενδύσεις, ενδυνάμωση και αύξηση διεθνών οργανισμών και καθεστώτων, μείωση εθνικών πολιτικών ισχύος, διασυνοριακή δραστηριοποίηση πολυεθνικών επιχειρήσεων, από κοινού αντιμετώπιση υπερεθνικών προβλημάτων, διάδοση Δημοκρατίας, ατομικών ελευθεριών και ανεξαρτησίας κ.λ.π.), την απαιτούμενη ασφάλεια και λειτουργία των κανόνων της οποίας θα ρύθμιζαν δίχως εμπόδια οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη. Κατά τα τελευταία έτη, εν τούτοις, την αισιοδοξία αντικαθιστά σταδιακά η απαισιοδοξία και όχι αδικαιολόγητα. Σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα τα οποία οδηγούν σε αστάθεια του διεθνούς συστήματος:

  1. Η διαρκής δραστική αύξηση στην ζήτηση ορυκτών καυσίμων εκ μέρους των κυρίων και των αναδυομένων μεγάλων δυνάμεων (ζωτικών για την οικονομική τους ανάπτυξη), σε συνδυασμό με την μείωση των παγκοσμίων αποθεμάτων αυτών εντείνει σημαντκά τον ήδη υφιστάμενο ανταγωνισμό μεταξύ τους . Οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας δεν διαφαίνεται ότι θα υποκαταστήσουν εγκαίρως και επαρκώς την έλλειψη των ορυκτών καυσίμων.
  2. Η υφισταμένη ανισότητα στην διεθνή κατανομή του πλούτου διευρύνεται.
  3. Ο πληθυσμός του πλανήτου αυξάνεται σημαντικά και ανισομερώς (η αύξηση λαμβάνει χώρα σε υπανάπτυκτες ή αναπτυσσόμενες περιοχές), το γεγονός δε αυτό συνδυάζεται με την μείωση των διαθεσίμων φυσικών πόρων. Το υφιστάμενο έντονο κύμα μεταναστεύσεων δεν αναμένεται ότι θα ανακοπεί αλλά ενδεχομένως θα αυξηθεί.
  4. Οι φυσικές καταστροφές εντείνονται (λόγω δυσμενών κλιματικών αλλαγών στις οποίες συνδράμει σημαντικά ο ανθρώπινος παράγων).
  5. Δεν υπάρχει υπερεθνικός διεθνής θεσμός, ικανός να επιλύει εθνικά προβλήματα.
  6. Οι κύριοι πόλοι ισχύος του διεθνούς συστήματος εντείνουν τα ιδιαίτερα δαπανηρά εξοπλιστικά τους προγράμματα, και οι χώρες (όχι απαραιτήτως με ορθολογική συμπεριφορά) οι οποίες κατέχουν όπλα μαζικής καταστροφής αυξάνονται.
  7. Η διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής, είναι δυνατόν να προμηθεύσει τα όπλα αυτά και σε μη κρατικές ομάδες (π.χ. τρομοκρατικές).
  8. Η αναπτυσσομένη στρατιωτική τεχνολογία, τα όπλα και τα οπλικά συστήματα, ευνοούν την επίθεση.
  9. Το αμερικανικό μονοπολικό (ή ηγεμονικό) σύστημα αδυνατίζει (αρχής γενομένης από τον οικονομικό τομέα) και μετατρέπεται σταδιακά σε πολυπολικό.
  10. Η παγκόσμια οικονομία διέρχεται κρίση με αβέβαιο μέλλον.
  11. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις (διακρατικές, τρομοκρατικές, ενδοκρατικές, ανταρτικές, θρησκευτικές, εθνικιστικές) συνεχίζονται σε πλήθος γεωγραφικών περιοχών.

Οι ανωτέρω παράγοντες αστάθειας είναι σημαντικοί, συνυπάρχουν και οδηγούν σε ανταγωνισμό και μελλοντικές συγκρούσεις. Δεδομένης, εν τούτοις,  της αποτρεπτικής καταστρεπτικότητος των όπλων μαζικής καταστροφής, της διεθνούς οικονομικής αλληλεξαρτήσεως και της σχετικής επιδράσεως  της παγκοσμιοποιήσεως, το ζητούμενο είναι η τελική μορφή την οποία θα λάβει η δομή του διεθνούς συστήματος και κατά πόσο είναι δυνατή μία τελική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. 

Τα τέσσερα κυρίαρχα γεωπολιτικά σενάρια διαμορφώσεως της δομής του διεθνούς συστήματος, είναι τα ακόλουθα:

  1. Πολυπολική τάξη πραγμάτων, επικεντρωμένη σε μικρό αριθμό ανταγωνιζομένων κρατών.
  2. Μονοπολική τάξη πραγμάτων βασισμένη στην ισχυρή πολιτική, στρατιωτική, τεχνολογική, ιδεολογική και πολιτιστική αμερικανική ηγεμονία.
  3. Διάσπαση του κόσμου σε πολιτισμικά σύνολα ευρισκόμενα σε σύγκρουση μεταξύ των.
  4. Νέα διεθνής τάξη πραγμάτων με κύριους παίκτες πολιτικο-οικονομικούς συνασπισμούς, κατανεμημένους γεωγραφικά.

To σενάριο της συγκρούσεως των πολιτισμών (κυριότερος εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Σάμουελ Χάντινγκτον) εκτιμάται ότι έχει χαμηλές πιθανότητες πραγματοποιήσεως, καθ’ όσον στην πράξη παρατηρούνται διαιρέσεις, διαφορές και συγκρούσεις εντός των αυτών πολιτισμικών συνόλων, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα εθνικά συμφέροντα των κρατών υπερισχύουν των συμφερόντων του πολιτισμικού συνόλου, επιπλέον δε τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η αλληλεξάρτηση μεταξύ πολιτισμικών συνόλων τείνει να εκλείψει. Ομοίως δεν διαφαίνεται υλοποιήσιμο το σενάριο των γεωγραφικών πολιτικο-οικονομικών συνασπισμών (πολυπολικό σύστημα με μειωμένη εθνική κυριαρχία), καθ’όσον το μοναδικό παγκοσμίως ευρωπαϊκό πείραμα δεν έχει πείσει μέχρι στιγμής για την πολιτική και στρατιωτική του συνοχή (παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει ομοειδή πολιτισμικά κράτη), ενώ ο διαχωρισμός του κόσμου σε διακριτούς τέτοιους συνασπισμούς κρίνεται δυσχερής.

Το σενάριο της συνέχειας μονοπολικού συστήματος με κυριαρχία και μονομερή δράση των Η.Π.Α., βάσει των στοιχείων της προηγηθείσας αναλύσεως, δεν φαίνεται πιθανό, εάν οι τρέχουσες τάσεις προεκταθούν στα επόμενα έτη. Η διατήρηση εκβιαστικής ηγεμονίας από τις Η.Π.Α. με παρεμπόδιση των δυνητικών αντιπάλων (π.χ. προληπτικός πόλεμος) δεν φαίνεται ορθολογική, ενώ η εξασθένηση αυτών (π.χ. διαίρει και βασίλευε), κρίνεται ότι θα έχει μερικά αποτελέσματα και δεν θα κατορθώσει να ανακόψει τις διαφαινόμενες εξελίξεις. Τέλος κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι θεμελιώδεις κανόνες δημιουργίας συτήματος Χαλαρού Διπολικού Μοντέλου (Κωνστ. Αρβ.194-196). Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η νέα δομή του υπό διαμόρφωση διεθνούς συστήματος εξελίσσεται σε πολυπολική, με κύριους πόλους ισχύος τις Η.Π.Α., Κίνα, Ρωσία, Ευρώπη, Ιαπωνία και Ινδία, με σχέσεις ανταγωνισμού και ισορροπίας ισχύος μεταξύ των. Στα πλαίσια του συστήματος αυτού, διακινδυνεύεται η πρόβλεψη δημιουργίας συνασπισμού υπό την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α., αποτελουμένου από δημοκρατικές και κυρίως ναυτικές δυνάμεις (π.χ. Ευρώπη, Ιαπωνία, Ινδία, Αυστραλία κ.λ.π.), ο οποίος θα επιχειρήσει την ανάσχεση της Κίνας και ενδεχομένως της Ρωσίας (στην περίπτωση αυτή, πρόβλημα για την Ευρώπη θα αποτελέσει η ενεργειακή της εξάρτηση από την Ρωσία), κυρίως εάν η τελευταία, παρά τις υπαρκτές διαφορές, προσεγγίσει περισσότερο την Κίνα (π.χ. εάν καλύψει κατά προτεραιότητα τις κινεζικές ενεργειακές ανάγκες και συνεργασθεί στενότερα μαζί της μέσω του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης). Η εν λόγω ανάσχεση είναι δυνατόν να υλοποιηθεί με σύζευξη και συντονισμό ενεργειών του ΝΑΤΟ (στην δυτική Ευρασία) και αντιστοίχου συμμαχίας στην ανατολική Ευρασία, με κοινό παρονομαστή τις Η.Π.Α. και συνδετικό κρίκο την κεντρική και νότια Ασία. Στοιχεία τα οποία συνηγορούν στην ειδική αυτή πρόβλεψη είναι το γεγονός ότι η αμοιβαία πυρηνική αποτροπή κρίνεται αρκούντως ισχυρή ώστε να αποτρέψει πολεμική σύγκρουση μεταξύ μεγάλων δυνάμεων (ενδείκνυται η ανάσχεση), εάν δεν υπάρξει δυτική επεμβατική στρατηγική, η προέκταση των τρεχουσών τάσεων φέρει την Κίνα, κατ’ ελάχιστον, να αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α. (οι Η.Π.Α., θεωρούν ως ζωτικό τους συμφέρον την αποτροπή εμφανίσεως ανταγωνιστού αμφισβητούντος την πρωτοκαθεδρία τους), η ευρείας κλίμακος μονομερής δράση των Η.Π.Α. κατά κυρίου ανταγωνιστού σε πολυπολικό σύστημα δεν κρίνεται εφικτή, η Ευρωατλαντική σχέση θα παραμείνει ισχυρή παρά τα υπαρκτά προβλήματα, η Ιαπωνία και όσες άλλες χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ασίας θεωρούν ότι απειλούνται από την Κίνα, ευνοούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, οι κοινές δυτικές δημοκρατικές αξίες δημιουργούν τάσεις σύμπνοιας (και λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των Εθνικών Συμφερόντων) και επιπλέον οι αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές θεωρίες (Mackinder, Spykman) ισχύουν ακόμη και χαίρουν εκτιμήσεως.

 

2. ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Η ανεξαρτησία των αδυνάμων και ασταθών κρατών της Κεντρικής Ασίας, μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., μετέβαλε τα γεωπολιτικά δεδομένα, καθ’ όσον δημιούργησε πολιτικό κενό, το οποίο έκτοτε αρκετές εξωτερικές, ανταγωνιστικές μεταξύ τους, δυνάμεις προσπαθούν να καλύψουν. Επιπλέον διασυνοριακοί εθνικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί και εμπορικοί ιστορικοί δεσμοί ανεβίωσαν, αυξάνοντας τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κρατών της περιοχής. Το θέμα του Αφγανιστάν έχει αντίκτυπο σε όλα τα κράτη της περιοχής, από πλευράς ασφαλείας. Συνολικά, αναπτύσσονται δεσμοί ασφαλείας μεταξύ Νοτίου Ασίας, Κίνας και Κεντρικής Ασίας, ο χαρακτήρας των οποίων αναμένεται να επηρεάσει την διεθνή πολιτική τόσο στην Ασία όσο και παγκοσμίως.

 

 

3. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ.

Ψυχρός Πόλεμος.

Μετά τον Β’Π.Π., η διπολική δομή του διεθνούς συστήματος επεκάλυψε τις τοπικές σύνθετες παραμέτρους ασφαλείας (μικρός βαθμός ελευθερίας αυτονόμων κινήσεων, βάσει ΕΘΣΜ). Οι τοπικές παράμετροι ασφαλείας, βασίζονται στην ύπαρξη τοπικών ομάδων κρατών των οποίων η ασφάλεια συνδέεται (θετικά ή αρνητικά), με αυτήν των υπολοίπων. Κατά την περίοδο του Ψ.Π., όμως, η δυναμική των τοπικών παραμέτρων ασφαλείας, είχαν απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική σε υψηλότερο επίπεδο, των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος.

Περί το τέλος της δεκαετίας του 1940, το Πακιστάν, το Ιράν και η Τουρκία διεδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στην αμερικανική προσπάθεια ανασχέσεως της Ε.Σ.Σ.Δ., μέσω της συμμετοχής τους στο σύμφωνο της Βαγδάτης, το οποίο αργότερα μετονομάσθηκε σε “Central Treaty Organization” (CENTO). Κατά την δεκαετία του 1950, το Αφγανιστάν περιήλθε στην Σοβιετική σφαίρα επιρροής, οι Σινο – Σοβιετικές σχέσεις χειροτέρευσαν, ενώ Ιράν, Κίνα και Τουρκία δεν είχαν άμεσες ή έμμεσες σχέσεις με τα κράτη της κεντρικής Ασίας. Οι παραδοσιακές γραμμές εμπορίου, κυριότερη των οποίων ήταν η ονομαζόμενη «οδός του μεταξιού» διεκόπησαν. Ιστορικά και έως τις μέρες μας, η κύρια πρόσβαση της Κεντρικής Ασίας στην θάλασσα ήταν το Πακιστάν αλλά μετά την ένταξή της στην Ε.Σ.Σ.Δ. και την κατάργηση των εσωτερικών συνόρων, το 1936, η περιοχή συνδέθηκε με τον οικονομικό σχεδιασμό  της Μόσχας. Έτσι το Αφγανιστάν, ευρισκόμενο σε σοβιετική τροχιά, είχε συγκρουσιακές σχέσεις με το Πακιστάν, το οποίο μαζί με το Ιράν αποτελούσαν κρίσιμους συμμάχους των Η.Π.Α..

Κατά την δεκαετία του 1970, η κατάσταση μετεβλήθει. Η Ιρανική ισλαμική επανάσταση του 1979 αποστέρησε από τις Η.Π.Α. έναν πολύτιμο σύμμαχο και αποδυνάμωσε την θέση της Ουάσινγκτον στην Ασία και την Μ. Ανατολή, παρά το γεγονός ότι το νέο Ιρανικό καθεστώς διατηρούσε ψυχρές σχέσεις με την Μόσχα. Στα μέσα του 1970, το Αφγανιστάν περιέπεσε σε αστάθεια, προκαλώντας την Σοβιετική παρέμβαση το 1979 και εν συνεχεία ένα πόλεμο στον οποίο οι Η.Π.Α. και το Πακιστάν υποστήριξαν ενεργώς τους αντισοβιετικούς Μουτζαχεντίν. Από το σημείο αυτό τα μετέπειτα γεγονότα δεν ακολούθησαν πιστά την πολιτική του παγκοσμίου διπολισμού.

Μετά τον Ινδο-κινεζικό πόλεμο του 1962, αναπτύχθηκε Ινδοσοβιετική σύγκλιση συμφερόντων και στρατιωτική συνεργασία. Κατά την δεκαετία του 1980 το Πακιστάν είχε αντικαταστήσει το Ιράν ως κύριος σύμμαχος των Η.Π.Α. στην περιοχή, λαμβάνοντας από την τελευταία σημαντική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου να ελέγχει την σοβιετική επέκταση στην Ασία. Το Πακιστάν ανέπτυξε στενή συνεργασία με το Πεκίνο, λόγω κυρίως της κοινής έχθρας προς την Ινδία αλλά και των ψυχρών σχέσεων Ε.Σ.Σ.Δ. και Κίνας (υλοποίηση εθνικής οδού Καρακοράμ που συνέδεε οικονομικά τα δύο κράτη). Κατά την ίδια δεκαετία του 1980, η στενή συνεργασία του Πακιστάν με τους Μουζαχεντίν κατά τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, δημιούργησε επικοινωνιακές και μεταφορικές διόδους μεταξύ των δύο κρατών. Με δεδομένη την σοβιετικής σχεδιάσεως υποδομή του Αφγανιστάν η οποία το συνέδεε με τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, το Πακιστάν έθετε κατά το 1991, σοβαρή υποψηφιότητα για την έξοδο των κρατών της Κ. Ασίας προς την παγκόσμια αγορά, γεγονός το οποίο δεν επαληθεύθηκε λόγω της αστάθειας στο Αφγανιστάν.

Μετά την Ανεξαρτησία.

Μετά την ανεξαρτησία των κρατών της Κ. Ασίας το 1991, υπήρξε παράλληλη προσπάθεια της Τουρκίας και του Ιράν για άσκηση επιρροής στην περιοχή αυτή. Η επιρροή αυτή, μεταξύ άλλων έλαβε χαρακτήρα συγκρουομένων μοντέλων διακυβερνήσεως και αναπτύξεως. Το Ιράν προσέφερε το Ισλαμικό μοντέλο, ενώ η Τουρκία παρουσίαζε ένα δυτικογενές μοντέλο κοσμικού δημοκρατικού έθνους – κράτους με φιλελεύθερη οικονομία. Ασφαλώς οι Η.Π.Α. προωθούσαν το Τουρκικό μοντέλο, φοβούμενες την Ιρανική επιρροή, ενώ για τον ίδιο λόγο το Ισραήλ κινήθηκε για δημιουργία ισχυρών δεσμών με το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. Τελικά εκ του αποτελέσματος απεδείχθει ότι τόσο η Τουρκία, όσο και το Ιράν δεν διέθεταν την δυνατότητα ασκήσεως κυρίαρχης επιρροής στην Κ. Ασία. Η Τουρκία απείχε γεωγραφικώς της περιοχής, είχε  προβλήματα με το Κουρδικό, εσωτερική πολιτική αστάθεια κατά την δεκαετία του 1990, υψηλό πληθωρισμό και οικονομικά προβλήματα. Κατά συνέπεια περί το τέλος της δεκαετίας 1990, η Τουρκία παρέμεινε εμπλεκόμενη στην Κ. Ασία κυρίως στον οικονομικό και πολιτιστικό τομέα αλλά υιοθέτησε παράλληλα μία πολιτική στρεφομένη κυρίως προς τον Καύκασο ο οποίος ήταν περισσότερο συνδεδεμένος με την εθνική της ασφάλεια. Το σιιτικό Ιράν τελικά δεν μπόρεσε να επηρεάσει καθοριστικά την σουνιτική Κ. Ασία η οποία άλλωστε είχε καταβολές 70 ετών από το σοβιετικό αθεϊστικό καθεστώς. Η αναβίωση του πολιτικού ή ριζοσπαστικού Ισλάμ στην κεντρική Ασία, οφείλετο κυρίως στην οικονομική κακοδιαχείριση, καθώς και σε υφιστάμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων οι περιορισμοί ελευθέρας ενασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων. Εξ’ άλλου η σοβιετικών καταβολών πολιτική εξουσία των χωρών της Κ. Ασίας, θεωρούσε το πολιτικό Ισλάμ ως απειλή για την ισχύ της, ενώ αρκετοί από τους ηγέτες αυτούς (π.χ. Καρίμοφ στο Ουζμπεκιστάν, Νιγιαζόφ στο  Τουρκμενιστάν) είχαν διεξαγάγει αντιισλαμικές εκστρατείες στο παρελθόν. Τελικά και το Ιράν εστράφει προς τον ασταθή Καύκασο, καθ’ όσον η ισχυρή μειονότητα Αζέρων, στα βόρεια σύνορά της (περί τα 20.000.000), το ανάγκαζε να ευθυγραμισθεί με την Μόσχα στα θέματα της περιοχής αυτής. Ειδικά κατά την περίοδο 1992-1993, η εθνικιστική και σε ένα βαθμό παναζερική κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, σε συνδυασμό με την φιλοαμερικανική στάση της χώρας αυτής διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην Ιρανική πολιτική στην περιοχή του Καυκάσου. Ως προς την Τουρκία, η Ρωσική παρουσία στην Αρμενία και η αδείρητος ανάγκη προσβάσεως στο Αζερμπαϊτζάν, ώθησε την Άγκυρα να εστιάσει την προσπάθειά της στην ανεξαρτητοποίηση της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν από την Ρωσία. Επιπλέον τόσο για την Τουρκία όσο και για το Αζερμπαϊτζάν υπήρχαν άλλες προτεραιότητες εξωτερικής πολιτικής, έναντι της Κ. Ασίας. Για το Ιράν προείχε ο Περσικός Κόλπος, ενώ η προσοχή της Τουρκίας εστρέφετο κυρίως στην σχέση της με την Ευρώπη, στα τοπικά θέματα της Μ. Ανατολής καθώς και στα Βαλκάνια. 

4. ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΟΙ ΕΘΝΟΤΙΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

Η εθνική ετερογένεια αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό των κρατών της Κ. Ασίας αλλά και των νοτίων γειτόνων τους όπως η Τουρκία, το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Τα κράτη της Κ. Ασίας είναι πολυεθνικά και έχουν αμοιβαίους εθνικούς δεσμούς. Εκτός του Τατζικιστάν, το οποίο έχει περσικές εθνικές και πολιτιστικές ρίζες, η γλώσσα των υπολοίπων κρατών είναι Τουρκογενής, ενώ τα γεωγραφικά τους σύνορα δεν ταυτίζονται με τις εθνότητες που κατοικούν σε αυτά (π.χ. Ν. Ουζμπεκιστάν και Β. Τατζικιστάν). Το ίδιο συμβαίνει και στους νοτίους γείτονες αυτών. Επί παραδείγματι, περίπου ο μισός πληθυσμός του Αφγανιστάν είναι Παστούν, εν τούτοις όμως, περισσότεροι Παστούνς μένουν στο Πακιστάν. Οι Μπαλόχοι μένουν στο έδαφος του Πακιστάν, του Ιράν και του Αφγανιστάν. Εξ’ άλλου περισσότεροι από το ¼ του πληθυσμού του Αφγανιστάν είναι Τατζίκοι, Ουζμπέκοι και Τουρκμένιοι, οι οποίοι κατοικούν στις Βορειες περιοχές της χώρας. Στην αυτόνομη κινεζική επαρχία Ξινγιάνγκ, στα βορειοδυτικά της χώρας,  κατοικούν περί τα 10.000.000 Ουϊγούροι, τουρκικής προελεύσεως, ομιλούντες μία γλώσσα παραπλήσια με την Ουζμπεκική, επιπλέον δε κατοικούν Καζάκοι, Κιργίσιοι και Ουζμπέκοι.

Διανύοντες σήμερα εποχή εθνικιστικών εξάρσεων, η εθνικότης στις περιοχές αυτές αποτελεί πρόκληση για την ασφάλεια των πολυεθνικών αυτών κρατών και διαμορφώνουν ανάλογα την πολιτική τους. Η Κίνα έχει ήδη αντιμετωπίσει αποσχιστικές τάσεις των Ουϊγούρων, ενώ οι καλές σχέσεις του Πακιστάν με το Αφγανιστάν συνδέονται, μεταξύ άλλων και με τον φόβο αποσχιστικών κινημάτων των Παστούν και των Μπαλόχων. Κατά τα τελευταία έτη ο εμφύλιος πόλεμος του Αφγανιστάν λαμβάνει σταδιακά εθνικό χαρακτήρα.  Οι Ταλιμπάν πέραν του θρησκευτικού μανδύα, είναι ευρέως γνωστοί ως κίνημα των Παστούν, ενώ οι υπόλοιπες εθνότητες, όπως οι Ουζμπέκοι και οι Τατζίκοι συνασπίζονται υπό τοπικούς φυλάρχους.

5. Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

Στις τοπικές και εθνικιστικές εντάσεις των κρατών της Κ. Ασίας, προστίθεται και σειρά άλλων εσωτερικών προβλημάτων, όπως η έλλειψη πλήρους κυβερνητικού ελέγχου σε ολόκληρη την επικράτεια, το έγκλημα και η διαφθορά, η κακοδιαχείρηση, οι έλλειψη εκδημοκρατισμού και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Στα εσωτερικά αυτά προβλήματα θα πρέπει να προστεθούν και δύο κύριοι εξωτερικοί παράγοντες. Ο ένας αφορά την παραγωγή και προώθηση των ορυκτών καυσίμων στις διεθνείς αγορές, ενώ ο άλλος σχετίζεται με την πρόκληση του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Αμφότεροι οι παράγοντες αυτοί συνδέονται με το Αφγανιστάν.

Τα κράτη της Κ. Ασίας περικλείονται από ξηρά και συνεπώς η πρόσβαση προς την θάλασσα βασίζεται κυρίως στις οδούς μέσω Ιράν ή μέσω Αφγανιστάν και Πακιστάν. Η περίπτωση της διελεύσεως αγωγών ορυκτών καυσίμων μέσω Ιράν παρουσιάζει δυσχέρειες λόγω των εν ισχύει μέτρων κατά της χώρας αυτής από τις Η.Π.Α. (υπερδύναμη, αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου στην Κασπία), (μόνο το Τουρκμενιστάν εξάγει μικρές ποσότητες φυσικού αερίου στο Ιράν). Πλέον αυτού οι χώρες εισαγωγής, με κίνητρο την γεωγραφική διαφοροποίηση των πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, δεν θα επιθυμούσαν  τα καύσιμα της Κ. Ασίας να καταλήγουν επίσης στον Περσικό κόλπο.

Η μεγάλη και διαρκώς αυξανομένη ζήτηση ορυκτών καυσίμων από τις χώρες της ΝΑ Ασίας, επιβάλλουν την ύπαρξη τουλάχιστον ενός αγωγού προς την Ασία, παράλληλα με τους αγωγούς από την Κασπία προς την Μαύρη θάλασσα και την Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάσθηκε η πρόταση ενός αγωγού από το Τουρκμενιστάν στο Πακιστάν μέσω Αφγανιστάν (η πλέον συμφέρουσα οικονομικά και σύντομη οδός για τις διεθνείς αγορές). Τα θέματα ασφαλείας και η μακροχρόνια αστάθεια στο Αφγανιστάν απέτρεψαν την κατασκευή αυτή.

Το Αφγανιστάν κατέχει υψηλή προτεραιότητα στα θέματα ασφαλείας των χωρών της Κ. Ασίας και για το γεγονός της εξαπλώσεως του ρεύματος του πολιτικού Ισλάμ μέσω των Ταλιμπάν (υπάρχει η προδιάθεση, η υποδομή και η χρηματοδότηση, όπως το Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν, με έδρα τα βόρεια σύνορα του Αφγανιστάν, η υποστήριξη των Τσετσένων από τους Ταλιμπάν). Η δημιουργία του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, ο οποίος περιλαμβάνει τα κράτη της Κ. Ασίας, την Κίνα και την Ρωσία, σχετίζεται μεταξύ άλλων (τρομοκρατία, ναρκωτικά, διασυνοριακό έγκλημα, λαθρομετανάστευση, αποσχιστικά στρατιωτικά κινήματα) και με το θέμα αυτό το οποίο θεωρείται ως απειλή. 

Πολιτική του Πακιστάν ως προς την Κ. Ασία και το Αφγανιστάν.

 

Η μεγάλη ανάμιξη του Πακιστάν στο Αφγανιστάν, έχει υποστεί πολλές φορές την Δυτική κριτική. Εν τούτοις, το πακιστανικό ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν, συνδέεται τόσο με την διαμάχη της με την Ινδία, όσο και με την ιστορική διασύνδεση του Πακιστάν με την Κ. Ασία και το Αφγανιστάν.

Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το Πακιστάν σε ρόλο αναχώματος στην Σοβιετική επέκταση, ανησυχούσε ιδιαίτερα για τις στενές σχέσεις της Μόσχας τόσο με την Ινδία, όσο και με το Αφγανιστάν, γεγονός το οποίο θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε πόλεμο δύο μετώπων (έλλειψη στρατηγικού βάθους, αφού η πρωτεύουσα απέχει 200 χλμ από τα σύνορα προς Δυσμάς και 100 προς Ανατολάς). Για τον λόγο αυτό αποτελεί ζωτικό συμφέρον για το Ισλαμαμπάντ ένα Αφγανιστάν με φιλική προς αυτό κυβέρνηση και σταθερότητα στο εσωτερικό του. Το ζωτικό αυτό συμφέρον απέκτησε ακόμη υψηλότερη προτεραιότητα μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αφού η αμερικανική βοήθεια ελαττώθηκε και η αστάθεια στο Αφγανιστάν αυξήθηκε, με κίνδυνο να μεταδοθεί στο εσωτερικό του Πακιστάν ή και να ανακόψει την προσπάθεια της Πακιστανικής επιρροής στην Κ. Ασία, αλλά και ακόμη να εμφανισθούν εξωτερικές δυνάμεις στην περιοχή της Κ. Ασίας, με το πρόσχημα της ομαλοποιήσεως της καταστάσεως. Η μη δημιουργία του αγωγού ορυκτών καυσίμων από Τουρκμενιστάν – Αφγανιστάν – Πακιστάν αποτελεί απτό παράδειγμα των επιπτώσεων της αστάθειας στο εσωτερικό του Αφγανιστάν.

Στις αρχές της δεκαετίας 1990, το Πακιστάν επένδυσε ανεπιτυχώς στην υποστήριξη διαφόρων φυλάρχων Μουτζαχεντίν, λόγω της μεταξύ των διαμάχης. Το κίνημα των Ταλιμπάν και ο αρχικός ενθουσιασμός που εξασφάλισε στο κεντρικό και νότιο Αφγανιστάν, ως ενωτική δύναμη η οποία θα αποκαθιστούσε τον νόμο και την τάξη, εξελήφθει από το Πακιστάν ως ευκαιρία που άξιζε να υποστηριχθεί. Εν τούτοις η επένδυση αυτή απέτυχε διότι οι Ταλιμπάν απεδείχθησαν αναξιόπιστοι συνομιλητές, δεν εξασφάλισαν τον νόμο και την τάξη, αλλά αντιθέτως υπήρξαν ιδιαίτερα σκληροί σε κάθε άλλη μειονότητα και κατεπάτησαν τα ανθρώπινα δικαιώματα ιδιαίτερα προς τις γυναίκες προκαλώντας έτσι την διεθνή τους απομόνωση. Επομένως το Πακιστάν θα έπρεπε να σχοινοβατεί μεταξύ δύο αντιθέτων προσεγγίσεων. Αφ’ ενός μεν θα έπρεπε να πείση την διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα τα ανησυχούντα κράτη της Κ. Ασίας, ότι οι Ταλιμπάν δεν ήταν όργανα του Πακιστάν αλλά ακολουθούσαν ανεξάρτητη πολιτική, αφ’ ετέρου δε θα έπρεπε να συνεχίσουν τις επαφές και την άσκηση επιρροής επί των Ταλιμπάν, για τρεις κυρίως λόγους:

  1. Να επιτύχουν εξομάλυνση της διεθνούς απομονώσεως του Αφγανιστάν, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως χώρα επαφής με τα κράτη της Κ. Ασίας.
  2. Να μην απωλεσθεί η λαίκή υποστήριξη των Ταλιμπάν, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε σε νέο κύκλο αστάθειας της χώρας αυτής.
  3. Να συμβάλλουν στην καλλιέργεια της διεθνούς εικόνας του Αφγανιστάν, ως υπεύθυνης χώρας.

Είναι φανερό ότι η αποκατάσταση της ειρήνης και ασφάλειας στο Αφγανιστάν θεωρείται απαραίτητη για την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής. Η κεντρική Ασία αποδίδει μεγαάλη σημασία στο Πακιστάν, λόγω των οικονομικών δυνατοτήτων του, ενώ για το Ισλαμαμπάντ είναι απαραίτητη η οικονομική συνεργασία με την Κ. Ασία. Σε αυτό το πλαίσιο ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας (ECO), αποτελεί σχετικό παράδειγμα.

Κίνα και Κεντρική Ασία.

Η Κίνα έχει ιστορική σύνδεση με την Κ. Ασία. Η ιδιαιτερότης της κεντροασιατικού δεσμού έγκειται εν μέρει στον μουσουλμανικό πληθυσμό στα βορειοδυτικά της Κίνας και τους διασυνοριακούς εθνοτικούς δεσμούς του πληθυσμού της επαρχίας Ξινγιάνγκ. Οι Σινο-Σοβιετικές διαφορές κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, ανάγκασαν την Κίνα να ασκεί μικρή επιρροή στην Κ. Ασία.

Στις μέρες μας τα πράγματα έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Το γεγονός της ανεξαρτησίας των χωρών της Κ. Ασίας και το πολιτικό κενό που προκλήθηκε από την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ., συνδυάζεται με την ανάδυση της Κίνας ως παγκοσμίου εμβελείας οικονομικής και πολιτικής δυνάμεως με γεωπολιτικές βλέψεις στην περιοχή αυτή. Πέραν του ενδιαφέροντος της Ρωσίας, της Ινδίας για τα κράτη της Κ. Ασίας, αλλά ακόμη και των γειτονικών κρατών της περιοχής αυτής, η σημερινή αμερικανική παρουσία και ανάμιξη για ενεργειακούς και γεωστρατηγικούς λόγους,  αυξάνει ακόμη περισσότερο την ανησυχία της Κίνας από πλευράς ασφαλείας, στα ευαίσθητα βορειοδυτικά της σύνορα, κυρίως εάν στον αμερικανικό σχεδιασμό, προβλέπεται η ανάσχεση της Κίνας. Ο δημιουργηθείς Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, με πρωτοβουλία της Κίνας, τονίζει  το ενδιαφέρον και την ανησυχία της για την περιοχή αυτή. Εξ’ άλλου ένα από τα μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου της Ασίας, το Ταρίμ, ευρίσκεται στην επαρχία Ξινγιάνγκ. Επιπλέον η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη των ΒΔ περιοχών της Κίνας, διευκολύνεται με τις εκτεταμένες σχέσεις με τα κράτη της Κ. Ασίας. Πέραν όλων αυτών η Κινεζική εξωτερική πολιτική ενδιαφέρεται τουλάχιστον εξ ίσου ή περισσότερο για την Α. και ΝΑ περιοχή της χώρας και την Δυτική πλευρά του Ειρηνικού Ωκεανού.

Η Πολιτική των Η.Π.Α. στην Κεντρική Ασία.

Η αστάθεια στην Κ. Ασία και στα νότια γειτονικά κράτη, αποτελεί θέμα προτεραιότητος για τις Η.Π.Α., λόγω των ενεργειακών πόρων της περιοχής, λόγω των τοπικών συγκρούσεων της περιοχής οι οποίες δυνητικά είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε αντιπαραθέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, λόγω των τρομοκρατικών κινημάτων τα οποία έχουν συνήθως αντιαμερικανικό χαρακτήρα και ακόμη λόγω των ναρκωτικών τα οποία παράγωνται μαζικά και προορίζονται κυρίως για τις δυτικές κοινωνίες. Οι Η.Π.Α. έχουν καταστήσει ως ζωτικό τους συμφέρον την εξασφάλιση προσβάσεως στους ενεργειακούς πόρους της Κ. Ασίας και την ομαλή ροή των ορυκτών καυσίμων της περιοχής αυτής προς τις δυτικές αγορές. Για την αντιμετώπιση των θεμάτων αυτών και για την εξασφάλιση μίας ισορροπίας ασφαλείας, οι Η.Π.Α. θα έπρεπε να αναμιχθούν ενεργώς στην περιοχή. Εν τούτοις τα πεπραγμένα της χώρας αυτής από την δεκαετία του 1990 και εντεύθεν παρουσιάζουν μία συγκεχυμένη εικόνα της στρατηγικής η οποία ακολουθείται. Η Ουάσινγκτον αν και έχει αποφύγει δυσάρεστες γι’ αυτήν εξελίξεις στην περιοχή, δεν έχει να παρουσιάσει μείζονες επιτυχίες, ανάλογες του τίτλου της υπερδυνάμεως τον οποίο φέρει. Ασφαλώς οι Η.Π.Α. συνέβαλαν στην μη επιστροφή της Ρωσικής ηγεμονίας κυρίως στον Καύκασο, με την ενδυνάμωση τοπικών χωρών αλλά η αβεβαιότητα ως προς τον βαθμό αποφασιστικής αμερικανικής εμπλοκής έδωσε αφορμή σε παρερμηνείες εκ μέρους των τοπικών δυνάμεων. Ουδείς γνωρίζει ακριβώς πόσο μακρυά είναι διατεθειμένη να τραβήξει η Ουάσινγκτον την αντιπαράθεση με την Μόσχα στην περιοχή αυτή. Την δεκαετία του 1990 οι Η.Π.Α. συμπαραστάθηκαν ή και υπεστήριξαν τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν  και η τρομοκρατία προεκάλεσε την αμερικανική αλλαγή πολιτικής, δίχως αυτό να συνδέεται απαραιτήτως με ένα ευρύτερο και μακρόπνοο στρατηγικό σχέδιο. Ενώ η σταθερότητα της διαθέτουσας πυρηνικά όπλα συμμάχου χώρας του Πακιστάν θα έπρεπε λογικά να αποτελεί υψηλή προτεραιότητα των Η.Π.Α., η πρόσφατη αμερικανο-ινδική προσέγγιση, εκλαμβάνεται από την χώρα αυτή ως πράξη στρεφομένη κατά της ασφάλειάς του και εντείνει τα υπαρκτά εσωτερικά προβλήματα, αυξάνοντας το αντιαμερικανικό αίσθημα και ενισχύοντας το εξτρεμιστικό Ισλάμ. Επιπλέον το Πακιστάν παραμένει η μόνη δύναμη η οποία ασκεί σχετική επιρροή στους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν και συνεπώς η τυχόν χαλάρωση των σχέσεων Η.Π.Α. – Πακιστάν επηρεάζει την δυνατότητα επιρροής των εξελίξεων στο Αφγανιστάν. Η έλλειψη ξεκάθαρης αμερικανικής στρατηγικής για την περιοχή ώθησε μία από τις βασικές τοπικές δυνάμεις, το Ουζμπεκιστάν να αναπτύξει νέες σχέσεις ασφαλείας με το Πεκίνο και την Μόσχα.

6. ΕΥΡΑΣΙΑΤΙΚΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΙ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΕΣ ΤΑΣΕΙΣ.

Κυριαρχούσα γεωπολιτική παράμετρο  του τρέχοντος και μελλοντικού διεθνούς ανταγωνισμού, εκτιμάται ότι αποτελεί η ενεργειακή ασφάλεια των κυριοτέρων χωρών του διεθνούς συστήματος.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι αμερικανοί στρατηγιστές πιστεύουν ότι η κυριαρχία των Η.Π.Α., στην παγκόσμια διαμάχη για ζωτικούς πόρους, θα πρέπει να αποτελέσει την υψηλότερη προτεραιότητα της αμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής, αφού σύμφωνα με εκτιμήσεις τους, τόσο η Κίνα (σταδιακή απόκτηση δυνατότητος προβολής ισχύος), όσο και η Ρωσία (έλεγχος διαδρομών μεταφοράς ενεργειακών πόρων κυρίως προς Ευρώπη), έχουν θέσει το θέμα της ενέργειας σε υψηλή προτεραιότητα.25 Κατά συνέπεια δίδεται έμφαση στον παγκόσμιο ρόλο του Αμερικανικού Ναυτικού, με μεγάλες δαπάνες για την ποιοτική αναβάθμισή του (οι δαπάνες για ναυπηγήσεις πολεμικών πλοίων ανήλθαν κατά τα έτη 2007 και 2008 σε $24,6 δις, ενώ για το 2009 έχουν προταθεί $16.9 δις), καθώς και στην αναδιάταξη των υφισταμένων στρατιωτικών δυνάμεων και βάσεων (π.χ. στρατιωτική παρουσία στην Βόρεια και Κεντρική Αφρική, περιοχή Κασπίας και Κεντρική Ασία, Α. Ευρώπη και ΝΔ Ασία).26 Ο έλεγχος των πηγών παραγωγής ορυκτών καυσίμων καθώς και ο έλεγχος των οδών μεταφοράς αυτών προς την Δύση, αποτελεί ζωτικό συμφέρον των Η.Π.Α., γεγονός που καθιστά την επιρροή σε περιοχές της Ευρασίας όπως η Μ. Ανατολή η Κεντρική και Βορειοανατολική Ασία, αντικειμενικό σκοπό υψηλής προτεραιότητος. Με δεδομένο ότι οι Η.Π.Α. θεωρούν την Κίνα ως τον πλέον επικίνδυνο δυνητικό ανταγωνιστή, βασική στρατηγική της χώρας αυτής (εκτός από την μονομερή δράση όταν απαιτείται) αποτελεί η εκμετάλλευση των περιφερειακών ευρασιατικών αντιπαλοτήτων (π.χ. Κίνας – Ινδίας, Κίνας – Ιαπωνίας, Ρωσίας – Κίνας, Ρωσίας - Ιαπωνίας κ.λ.π.), προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντά της.

Η Κεντρική Ασία (στην ενότητα της οποίας είναι δυνατόν να ενταχθούν και τα κράτη Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν και Γεωργία), αποτελεί την καρδιά της Ευρασίας και ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις μεγάλες δυνάμεις τόσο λόγω των τεραστίων ενεργειακών αποθεμάτων της, όσο και  για την στρατηγική της θέση. Στην περιοχή αυτή, πέραν του αμερικανικού, ευρωπαϊκού, ινδικού, ιαπωνικού ενδιαφέροντος, αλλά και του ενδιαφέροντος γειτονικών κρατών (π.χ. Αφγανιστάν, Ιράν, Πακιστάν, Τουρκία, ακόμη και Ουκρανία), τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία, προσπαθούν να ασκήσουν επιρροή στα κράτη της περιοχής (οικονομική, τεχνική και στρατιωτική), σε βάρος των Η.Π.Α. (στις οποίες αποδίδεται σειρά «βελούδινων» και «εγχρώμων» τοπικών επαναστάσεων), για έλεγχο της ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κασπίας, προς τις αγορές της Ευρώπης (π.χ. η Γεωργία στο επίκεντρο της διαμάχης) και της Ασίας. Για την εν λόγω περιοχή η Ρωσία αποβλέπει κατ’ ελάχιστον στην αποτροπή της κυριαρχίας οιασδήποτε τοπικής δυνάμεως (π.χ. Τουρκία, Ιράν) ή στην δημιουργία ενός νέου αμερικανικού μετώπου στα σύνορά της, ενώ κατά μέγιστον, επιδιώκει την κυρίαρχη επιρροή της επί των κρατών της περιοχής τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική τους.

Η ευρωπαϊκή ενεργειακή εξάρτηση από εξωτερικές πηγές αναμένεται να αυξηθεί από 50% το 2000, σε 75% το 2020, ενώ το ποσοστό που προέρχεται από την Ρωσία θα αυξηθεί από 27% το 2000, σε 31% το 2010.39 Η παγκόσμια ενεργειακή αγορά αποτελεί μία ολότητα, από την οποία η Ευρώπη (αλλά και κάθε άλλος καταναλωτής) εξαρτά άμεσα, το οικονομικό και κοινωνικό της μέλλον. Κατά συνέπεια, εντός ενός ιδιαίτερα ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, η Ε.Ε., θα πρέπει να αποκτήσει ενιαία ενεργειακή πολιτική και να την απασχολεί ενεργώς η σταθερότητα στην Μ. Ανατολή (και σε κάθε δυνητική περιοχή προμήθειας υδρογονανθράκων), οι έγκαιρες επενδύσεις στους τομείς αυτούς, οι εσωτερικές της υποδομές, καθώς και η ασφάλεια μεταφοράς των ενεργειακών πόρων. 

Ο αγωγός Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη υπήρξε μία γεωστρατηγική ρωσική απόφαση, βασισμένη στην αντίληψή της περί τουρκικής απειλής, μετά τον ρόλο και τις πρωτοβουλίες της Τουρκίας στην Τσετσενία, στις χώρες του Καυκάσου, στην προσπάθεια εισόδου Γεωργίας και Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, στους περιορισμούς διελεύσεως πετρελαιοφόρων από τον Βόσπορο καθώς και τον ρόλο της στην κατασκευή του αγωγού πετρελαίου Μπακού – Τιφλίς – Τσεϋχάν (ΒΤC) και του αγωγού φυσικού αερίου Μπακού – Τιφλίς – Ερζερούμ (ΒΤΕ). Ο εν λόγω αγωγός σε συνδυασμό με τους αγωγούς Ιταλίας – Ελλάδος – Τουρκίας και “South Stream” αυξάνουν τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας μας και ενδεχομένως να δημιουργούν προϋποθέσεις σταθερότητος στην περιοχή του Έβρου.

Σήμερα υπάρχει σημαντική ενίσχυση των οικονομικών δεσμών μεταξύ Ρωσίας καιΤουρκίας, καθώς και ενεργειακή εξάρτηση της τελευταίας από την πρώτη, στοιχεία τα οποία οδηγούν και σε πολιτικές συγκλίσεις οι οποίες ενισχύονται περαιτέρω όσο οι χώρες αυτές απομονώνονται από την Δύση. Εν τούτοις στην σύγκλιση αυτή θέτουν όρια οι προαναφερθείσες ενέργειες της Τουρκίας, ο ενεργειακός ανταγωνισμός τους (αγωγοί BTC και BTE), ο Ρωσικός εθνικισμός και το αντιισλαμικό ρεύμα, ιστορικοί λόγοι, καθώς και η θέση των χωρών αυτών στο Κυπριακό θέμα. Η σχέση αυτή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας παρέχει Σήμερα υπάρχει σημαντική ενίσχυση των οικονομικών δεσμών μεταξύ Ρωσίας και ευκαιρίες περαιτέρω συνεργασίας της χώρας μας με την Ρωσία σε βάσεις συστηματικές και ρεαλιστικές (δίχως αυτό να αντιτίθεται στην πολιτική  των ευρωπαίων ετέρων μας, τουλάχιστον της «παλαιάς Ευρώπης»).

Η σοβούσα αναμέτρηση Η.Π.Α. και Ρωσίας στον τομέα πολιτικής επιρροής και του ελέγχου των ενεργειακών πόρων καθώς και της μεταφοράς αυτών στην περιοχή του Καυκάσου, αποκορυφώθηκε κατά τα πρόσφατα γεγονότα στην Γεωργία. Σύμφωνα με αναλυτές, οι ενέργειες της Ρωσίας στην περιοχή, αποσκοπούν στον πολιτικό έλεγχο του Καυκάσου, στην παρεμπόδιση επεκτάσεως του αγωγού BTC προς την Κεντρική Ασία (Καζακστάν), καθώς και στην ματαίωση κατασκευής του αγωγού «Ναμπούκο» ο οποίος συνδεόμενος με τον ΒΤΕ, θα μεταφέρει φυσικό αέριο στην Κεντρική Ευρώπη.

Οι ανωτέρω εξελίξεις στον Καύκασο και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος μεταξύ Η.Π.Α. και Ρωσίας, επηρεάζουν την ιδιαίτερα ευαίσθητη και κρίσιμη περιοχή της Μ. Ανατολής. H περιοχή αυτή αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του συνόλου των κυρίων πόλων του διεθνούς συστήματος δεδομένης της μοναδικής παγκοσμίως ποσότητος αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων και ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο εθνικών, θρησκευτικών και τρομοκρατικών τοπικών συγκρούσεων Ήδη η Ρωσία έχει δηλώσει την πρόθεσή της να αναβαθμίσει την ναυτική της παρουσία στην Μεσόγειο σε λιμένες της Συρίας, ο δε Πρόεδρος της τελευταίας προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει την νέα κατάσταση με προμήθεια συγχρόνου Ρωσικού στρατιωτικού υλικού. Τυχόν απομόνωση της Ρωσίας, δυνατόν να προκαλέσουν σκλήρυνση της στάσεώς της σε σειρά σημαντικών θεμάτων για την Δύση (veto στο Σ.Α. του ΟΗΕ, πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καταπολέμηση τρομοκρατίας, ενεργειακό, Χαμάς, Αφγανιστάν, Β. Κορέα κ.λ.π.).

Καθώς η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων αυξάνεται δραστικά (π.χ. η Β. Αμερική θα καταναλώνει 34 εκ. βαρέλια ημερησίως το 2020, έναντι των 23 εκ. το 2000, ενώ η Ανατολική Ασία θα καταναλώνει 35 εκ. βαρέλια ημερησίως το 2020, έναντι των 21 εκ. κατά το 2000), τα αποθέματα ελαττώνονται και η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων επιβραδύνεται, δεν αποκλείεται η ασύμφορη αύξηση των τιμών των καυσίμων και η καθήλωση της οικονομικής αναπτύξεως των εξαρτημένων χωρών. Κατά το 2015, το 70% της παγκοσμίου ζητήσεως θα εισάγεται, ενώ το 80% του εμπορευομένου πετρελαίου (και το 50% του εμπορευομένου αερίου), θα προέρχεται από μόλις τρεις περιοχές, ήτοι τον Περσικό Κόλπο, την Δυτική Αφρική και την Ρωσία. Η διαρκώς εντεινομένη ανησυχία των κυρίων πόλων ισχύος για την ενεργειακή τους ασφάλεια (πρόσβαση στις πηγές και των έλεγχο της ροής των καυσίμων), παρουσιάζει μεγάλη επικινδυνότητα και συγκεντρώνει πιθανότητες, στα επόμενα χρόνια, να εκφύγει του οικονομικού και διπλωματικού πλαισίου του ανταγωνισμού και να εισέλθει στο στρατιωτικό επίπεδο με ανυπολόγιστες συνέπειες αστάθειας και συγκρούσεων. Η μετάβαση σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας, στα απαιτούμενα ποσοστά (τώρα όλες μαζί δεν ξεπερνούν το 2.5% των παγκοσμίων αναγκών, ενώ η πυρηνική ενέργεια φθάνει το 7%, δίχως αξιόλογες αυξητικές τάσεις), εντός των επομένων 10 - 15 ετών περίπου (εκτιμώμενος χρόνος κορυφώσεως πετρελαίου), είναι ένα μεγάλο στοίχημα το οποίο πρϋποθέτει τεράστια οικονομική σχετική επένδυση. Μοναδική ίσως περίπτωση εξευρέσεως των κονδυλίων αυτών θα ήταν η δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών, εκ μέρους όλων των κυρίων ενεργειακών ανταγωνιστών και η από κοινού οικονομική επένδυση και συνεργασία  για την έγκαιρη ανάπτυξη επαρκούς εναλλακτικής ενέργειας (αποπολιτικοποίηση της ενέργειας και η εμπορική προσέγγισή της με όρους αγοράς, στα πλαίσια μίας φιλοσοφίας win-win, αντί αυτής του μηδενικού αθροίσματος). Η τρέχουσα εν τούτοις πραγματικότητα και οι διαφαινόμενες τάσεις σχέσεων και εξοπλισμού των Μεγάλων Δυνάμεων, δεικνύουν ότι η τελευταία αυτή περίπτωση, αν και ορθολογική, πρακτικά δεν πρόκειται να εφαρμοσθεί στο ορατό μέλλον.

Η διαρκώς αυξανομένη ενεργειακή εξάρτηση των υφισταμένων και αναδυομένων μεγάλων δυνάμεων της Α. Ασίας από την Μ. Ανατολή καθώς και από άλλες ηπείρους, αυξάνει την στρατηγική σημασία των θαλασσίων οδών επικοινωνίας και ιδιαίτερα των υποχρεωτικών περιοχών διελεύσεως (π.χ. στενά Μαλάκκα, Ορμούζ, Ταίβάν, Σουέζ, Αιγαίο, Βόσπορος, Γιβραλτάρ κ.λ.π.) και συγχρόνως ενισχύει την τάση των ναυτικών εξοπλισμών. Η Ρωσία, με όπλο της κυρίως το φυσικό αέριο, αναβαθμίζει το κύρος της στην Ευρασία και γίνεται καθοριστικός ρυθμιστής των υπό εξέλιξη τάσεων (είτε συνεργασίας, είτε αντιπαραθέσεως). Παρά την διαμάχη επιρροής, κυρίως στην Κ. Ασία, μία ενδεχομένη Ευρασιατική ενεργειακή συνεργασία και ισορροπία μεταξύ παραγωγών χωρών ορυκτών καυσίμων και των χωρών – καταναλωτών, πιθανόν να επέφερε αμοιβαία προσέγγιση των δυνητικών ανταγωνιστών των Η.Π.Α., καθώς και προσέγγισή τους με χώρες εχθρικές προς αυτήν (π.χ. Ιράν), με άμεσες επιπτώσεις στην επιρροή και παρουσία της υπερδυνάμεως στην Ευρασία. Τυχόν υλοποίηση της εκδοχής αυτής εκτιμάται ότι θα επραγματοποιείτο σταδιακά καθ’ όσον επί του παρόντος ουδέν κράτος θα προκαλούσε άμεσα την ασφάλεια των Η.Π.Α., οι οποίες, εκτός από την υφισταμένη οικονομική αλληλεξάρτηση (η οποία θα συμπαρέσυρε και τους ανταγωνιστές των Η.Π.Α.), εξασφαλίζουν το απαιτούμενο περιβάλλον ασφαλείας για την απρόσκοπτη παραγωγή και μεταφορά των ορυκτών καυσίμων, επί του παρόντος ελέγχουν τις περισσότερες ανά τον κόσμο πηγές ορυκτών καυσίμων και διαθέτουν ανυπέρβλητη στρατιωτική ισχύ.

7. ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

Ένα από τα μακροχρόνια προβλήματα στην περιοχή της Κ. Ασίας και μέρος του γεωπολιτικού ανταγωνισμού, αποτελεί  το νομικό καθεστώς της Κασπίας. Η Ρωσία ισχυρίζεται ότι η Κασπία αποτελεί λίμνη και όχι κλειστή θάλασσα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπόκειται στο δίκαιο της θαλάσσης. Κατά συνέπεια η εκμετάλλευση των πηγών της Κασπίας, είναι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των 5 παρακτίων χωρών. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και το Ιράν. Αντιθέτως το Αζερμπαίτζάν, το Τουρκμενιστάν και το Καζακστάν, υποστηρίζουν ότι η Κασπία αποτελεί θάλασσα και ως τέτοια θα πρέπει να υποδιαιρεθεί σε εθνικούς τομείς. Με την άποψη αυτή συντάσσονται ασφαλώς και οι Η.Π.Α., οι οποίες δεν αναγνωρίζουν σφαίρες επιρροής στην περιοχή.

Ο «Οργανισμός για την Δημοκρατία και την Οικονομική Ανάπτυξη» ο οποίος αποκαλείται και «GUAM», από τα συμμετέχοντα κράτη, που είναι η Γεωργία, Ουκρανία, Αζερμπαϊτζάν και Μολδαβία (παρατηρητές η Τουρκία και η Λιθουανία), ουσιαστικά αποσκοπεί στην ενσωμάτωση των χωρών αυτών στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ευρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (CIS),υποδαυλίζοντας έτσι την Ρωσική επιρροή στον Καύκασο και την Ανατολική Ευρώπη. Την 1η Ιουλίου 2008, έλαβε χώρα συνδιάσκεψη των χωρών της GUAM, στο Μπατούμι της Γεωργίας. Στο περιθώριο αυτής έγιναν ιδιαίτερες συναντήσεις με υψηλόβαθμα στελέχη των Η.Π.Α. και της Πολωνίας.

Κεντρικό θέμα της συναντήσεως GUAM – NATO, τον Ιούλιο, ήταν ο αγωγός OBP (Odessa-Brody-Plotsk), ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από την Κ. Ασία, στην Β. Ευρώπη, παρακάμπτωντας την Ρωσία, με πιθανή επέκτασή του έως το Γκντάσκ, της Πολωνίας. Σημειώνεται ότι ο αγωγός OBP, συνδέεται με τον Ρωσικό Αγωγό Φιλίας, όπως αποκαλείται (Druzhba pipeline), με την συμφωνία της Ρωσίας. Αντικειμενικός σκοπός των Η.Π.Α. είναι η αποδυνάμωση του Ρωσικού δικτύου αγωγών, συμπεριλαμβανομένου του Αγωγού Φιλίας, καθώς και του Βαλτικού Συστήματος Αγωγών (BPS),στην Δυτικοευρωπαίκή ενεργειακή αγορά.

Η Ρωσία έχει εγκαταστήσει έναν αγωγό, ως μέρος του Αγωγού Φιλίας, ο οποίος διέρχεται από την Λευκορωσία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία. Το Βαλτικό Σύστημα Αγωγών (BPS), συνδέει την Σαμάρα με τον ρωσικό σταθμό τάνκερ πετρελαίου στο Primorsk, του κόλπου της Φινλανδίας. Μεταφέρει πετρέλαιο από περιοχές της Δυτικής Σιβηρίας στις Βόρειες και Δυτικές αγορές της Ευρώπης.

Ένα άλλο στρατηγικό σύστημα αγωγών είναι το ονομαζόμενο «Caspian Pipeline Consortium» (CPC), το οποίο βασίζεται στην συνεργασία Ρωσίας – Καζακστάν, με συμμετοχή αριθμού εταιρειών πετρελαίου της Μ. Ανατολής. Το σύστημα αυτό, μεταφέρει πετρέλαιο από το κοίτασμα του Tengiz του δυτικού Καζακστάν (Atyrau), στον εξαγωγικό σταθμό Τάνκερ του Νovorossiysk. Τα συστήματα BPS και CPC συνδέονται μεταξύ τους, μέσω του αγωγού ρωσοκαζακικών συμφερόντων, Atyrau – Samara (AS) (από 16 στα 20 εκατ. Τόνους ετησίως).

Τον Μάϊο του 2007 η Ρωσία , το Τουρκμενιστάν και το Καζακστάν συμφώνησαν στην εντός τριών ετών κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου γύρω από την Κασπία, ο οποιός θα μεταφέρει 10 δις μ.3 ετησίως, από το Τουρκμενιστάν στο Ρωσικό υφιστάμενο δίκτυο, για περαιτέρω προώθηση στην Ευρώπη. Η Ρωσική αυτή επιτυχία αποτελεί ταυτόχρονα και κτύπημα στην αμερικανική προσπάθεια να στείλουν το φυσικό αέριο της Κ. Ασίας απ’ ευθείας στην Ευρώπη (TCP) και ψαλιδίζει τα όνειρα χωρών όπως η Πολωνία, η Ουκρανία και η Λιθουανία για μείωση της ενεργειακής εξαρτήσεως από την Μόσχα. Παράλληλα η Ρωσία και το Καζακστάν συμφώνησαν στην αύξηση της χωρητικότητος ενός ήδη υφισταμένου αγωγού και συζήτησαν για πυρηνική και διαστημική συνεργασία. Όταν τα έργα αυτά θα έχουν ολοκληρωθεί, η Ρωσία θα έχει σχεδόν διπλασιάσει τις εισαγωγές φυσικού αερίου από την Κ. Ασία (90 δις κ.μ., από 50 δις. Κ.μ.). Το Τουρκμενιστάν προτίθεται όπως παράλληλα συμμετάσχει στην κατασκευή του Δυτικών συμφερόντων αγωγού NABUCO.

H Ρωσία επίσης, κινείται για αύξηση της προσβάσεως στο πετρέλαιο της Κ. Ασίας. Πρόσφατα ανεκοινώθει η πρόθεση Ρωσίας και Καζακστάν να επεκτείνουν το δίκτυο αγωγών πετρελαίου, προκειμένου να επιτευχθή ετησία χωρητικότης 40 εκ. τν., από 23 που έιναι τώρα. Επιπλέον οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει όπως το Καζακστάν παρέχει 17 εκ. τόνους ετησίως στον αγωγό 280 χλμ. Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Το Καζακστάν, κατά το 2007, εξήγαγε 52.2 εκ. τν. πετρελαίου από τους οποίους τα 42 εκ., μέσω Ρωσίας.

Οι κυβερνήσεις του GUAM κατά την ανωτέρω συνάντηση στο Μπατούμι, ενέκριναν επίσης την περαιτέρω ανάπτυξη του «GUAM Transportation Corridor» (GTC), ο οποίος συμπληρώνει τον αγωγό BTC (ελέγχεται από την ΒP). Αμφότεροι οι αγωγοί GTC και BTC, προστατεύονται στρατιωτικά από δυνάμεις της  GUAM και του ΝΑΤΟ. Ο GTC θα συνδέει το Μπακού με τα Γεωργιανά λιμάνια του Πότι και του Μπατούμι, τα οποία θα συνδέονται με την Οδησσό της Ουκρανίας και από εκεί μέσω ξηράς ή θαλάσσης στην Δυτική και Βόρεια Ευρώπη.

Ο αγωγός BTC, που συνδέει την Α. Μεσόγειο με την Κασπία, παρακάμπτωντας την Ρωσία, προσδίδει νέα δεδομένα στην γεωπολιτική κατάσταση της περιοχής και διαμορφώνει νέα φιλοδυτικούς δεσμούς μεταξύ των χωρών Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Τουρκία και Ισραήλ. Μέρος του πετρελαίου του αγωγού αυτού θα διοχετεύεται στο Ισραήλ υποθαλασσίως από το Τσεύχάν στην Ασκαλώνα και από εκεί, μέσω του Ισραηλινού συστήματος  αγωγών, στην Ερυθρά θάλασσα (Είλάτ) για τις Ασιατικές αγορές. Δεν αποτελεί συνεπώς έκπληξη το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει συνάψει στρατιωτικές συμφωνίες με την Γεωργία και το Αζερμπαίτζάν.

Ο αγωγός φυσικού αερίου του Νοτίου Καυκάσου αποτελεί μία ζωτική εναλλακτική λύση για τα Δυτικά συμφέροντα. Το ερώτημα πάντως είναι κατά πόσο το Αζέρικο φυσικό αέριο επαρκεί για τις Ευρωπαίκές ανάγκες, καθ’ όσον επί του παρόντος η Διακασπιακή σύνδεση (Trans-Caspian gas link), η οποία θα απέφευγε την Ρωσία και Ιράν, παραμένει αμφιλεγόμενη (συμφωνία1999, μεταξύ Τουρκμενιστάν, Τουρκίας, Αζερμπαίτζάν και Γεωργίας. Υψηλό κόστος. Διαφωνία το 2000 για αναλογίες συμμετοχής Αζέρων, στον αγωγό) λόγω κυρίως των υφισταμένων διαφορών του νομικού καθεστώτος της Κασπίας. H μη επίλυση του προβλήματος αυτού, επηρεάζει και την υλοποίηση του αγωγού φυσικού αερίου NABUCCO (31 δις κ.μ. ετησίως και 7.9 δις ευρώ). Το όλο θέμα της επάρκειας θα επιλύετο με την κατασκευή αγωγού συνδέοντος το Ιράν (το μόνο ρεαλιστικό και βιώσιμο) αλλά η περίπτωση αυτή αποκλείεται από τις Η.Π.Α..

Ο αμερικανικής εμπνεύσεως αγωγός TAP (Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Πακιστάν και αργότερα πιθανόν Ινδία), αντιμετωπίζει πρόβλημα υλοποιήσεως, λόγω γεωγραφίας (αφγανικές οροσειρές και αστάθεια στο Αφγανιστάν).

Ο σχεδιαζόμενος αγωγός φυσικού αερίου South Stream, παροχής 31 δις κ.μ. ετησίως, θεωρείται αντίπαλος του NABUCCO και αναμένεται να έχει το διπλάσιο κόστος από τον τελευταίο. Ηχώρα μας έχει προτείνει την διασύνδεσή του με τον αγωγό Τουρκίας – Ελλάδος – Ιταλίας.

Ο αγωγός φυσικού αερίου Blue Stream θα επιτύχει την πλήρη παροχή του το 2010, με 16 δις κ.μ. ετησίως. Ένας από τους πολιτικούς σκοπούς του αγωγού είναι η αποθάρρυνση χρήσεως του εδάφους της Τουρκίας, από Δυτικές δυνάμεις για απ’ ευθείας μεταφορά αερίου της Κασπίας στην Ευρώπη.

Η αποκαλούμενη «Στρατηγική του Δρόμου του Μεταξιού» (SRS), αποτελεί τμήμα της μεταψυχροπολεμικής εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α.. H SRS, έλαβε την μορφή νομοσχεδίου το οποίο παρουσιάσθηκε στο Κονγκρέσσο το 1999 και προέβλεπε την δημιουργία ενός ενεργειακού και μεταφορικού διαδρόμου συνδέοντος την Δυτική Ευρώπη με την Κ. Ασία κα την Άπω Ανατολή. Ο « Δρόμος του Μεταξιού» ορίζεται ως ένα Διευρασιατικό Σύστημα Ασφαλείας, ενώ η στρατιωτικοποίηση του Ευρασιατικού αυτού διαδρόμου, ως τμήματος του μεγάλου παιγνιδιού,  εθεωρείτο δεδομένη. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η ανάπτυξη της Αμερικανικής εμπορικής αυτοκρατορίας κατά μήκος ενός γεωγραφικού διαδρόμου. Ενώ το νομοσχέδιο αυτό  (HR3196), υιοθετήθηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έγινε ποτέ νόμος αλλά εν τούτοις, η στρατηγική του Δρόμου του Μεταξιού, υπό την κυβέρνηση Μπούς, απετέλεσε την de facto βάση του αμερικανικού και ΝΑΤΟϊκού επεμβατισμού, υπό το όραμα της ενσωματώσεως των πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών του Νοτίου Καυκάσου και της Κ. Ασίας στην αμερικανική σφαίρα επιρροής.

Η διαδικασία στρατιωτικοποιήσεως της SRS, εστρέφετο εναντίον της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Συγκεκριμένα η «106η Congress, Silk Road Strategy Act of 1999» προέβλεπε: « την ανάπτυξη ισχυρών πολιτικών, οικονομικών δεσμών και δεσμών ασφαλείας της Δύσεως με τις χώρες του Ν. Καυκάσου και της Κ. Ασίας, προκειμένου η Δύση να επιτύχει σταθερότητα στις περιοχές αυτές, οι οποίες είναι ευάλωτες σε πολιτικές και οικονομικές πιέσεις από τον Νότο, τον Βορρά και την Ανατολή» (δηλ. Ιράν και Μ. Ανατολή, Ρωσία και Κίνα αντίστοιχα).

Η υιοθέτηση νεοφιλελεύθερης πολιτικής ατζέντας από το ΔΝΤ και την Π.Τ., αποτελεί μέρος της SRS, η οποία επιδιώκει την προωθήσει ανοικτές οικονομίες της αγοράς, οι οποίες θα προσφέρουν κίνητρα ιδιωτικών επενδύσεων, αυξημένο εμπόριο και άλλες μορφές εμπορικών αμοιβαίων δράσεων. Η περιοχές αυτές είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν στις Η.Π.Α. επαρκείς ποσότητες ορυκτών καυσίμων, ώστε να μειωθεί σημαντικά η εξάρτησή της από τον τρωτό Περσικό Κόλπο.

Η SRS επιπλέον προετίθετο όπως αποτρέψει τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες από το να αναπτύξουν αυτόνομες πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις συνεργασίας τόσο μεταξύ τους όσο και κυρίως με την Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν. Στο πλαίσιο αυτό η δημιουργία του GUAM, το 1997, αποσκοπούσε να συμπεριλάβει ιτς πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, στο πλέγμα στρατιωτικής συνεργασίας με τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με την SRS Act 1999, ως κράτη του Ν. Καυκάσου και της Κ. Ασίας, νοούνται η Αρμενία, Αζερμπαίτζάν, Γεωργία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν και Ουζμπεκιστάν. Υπ’ αυτήν την έννοια ο αμερικανικός αυτός αντικειμενικός σκοπός έχει αποτύχει διότι με εξαίρεση την Ουκρανία, Γεωργία και Αζερμπαϊτζάν, οι υπόλοιπες χώρες από γεοπολιτική άποψη, πρόσκεινται στην Μόσχα.

Εν τω μεταξύ περί το 2010 θα λειτουργήσει σύστημα παραλλήλων αγωγών φυσικού αερίου από το Καζακστάν έως την Κίνα, συνολικού μήκους 7000 χλμ. και θα συνδέει το Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Καζακστάν με την ΒΔ. Κινεζική επαρχία Ξινγιάνγκ (KCP). Κύριος δημιουργός του έργου είναι η Κινεζική Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου (CNPC), η οποία υπέγραψε σχετικά συμβόλαια με αντίστοιχες εταιρείες των άλλων κρατών, δίδοντάς τους το 50% της χρηματοδοτήσεως, στα αντίστοιχα μέρη των αγωγών. O KCP αντιστρατεύεται τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα στην Ευρασία, υποδαυλίζοντας την SRS. Ο KPC, αποτελεί μέρος μίας ανταγωνιστικής Ευρασιατικής στρατηγικής μεταφορών και ενέργειας, κυριαρχούμενης από την Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.

Οι ανταγωνιστικοί αυτοί Ευρασιατικοί διάδρομοι επικοινωνίας και ενέργειας, προστατεύονται από δύο τοπικές στρατιωτικές συμμαχίες: Τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης (SCO) και τον Οργανισμό Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας «Collective Security Treaty Organization» (CSTO). Οι δύο αυτοί Οργανισμοί αντιμετωπίζουν την αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή επέκταση στην Κ. Ασία και τον Καύκασο.

Ο SCO περιλαμβάνει τα κράτη Ρωσία, Κίνα, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Ουζμπεκιστάν, με παρατηρητή το Ιράν. Ο CSTO έχει ως κράτη μέλη την Ρωσία, Αρμενία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Ουζμπεκιστάν και διαδραματίζει κεντρικό γεωπολιτικό ρόλο ως προς τις οδούς επικοινωνίας και ενέργειας, λειτουργεί δε σε στενή συνεργασία με τον SCO. Οι δύο αυτές συμμαχίες έχουν διεξαγάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις από το 2006, το 2007 συνυπέγραψαν MOU αμοιβαίας στρατιωτικής συνεργασίας, ενώ αμφότεροι συνεργάζονται ενεργά με το Ιράν.

Οι προθέσεις της Ρωσίας, δεν είναι δυνατόν να παρερμηνευθούν. Τον Ιούνιο του 2004 ο Πρόεδρος Πούτιν είχε αποσαφηνίσει στόχους και προτεραιότητες. Μιλώντας σε συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Λεβ Γκουμίλεφ, στην πρωτεύουσα του Καζακστάν Αστάνα είχε τονίσει τα εξής: «Οι ιδέες του Γκουμίλεφ, που είχε πρώτος διατυπώσει την αρχή του νεο – ευρασιατισμού και που αποβλέπουν στην ένωση των κρατών της Ευρασίας εναντίον της Υπερατλαντικής Δύσεως, κινητοποιούν σήμερα πια τις μάζες των χωρών μας. Η προστασία από εξωγενείς απειλές και από τον αυξανόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από ενωτικές και αποφασιστικές κινήσεις.... Η Ευρασία είναι ο μοχλός για την επίτευξη των στόχων αυτών, και η Ρωσία αποτελεί την καρδιά της Ευρασίας.... Οι επί μέρους εθνικισμοί και οι ανόητες προσωπικές φιλοδοξίες μπορούν μονάχα να αποτρέψουν την προσπάθειά μας. Αλλά δεν είμαστε ανόητοι». Και κλείνοντας ανεφώνησε: «Έξυπνοι λαοί του κόσμου ενωθείτε».

8. ΚΑΥΚΑΣΟΣ

Η πρόσφατη στρατιωτική σύγκρουση στην Γεωργία και η συνεχιζόμενη κρίση στην περιοχή αυτή, αποτελεί σοβαρή ένδειξη της μεταβατικής εποχής την οποία διανύει η δομή του διεθνούς συστήματος. Οι Η.Π.Α., η έως τώρα μοναδική υπερδύναμη του μονοπολικού συστήματος ευρίσκεται ενώπιον μίας νέας πραγματικότητος, σύμφωνα με την οποία δεν δύναται να ελέγξει μονομερώς την πορεία των γεγονότων, τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές του πλανήτου. Στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού για απόκτηση ισχύος στην χερσαία μάζα της Ευρασίας, η Ρωσική άμεση και αποτελεσματική στρατιωτική αντίδραση στην πρόκληση που έλαβε χώρα στα σύνορά της και η επακολουθήσασα μονομερής αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας, υπήρξε μία επίδειξη δυνάμεως για πολλούς αποδέκτες. Η Ρωσία έστειλε το μήνυμα ότι εις το εξής, οιαδήποτε απόφαση ασφαλείας, εξωτερικής πολιτικής ή οικονομικής και ενεργειακής φύσεως στην γειτονιά της, είναι δυνατόν να επιτευχθεί, μόνο με την ενεργό και κυρίαρχη συμμετοχή αυτής, ανεξαρτήτως των οιονδήποτε ΝΑΤΟϊκών υποσχέσεων σε κράτη της περιοχής. Το επόμενο ίσως βήμα της Μόσχας θα είναι η αποκαθήλωση του Δυτικότροπου καθεστώτος της Τιφλίδος, αμέσως μόλις καταλαγιάσει η εθνική συσπείρωση λόγω των προσφάτων γεγονότων, γεγονός για το οποίο οι Η.Π.Α. αντιδρούν από τώρα με ενίσχυση πάσης μορφής της Γεωργιανής κυβερνήσεως. Επιπλέον οι αμερικανοί απειλούν την Ρωσία με σειρά μέτρων (συμμετοχή σε Π.Ο.Ε., αποπομπή από τους G – 8) αν και δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιά έκταση θα τα υλοποιήσουν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τα μέσα και έως την 31η Ιουλίου 2008 (μία εβδομάδα προ της Γεωργιανής επιθέσεως της 7ης Αυγούστου), διεξήχθησαν αμερικανογεωργιανές στρατιωτικές ασκήσεις, υπό την επωνυμία «Immediate Response», κοντά στην Τιφλίδα (στατιωτική βάση Vaziani), με συμμετοχή 1000 αμερικανών και 600 Γεωργιανών στρατιωτών. Στην άσκηση συμμετείχαν στρατεύματα από την Ουκρανία, το Αζερμπαίτζάν και παραδόξως από την Αρμενία (στα πλαίσια εξομαλύνσεως των σχέσεων με το Αζερμπαίτζάν). Υπεύθυνος συντονισμού της ασκήσεως ήταν ο Διοικητής U.S. military’s Southern European Task Force,  Υποστράτηγος William B. Garett.

Την 5η Ιουλίου, άρχισε η διεξαγωγή Ρωσικών στρατιωτικών ασκήσεων μεγάλης κλίμακος, με συμμετοχή 8.000 στρατιωτικού προσωπικού και 700 τεθωρακισμένων μονάδων της 58ης στρατιάς καθώς και 30 αεροσκαφών, στον Βόρειο Καύκασο με την επωνυμία «Caucasus Frontier 2008». Οι μονάδες αυτές χρησιμοποιήθηκαν λίγες ημέρες αργότερα στην αντεπίθεση κατά των Γεωργιανών δυνάμεων στην Νότια Οσσετία.

Η σύγκρουση στην Γεωργία, παρείχε την ευκαιρία στην Ευρώπη να αποκτήσει την εικόνα της μετριοπαθούς δυνάμεως και να διαδραματίσει επιτυχώς χρέη αντικειμενικού διαχειριστού και διπλωματικού διαμεσολαβητού της όλης κρίσεως. Είναι γεγονός ότι η Ε.Ε. κατόρθωσε εγκαίρως να ελαττωθεί η ένταση, και να γίνει αποδεκτό το σχέδιο καταπαύσεως εχθροπραξιών το οποίο επρότεινε. Στο αποτέλεσμα αυτό συνετέλεσε και το γεγονός της εμπορικής και ενεργειακής συμβιώσεως με την Ρωσία (η Ε.Ε. απορροφά το 48.6% του ρωσικού εξωτερικού εμπορίου, ενώ περισσότερο από το 90% των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών οδεύουν σε ευρωπαίκές χώρες).

Για να γίνει αντιληπτή η πρόσφατη στρατιωτική σύγκρουση στην Ν. Οσετία, θα πρέπει πέραν από τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και προπαγάνδες, να εστιασθεί κάποιος στις ουσιαστικές παραμέτρους του προβλήματος, που είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:

  1. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την πρώην Σοβιετική σφαίρα επιρροής.
  2. Η ενεργειακή γεωπολιτική διάσταση στις περιοχές της Κασπίας και της Κ. Ασίας.
  3. Οι αντικρουόμενες πολιτικές των Η.Π.Α., ως προς την σταθερότητα της περιοχής του Καυκάσου.
  4. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου.

Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ αποτελεί εργαλείο της αμερικανικής προβολής ισχύος και προκαλεί τα ενστικτώδη φοβικά αντανακλαστικά της Ρωσίας, που ανάγονται από την εποχή των Τσάρων, σχετικά με την περικύκλωση της χώρας από εχθρικές δυνάμεις. Η Μόσχα παρατηρεί με ανησυχία ένα διαμορφούμενο αμερικανικό τόξο συμμαχιών και στρατηγικών συνεργασιών, περί την επικράτειά της, το οποίο αρχίζει από την Πολωνία και τα Βαλτικά κράτη,διέρχεται από το ΝΑΤΟικό προτεκτοράτο του Κοσόβου, την Τουρκία, Ισραήλ, Γεωργία, το κατακτημένο Ιράκ, την ΝΑΤΟϊκή παρουσία στο Αφγανιστάν, την ολοένα και περισσότερο συνδεδεμένη με την Δύση Ινδία και τελικώς τερματίζεται στην Ν. Κορέα και την Ιαπωνία.

Κατά το τέλος της δεκαετίας του 1980, ο αμερικανός Πρόεδρος Πρόεδρος George H. W. Bush υποσχέθηκε στον Ρώσο ομόλογό του Μιχαήλ Γκορμπατζόφ, ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεδίωκε να ενσωματώσει χώρες του πρώην συμφώνου της Βαρσοβίας, στην Α. Ευρώπη, καθώς και ότι σύντομα θα άρχιζαν σχετικές συνομιλίες για τον τερματισμό της διατλαντικής συμμαχίας. Η αθέτηση των υποσχέσεων αυτών υπήρξε μία από τις πρώτες ενέργειες του νέου αμερικανού Προέδρου Μπιλ Κλίντον. Κατά την Ρωσική πλευρά, οι Η.Π.Α. αποδεικνύουν με τις ενέργειές των ότι γι αυτές ο Ψυχρός Πόλεμος δεν έχει τελειώσει.

Η ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, εκλαμβάνεται από την Ρωσία ως μέρος του σχεδίου περικυκλώσεως και ανασχέσεως της χώρας. Από την άνοδο του αμερικανοτραφούς Προέδρου Σαακασβίλι, το 2003, η χώρα έχει πολλαπλασιάσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό επί 30, με την γενναία βοήθεια των χωρών του ΝΑΤΟ. Μία νατοϊκή Γεωργία, θα έφερε αυτομάτως την χώρα αυτή στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, αφού μία επίθεση κατά χώρας μέλους ισοδυναμεί με επίθεση κατά του ΝΑΤΟ.

Σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., οι οποίες φαίνεται ότι δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τον βαθμό της Ρωσικής πολιτικής βουλήσεως για δυναμική αντίδραση προκειμένου να μην περικυκλωθεί, με ανυπολόγιστες ίσως συνέπειες, οι Ευρωπαίοι, όπως η Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κ.λ.π., ανθίστανται στην αμερικανική πίεση για βεβιασμένη είσοδο της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Ενδεχομένως μέρος της ευρωπαίκής αντιδράσεως να οφείλεται στην αυξανομένη ενεργειακή εξάρτηση αυτής από της Ρωσία.

Η δεύτερη παράμετρος η οποία αφορά τις εξελίξεις στον Καύκασο είναι η γεωπολιτική της ενέργειας στην περιοχή, η οποία κυριαρχείται από την  αντιπαλότητα μεταξύ Η.Π.Α. – Ρωσίας (το λεγόμενο μεγάλο παιγνίδι») ως προς την πρόσβαση και τον έλεγχο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Στον τομέα αυτό φαίνεται ότι πρόσφατα η Μόσχα απέκτησε πλεονέκτημα, παγιώνοντας την πρόσβασή της στην Κ. Ασία και ενισχύοντας τον ρόλο της ως κύριος προμηθευτής της Ευρώπης.

Η Μόσχα μέσω της κρατικής γιγαντιαίας εταιρείας πετρελαίου Γκάζπρομ ελέγχει σε μεγάλο βαθμό το φυσικό αέριο του Τουρκμενιστάν το οποίο διοχετεύεται στην Δύση. Επίσης το Καζακστάν έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί με Δυτικές πιέσεις για διακοπή των στενών σχέσεων με την Ρωσία. Η Αστάνα υπεστήριξε πλήρως τις Ρωσικές θέσεις κατά την πρόσφατη σύγκρουση στην Ν. Οσετία, διαψεύδοντας τις απόψεις ότι η Ρωσική επέμβαση θα δημιουργούσε ανησυχία στα γειτονικά κράτη, για ανάλογη μοίρα και ότι για τον λόγο αυτό θα εστρέφοντο προς την Δύση.

Οι κύριοι Δυτικοί παράγοντες του πετρελαίου χρειάζονται απελπισμένα την διοχέτευση του Καζακικού πετρελαίου, στον αγωγό BTC, ο οποίος παρακάμπτει την Ρωσία. Η υποστήριξη της Τυφλίδος και η ευθυγράμμιση αυτής με τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε. είναι πρωταρχικής σημασίας για την επίτευξη του σκοπού της μειώσεως της ενεργειακής εξαρτήσεως της Ε.Ε. από την Μόσχα. Εξ’ αυτού προκύπτει η στρατηγική σημασία της εντάξεως της Γεωργίας στην Ατλαντική συμμαχία.

Παρ’ όλα αυτά ο αγωγός BTC, ο πλέον ακριβός στην Ιστορία, ενδεχομένως να μην εκπληρώσει τον σκοπό κατασκευής του, λόγω μειωμένης παροχής καυσίμου (το Αζέρικο πετρέλαιο δεν είναι αρκετό) και λόγω της αστάθειας στον Καύκασο. Επί παραδείγματι, κατά την πρόσφατη σύγκρουση στην Γεωργία, ο εν λόγω αγωγός, καθώς και οι λιμενικές υποδομές εξαγωγής καυσίμου, διέκοψαν την λειτουργία τους και το Μπακού, παρά τις φιλοδυτικές του διαθέσεις, αντέδρασε παρεκτρέποντας την εξαγωγή πετρελαίου στο παλαιό Σοβιετικό δίκτυο αγωγών, το οποίο διέρχεται μέσω Ρωσίας. Η πρόσφατη ανακήρυξη ανεξαρτησίας της Ν. Οσσετίας και της Αμπχαζίας, με Ρωσική υποστήριξη,  εγκαινιάζουν περίοδο αστάθειας για την Γεωργία, με άμεσες επιπτώσεις στην λειτουργία και τρωτότητα των αγωγών BTC, BTE, Bacu – Supsa, καθώς και των λιμένων Μπατούμι, Πότι και Κουλεβι.

Μετά την πρόσφατη σύγκρουση, η Γεωργία αντιμετωπίζει την πραγματική ζημία μέρος της οποίας θα είναι μη αναστρέψιμη. Η μέχρι πρότινος εικόνα της Γεωργίας ως ασφαλούς ενεργειακού προορισμού για τα Δυτικά συμφέροντα έχει μεταβληθεί. Κατά την διαδικασία κατασκευής του αγωγού BTC, μεγάλη σημασία είχε αποδοθεί στην ασφάλειά του μόνο επί των εδαφών της Τουρκίας και του Αζερμπαίτζάν. Η στο εξής σχεδόν δεδομένη αστάθεια στην Γεωργία θα ωθήσει τις εταιρείες πετρελαίου να αναθεωρήσουν την πολιτική τους. Κατά την τελευταία δεκαετία οι Δυτικές εταιρείες έχουν δαπανήσει περί τα $5 δις για την ανάπτυξη των λιμένων Μπατούμι, Πότι και Κουλεβι, μαζί με τους αγωγούς Μπακού- Σουπσα και ΒΤΕ. Η κορωνίς όμως των Δυτικών επενδύσεων είναι ο αγωγός BTC, μήκους 1760 χλμ και παροχής 1 εκ. βαρελιών ημερησίως. Στο νέο διαμορφωθέν περιβάλλον ασφαλείας όλα αυτά αποτελούν πλέον στόχους.

Η τρίτη, παράμετρος αφορά την σταθερότητα στον Καύκασο και τον ρόλο της Ουάσινγκτον στην περιοχή αυτή. Κατά την Ρωσική άποψη, ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, κατά την δεκαετία 1990, απετέλεσε το πείραμα και την δοκιμή της μελλοντικής προσπάθειας διαμελισμού του Ρωσικού Καυκάσου. Στην άποψη αυτή συνηγορούσαν οι εκτιμήσεις ότι οι Η.Π.Α. υπεστήριξαν εμμέσως τις στρατιωτικές ενέργειες των Τσετσένων, μέσω Σαουδικής Αραβίας, ενώ παράλληλα επεχείρησαν να διεισδύσουν στον Καύκασο και να ασκήσουν επιρροή, μέσω της Τουρκίας. Έτσι μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, δύο συγκρουόμενοι άξονες είχαν σχηματισθεί στον Καύκασο, ο άξονας Βορρά – Νότου με Ρωσία, Αρμενία και Ιράν και ο άξονας Ανατολή – Δύση με Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία και Τουρκία, με αμερικανική υποστήριξη.

Η σχετική σύγχιση στην πολιτική των Η.Π.Α. πηγάζει από την προσπάθεια συνθέσεως δύο  αντικρουομένων συμφερόντων. Αφ’ ενός η Ουάσινγκτον θα επιθυμούσε την ατελέσφορη και μακροχρόνια Ρωσική στρατιωτική εμπλοκή στην περιοχή του Καυκάσου, η οποία θα εξουδετέρωνε την Ρωσία ως στρατηγικό ανταγωνιστή και θα επέτρεπε εν καιρώ την επέμβαση των Δυτικών, εις το όνομα του ανθρωπισμού και της ανεξαρτησίας των αυτονόμων Ρωσικών Δημοκρατιών του Καυκάσου,όπως στην Γιουγκοσλαβία. Αφ’ ετέρου, όμως αποτελεί εξ ίσου συμφέρον των Η.Π.Α., η σταθερότης και ασφάλεια στην περιοχή η οποία θα εξασφαλίζει την ανεμπόδιστη πρόσβαση και επένδυση των δυτικών εταιρειών πετρελαίου στις ενεργειακές πηγές ορυκτών καυσίμων και στην ασφαλή κατασκευή των αγωγών μεταφοράς των.

Η ανωτέρω αμερικανική πολιτική, συνέβαλε στην σχετική προσέγγιση Τουρκίας και Ρωσίας υπό την διαμεσολάβηση του Ιράν, το οποίο έχει προτείνει αρκετές φορές την δημιουργία ενός τριγώνου Άγκυρας – Μόσχας – Τεχεράνης με σκοπό τον τερματισμό των συγκρούσεων στον Καύκασο, μέσω διπλωματίας και διαλόγου. Κατά την πρόσφατη σύγκρουση Ρωσίας – Γεωργίας, η Τουρκία τήρησε ουδέτερη στάση και πρότεινε στην Ρωσία την δημιουργία του «Συμφώνου Σταθερότητος και Συνεργασίας στον Καύκασο», ως μέσο επιλύσεως των διαφορών μη συμπεριλαμβάνοντας επί του παρόντος το Ιράν για ευνοήτους λόγους. Το Ιράν τήρησε επίσης στάση ουδετερότητος στην σύγκρουση αυτή παρά τους δεσμούς της με την Ρωσία και τις διαφορές της με τις Η.Π.Α., ενώ έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο διαμεσολαβητού μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας, καθώς και μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαίτζάν.

Η ανωτέρω τάση προσεγγίσεως Μόσχας, Τουρκίας και Τεχεράνης ανησυχεί την Ουάσινγκτον. Μία ταχεία ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, θα είχε ως πιθανό αποτέλεσμα την αναβίωση της εντάσεως στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας  και ίσως ακόμη να διέκοπτε την πρόσφατη τάση συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ιράν.

Η Τετάρτη παράμετρος αφορά την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Πολλοί υποστηρίζουν την άποψη ότι η αυτονόμηση της Σερβικής αυτής επαρχίας και η επί της ουσίας μετατροπή του σε ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο από το 1999, απετέλεσε κακό προηγούμενο το οποίο αγνόησε βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου και απείλης την ειρήνη της περιοχής, προκαλώντας την Μόσχα. Είναι πιθανό η βιασύνη με την οποία οι Η.Π.Α., και 45 ακόμη κράτη, ανεγνώρισαν την ανεξαρτησία του Κοσόβου, δίχως να λάβουν υπ’ όψη την Ρωσία, να οδήγησε στην σύγκρουση της Γεωργίας.

Για πρώτη φορά μετά τον Β’ΠΠ τα σύνορα μίας κυριάρχου χώρας, της Σερβίας, επαναπροσδιορίσθηκαν από μία δύναμη κατοχής (ΝΑΤΟ), δίχως σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Γιατί το Κόσοβο και γιατί τώρα; Οι Αλβανοί Κοσοβάροι δεν κινδύνευαν πλέον από την Σερβία η οποία διαμορφώνεται σε μία ώριμη Δημοκρατία με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η απάντηση ευρίσκεται μάλλον στην Αμερικανική στρατιωτική βάση Bondsteel, την μεγαλύτερη βάση εκτός των Η.Π.Α.. Ένα στρατιωτικό ανέκδοτο λέει ότι από το διάστημα δύο είναι οι ορατές ανθρώπινες κατασκευές: Το Σινικό τείχος και η βάση Bondsteel. Ένας από τους σκοπούς της βάσεως αυτής είναι η προστασία του διαβαλκανικού αγωγού AMB (Albania, Macedonia, Bulgaria), ο οποίος συνδέει την Μαύρη Θάλασσα με την Μεσόγειο και έρχεται σε άμεσο ανταγωνισμό με τον Ρωσικής υποστηρίξεως εναλλακτικό αγωγό Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Επίσης η βάση Bondsteel διαδραματίζει ρόλο υποστηρίξεως των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ και Αφγανιστάν και θα μπορούσε να έχει σημαντικό ρόλο σε μελλοντική επίθεση στο Ιράν. Επιπλέον η βάση αυτή είναι πιθανόν να φιλοξενεί μυστικές φυλακές τρομοκρατών της CIA.

Η βάση Bondsteel ευρίσκεται αρκετά κοντά στην Ρωσία ώστε να αποτελεί απειλή και συνεπώς σε περίπτωση κατά την οποία το Κόσοβο απεδίδετο πάλι στην Σερβία, υπήρχε πιθανότητα να ζητηθεί εν καιρώ από τις Η.Π.Α., να την εγκαταλείψουν, δεδομένης της ιστορικής σχέσεως Βελιγραδίου – Μόσχας. Κατά συνέπεια οι Η.Π.Α. είχαν συμφέρον να καταστήσουν το Κόσοβο ανεξάρτητο προκειμένου να προβάλουν την ισχύ τους στην ευρύτερη περιοχή. Αλλά γιατί να αποδοθεί η ανεξαρτησία στο Κόσοβο και όχι στην Ν. Οσετία και την Αμπχαζία για ταυτόσημους ανθρωπιστικούς λόγους; Αυτό απείλησε ότι θα πράξη η Ρωσία και ενδεχομένως ώθησε την Γεωργία να εισβάλη στην Ν. Οσσετία τον περασμένο Αύγουστο.

Οι άμεσες επιπτώσεις και διαπιστώσεις των προσφάτων γεγονότων στον Καύκασο είναι πολλές:

  1. Η Γεωργία απώλεσε τις δύο επίμαχες περιοχές και μακροπρόθεσμα το καθεστώς ειρήνης και σταθερότητος στην περιοχή, απαραίτητο για τα αμερικανικά και δυτικά ενεργειακά συμφέροντα αλλά και για την ανάπτυξη της Γεωργιανής οικονομίας.
  2. Η Γεωργία έχει κλείσει τους αεροδιαδρόμους της για τα ρωσικά αεροπλάνα τα οποία ανεφοδιάζουν την μεγάλη ρωσική στρατιωτική βάση 5000 ατόμων στα δυτικά εδάφη της Αρμενίας (πόλη Gyumri) και η Ρωσία εξαναγκάζεται με δυσκολία να ανεφοδιάζει την βάση μέσω Αζερμπαίτζάν και Ιράν.
  3. To Kαζακστάν εγκατέλειψε, τουλάχιστον προσωρινά, τα επενδυτικά έργα δημιουργίας αποθηκευτικών χώρων δημητριακών (500.000 τν. με $10 εκ.), καθώς και διυλιστηρίων πετρελαίου ($1 δις) στους λιμένες Πότι και Μπατούμι αντίστοιχα, γεγονός που αποτελεί κτύπημα για την ήδη αποδυναμωμένη Γεωργιανή οικονομία, λόγω του Ρωσικού εμπάργκο.
  4. Τίθεται εν αμφιβόλω η υλοποίηση του προγράμματος διασυνδέσεως του Καζακικού πετρελαίου, με τον αγωγό BTC, το οποίο επροορίζετο να περατωθεί το 2012, μέσω του Kazakstan Caspian Transport System (KKST) και το οποίο θα παρείχε 20 εκ. τν. ετησίως. Η αναβολή ή ακύρωση του προγράμματος αυτού επηρεάζει την γεωπολιτική θέση του Μπακού ως προς την Ευρώπη.
  5. Διαπιστώθηκε η υψηλή μαχητική ικανότης των Ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, τουλάχιστον έναντι γειτονικών της κρατών (η 58η στρατιά αποτελούμενη από 23.000 στρατιώτες, κινητοποιήθηκε και αντέδρασε στην περιοχή επιχειρήσεων εντός 12 ωρών. Λαμβάνεται εν τούτοις υπ’ όψιν ότι μάλλον ανέμεναν την επιθετική πρωτοβουλία της Γεωργίας) αν και εκφράζεται επιφύλαξη για την διακλαδική ικανότητα C4ISR.
  6. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας και νυν μέλη του ΝΑΤΟ θορυβήθηκαν και έσπευσαν να ζητήσουν κάλυψη από τις Η.Π.Α. και όχι από την αδύναμη στρατιωτικά Ε.Ε. (αντίδραση Πολωνίας). Εν τούτοις τα κράτη του Καυκάσου και της Κ. Ασίας αναμένεται ότι λόγω γεωγραφίας, θα ακολουθήσουν εις το εξής προσεκτική πολιτική έναντι της Μόσχας. Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης θα αποτελέσει ενδεχομένως χρήσιμο πρόσχημα προς τον σκοπό αυτό.

Εν τέλει είναι θεμιτό και ευγενές για μία μεγάλη δύναμη να βοηθά καταπιεσμένες εθνικές οντότητες να αποκτούν την πολιτική τους αυτονομία. Ανέκαθεν όμως (όπως διδάσκει ο Θουκυδίδης) αυτό γίνεται επιλεκτικά και με όρους εθνικών συμφερόντων της μεγάλης δυνάμεως. Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές συνήθως αναδεικνύεται το διαχρονικό δίλλημα αφ’ ενός μεν του δικαιώματος της αυτοδιαθέσεως μειονοτήτων και αφ’ ετέρου του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας των κρατών. Σε κάθε περίπτωση καμμία λύση δεν έχει διάρκεια, εάν η εκάστοτε επεμβαίνουσα μεγάλη δύναμη δεν γνωρίζει τα όρια της ισχύος της και ακόμη εάν δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της και τα ζωτικά συμφέροντα άλλων μεγάλων δυνάμεων της περιοχής. Η κυβέρνηση Μπους φαίνεται ότι απέτυχε και στα δύο.

9. ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

Αντικειμενικός σκοπός των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, όπως έχει επισήμως διατυπωθεί, είναι η παροχή συνδρομής στην χώρα αυτή για να νικήσει τους τρομοκράτες και να αποκαταστήσει μία σταθερή, σύγχρονη και δημοκρατική χώρα, με σεβασμό στα δικαιώματα των πολιτών της, με αποτελεσματική ικανότητα διοικήσεως σε ολόκληρη την επικράτειά της και τέλος να την καταστήσει μία αξιόπιστη σύμμαχο στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.

Για τους σκοπούς αυτούς ο Πρόεδρος Μπους εζήτησε από το Κονγκρέσσο την έγκριση διαθέσεως του ποσού των $12 δις, για τα έτη 2007-2008 και διέταξε την αύξηση των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν.

Τον Φεβρουάριο του 2007, ο Λευκός Οίκος σε σχετική αναφορά του ισχυρίσθηκε ότι έχει επέλθει σημαντική πρόοδος στο Αφγανιστάν, για τους εξής συνοπτικά λόγους:

  1. Οι Ταλιμπάν δεν ασκούν πλέον εξουσία, η Αλ Κάϊντα έχει εγκαταλείψει τα στρατόπεδά της και η χώρα είναι ελεύθερη.
  2. Το Αφγανιστάν εκλέγει δημοκρατικά Πρόεδρο και Εθνικό Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο συμπεριλαμβάνει 91 γυναίκες, ενώ ο Πρόεδρος Καρζάϊ, έχει διορίσει την πρώτη γυναίκα Κυβερνήτη επαρχίας.
  3. Η Αφγανική οικονομία έχει διπλασιαστεί από το 2001 και η χώρα έχει προσελκύσει ξένες επενδύσεις ύψους $800 εκ..
  4. Περισσότερα από 5 εκ. παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και εξ αυτών το 1.8 εκ. είναι κορίτσια.
  5. Οι Η.Π.Α. έχουν κτίσει ή ανακαινήσει 681 νοσοκομεία.
  6. Περισσότεροι από 4.6 εκ. Αφγανοί πρόσφυγες έχουν επιστρέψει.

Η Στρατιωτική Στρατηγική στο Αφγανιστάν, έχει θέσει τους ακόλουθους σκοπούς:

  1. Αύξηση των δυνάμεων της Αφγανικής Αστυνομίας από 61.000 σε 82.000, στο τέλος του 2008 και εκπαίδευση αυτής, σε ποικιλία αντικειμένων.
  2.  Αύξηση των ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από 32.000 σε 70.000 στο τέλος του 2008, πρόσθεση νεων μονάδων ειδικών δυνάμεων και ενίσχυση αυτών με οπλισμό, ελικόπτερα και υλικό υποστηρίξεως.
  3. Λειτουργεί ήδη μικτό κέντρο πληροφοριών επιχειρήσεων, στην Καμπούλ.
  4. Αύξηση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν.
  5. Βελτίωση της διοικήσεως στις επαρχίες και ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Το ΝΑΤΟ λειτουργεί 25 μικτές πολιτικοστρατιωτικές ομάδες, ανοικοδομήσεως σε ολόκληρη την χώρα.
  6. Έως τώρα έχουν κατασκευασθεί 5000 μίλια οδικού δικτύου.
  7. Μείωση της καλλιέργειας οπίου και αντικατάσταση με εναλλακτικές καλλιέργειες.
  8. Καταπολέμηση διαφθοράς. Ο Πρόεδρος Καρζάϊ έχει ήδη ιδρύσει ομάδα ποινικού δικαίου για τον σκοπό αυτό, την οποία συνδράμουν εισαγγελείς, δικηγόροι και δικαστές από κράτη του ΝΑΤΟ.
  9. Παροχή συνδρομής (στρατιωτική υποδομή, ελικόπτερα και υλικό) στο Πακιστάν για καταπολέμηση της τρομοκρατίας, κυρίως στα σύνορά του.
  10. Ενθάρρυνση συνεργασίας μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. 

Παρά τα ανωτέρω, πολλοί διατείνονται ότι η πολτική των Η.Π.Α., στο Αφγανιστάν έχει αποτύχει κυρίως διότι δεν έλαβε επαρκώς υπ’ όψιν της, την γεωγραφία, την κουλτούρα της περιοχής και τις σχέσεις με τα γειτονικά κράτη, όπως το Πακιστάν και τις χώρες της Κ. Ασίας.. Κατά τους τελευταίους μήνες οι Ταλιμπάν έχουν ενισχυθεί, στις επαρχίες, οι οποίες δεν ελέγχονται, η παραγωγή ηρωϊνης φθάνει τους 600 τόνους, η διαφθορά οργιάζει και ο Μπιν Λάντεν παραμένει ασύλληπτος, προστατευόμενος από τοπικούς αρχηγούς φυλών. Η εισβολή στο Ιράκ το 2003, υπονόμευσε την αποστολή στο Αφγανιστάν. Η διάδοση της Δημοκρατίας στην χώρα μοιάζει ανέφικτη και παρά την σχετική βελτίωση των κοινωνικών δομών και της οικονομίας, η κατάσταση για τους περισσοτέρους πολίτες, κυρίως των επαρχιών είναι ζοφερή. Οι τοπικοί πολέμαρχοι εξακολουθούν να διαμορφώνουν την πολιτική σε τοπικό επίπεδο.

Η αμερικανική πολιτική θεωρεί το Αφγανιστάν ως μία ομοιογενή πολιτική και πολιτιστική οντότητα, ικανή να μετατραπεί σε ένα δημοκρατικό έθνος – κράτος, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Στην πραγματικότητα η χώρα βασίζεται σε ευαίσθητες και ευμετάβλητες συμμαχίες εκατοντάδων εθνοτήτων και φυλών με διαφορετικές καταβολές, γλώσσες και διαλέκτους. Η τοπική γεωγραφία και κουλτούρα υπερισχύει της εθνικής.

Επιπλέον, το Δυτικό ήμισυ του Πακιστάν κατοικείται και ελέγχεται από Παστούνς, πολλοί εθνικιστές εκ των οποίων, θεωρούν το Δ. Πακιστάν ως μέρος του ευρύτερου Παστουνιστάν, γεγονός που δημιουργεί επιπρόσθετες προκλήσεις στην περιοχή.

Μία στρατηγική botom-up (τοπικές υποδομές και χαλαρή ομοσπονδία ή χαλαρή κεντρική εξουσία) θα ήταν προτιμότερη από την ακολουθουμένη πολιτική top-down, η οποία νομιμοποιεί και ενδυναμώνει τους Ταλιμπάν και την Αλ Καϊντα. Το αδύνατο σημείο της στρατηγικής αυτής, εν τούτοις είναι η πιθανή ενδυνάμωση των τοπικών πολεμάρχων και αρχηγών, γεγονός το οποίο δυνατόν να αυξήσει την αστάθεια σε περίπτωση μελλοντικής αποχωρήσεως των ξένων στρατευμάτων. Η νέα αυτή στρατηγική θα πρέπει να μην καθυστερήσει λόγω της αλλαγής της ηγεσίας του Λευκού Οίκου. Από Γαλλική διπλωματική πηγή διέρευσε στον Γαλλικό τύπο η πληροφορία ότι ο Άγγλος Πρέσβης (Cowper Coles) στο Αφγανιστάν προβλέπει αποτυχία των ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων και ότι η βέλτιστη λύση θα ήταν ένας «αποδεκτός δικτάτωρ».

O επιτυχημένος στο Ιράκ στρατηγός Petraeus, αναλαμβάνοντας την νέα του θέση ως διοικητής της Central Command, έχει ήδη έλθει σε επαφή με το Δ.Ν.Τ. και την Π.Τ., προκειμένου να συνδράμουν την προσπάθεια στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Έχει γίνει αντιληπτό ότι η λύση στην χώρα αυτή εκτός από στρατιωτική θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα και οικονομική, εμπορική και αγροτική.

Εις το Αφγανιστάν ευρίσκονται τώρα συνολικά 32.000 αμερικανοί στρατιώτες εκ των οποίων οι 19.000 υπό την CENTCOM και οι υπόλοιποι 13.000 υπό το ΝΑΤΟ.

Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αντίπαλο δέος της Δύσεως καιροφυλακτεί. Στις 11 και 12 Ιουνίου 2008, διοργανώθηκε διεθνές συνέδριο επιστημόνων, ειδικών και πολιτικών, με συμμετοχή των χωρών SCO, του Αφγανιστάν, του Ιράν, της Γερμανίας, Μ. Βρεττανίας και Ιταλίας με θέμα το Αφγανιστάν, την Ευρασιατική ασφάλεια και τον SCO. Τα μέλη του τελευταίου, αφού διεπίστωσαν ότι η αντιτρομοκρατική αμερικανική εκστρατεία μέχρι στιγμής δεν έχει επιτύχει τους στόχους της, προσεφέρθησαν για ανάληψη πολύπλευρης συνδρομής στο Αφγανιστάν.

10. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.

Το διεθνές σύστημα διανύει μεταβατική περίοδο αναδιαμορφώσεως της δομής του. Πιθανότερη εξέλιξη του τρέχοντος μονοπολικού συστήματος, αποτελεί ένα πολυπολικό σύστημα με πόλους τις Η.Π.Α., Κίνα, Ρωσία, Ε.Ε., Ιαπωνία, Ινδία και σχέσεις ισορροπίας ισχύος μεταξύ των. Ενδεχόμενη σύγκλιση χερσαίων δυνάμεων της Ευρασίας (π.χ. Ρωσίας – Κίνας), είναι πιθανόν να προκαλέσει ανασχετικό συνασπισμό εκ μέρους των υπολοίπων πόλων.

Σύμφωνα με ενδείξεις, η υφισταμένη διεθνής αστάθεια, αναμένεται να ενταθεί. Κύριες αιτίες, η δραστική αύξηση ζητήσεως ορυκτών καυσίμων σε συνδυασμό με την σημαντική μείωση των αποθεμάτων τους, η ανισότης στην διεθνή κατανομή του πλούτου σε συνυδασμό με την δημογραφική έκρηξη των υπαναπτύκτων περιοχών, η κρίση στην παγκόσμια οικονομία, οι μεταναστεύσεις, η καταστροφή του περιβάλλοντος, οι μεγάλης κλίμακος εξοπλισμοί (η στρατιωτική τεχνολογία ευνοεί την επίθεση), η διασπορά Όπλων Μαζικής Καταστροφής και οι ανά τον κόσμο στρατιωτικές συγκρούσεις.
Η Κ. Ασία μετατρέπεται σταδιακά σε μέρος της εξισώσεως ασφαλείας των νοτίων και ανατολικών γειτονικών χωρών. Ενώ οι χώρες οι οποίες παραδοσιακά αποτελούσαν τους κύριους «παίκτες» στην περιοχή, ήταν η Ρωσία, η Δύση, η Τουρκία και το Ιράν,  η Κ. Ασία κυριαρχείται σταδιακά από περισσότερα Ασιατικά κράτη. Μεταξύ αυτών η Κίνα, η Ρωσία, το Πακιστάν και η Ινδία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

Το Αφγανιστάν, λόγω της γεωγραφικής του αξίας προσελκύει την προσοχή των εξωτερικών «παικτών». Η ανάγκη προωθήσεως των παραγομένων ορυκτών καυσίμων των χωρών της Κ. Ασίας προς τις διεθνείς αγορές, καθώς και η πρόκληση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, καθιστά το Αφγανιστάν κομβική χώρα για την ασφάλεια των χωρών αυτών. 

Η Κ. Ασία παραμένει μία περιοχή μεταβαλλομένων συμμαχιών, στην οποία δεν υπάρχουν μόνιμοι εχθροί ή φίλοι. Η ασυμβατότης των εθνικών συμφερόντων των κυρίων παικτών στην περιοχή αυτή, ενισχύει την πιθανότητα αμοιβαίων εσφαλμένων εκτιμήσεων. Επιπλέον όλοι οι εξωτερικοί «παίκτες» της περιοχής, εμπλέκονται και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτου, γεγονός που σημαίνει ότι τυχόν επιπλοκές στις σχέσεις τους ανά τον κόσμο θα αυξάνουν την αστάθεια της Κ. Ασίας. Απόπειρες δημιουργίας τοπικών μηχανισμών ελέγχου της ασφάλειας, έχουν μέχρι στιγμής αποτύχει, κυρίως λόγω διαφορετικών προσανατολισμών και αντιλήψεων περί απειλών, εκ μέρους των τοπικών χωρών. Εξ άλλου, η εθνική ετερογένεια και η πολυπολιτισμικότητα, σε συνδυασμό με την κρατική παθογένεια (έλλειψη ελέγχου, έγκλημα, διαφθορά, αντιδημοκρατική συμπεριφορά, κακοδιαχείρηση κ.λ.π.), προκαλεί αστάθεια στα κράτη της Κ. Ασίας. Κατά συνέπεια η διαμόρφωση ενός διαρκούς σταθερού γεωπολιτικού περιβάλλοντος στην Κ. Ασία, δεν φαίνεται πιθανή για το ορατό μέλλον

Η αρχική απόπειρα ασκήσεως πολιτικής επιρροής στα κράτη της Κ. Ασίας, τόσο από την Τουρκία όσο και από το Ιράν απέτυχε, με αποτέλεσμα οι δύο αυτές χώρες να στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τον Καύκασο, εκάστη για διαφορετικούς λόγους.

Οι δραστηριοποίηση και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Πακιστάν για το Αφγανιστάν, εκπηγάζει εκ του Ζωτικού του Συμφέροντος όπως το Αφγανιστάν αποτελεί χώρα με φιλική προς αυτό κυβέρνηση και καθεστώς σταθερότητος στο εσωτερικό του. Η Κίνα ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα κράτη της Κ. Ασίας, για ενεργειακούς λόγους, για λόγους ανταγωνισμού με άλλες εξωτερικές δυνάμεις αλλά και για την ευαίσθητη Βορειοδυτική της επαρχία Ξινγιάνγκ (ένδειξη του ενδιαφέροντος αυτού αποτελεί ο Κινεζικής πρωτοβουλίας Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης). Η ανάμιξη των  Η.Π.Α. στην περιοχή οφείλεται κυρίως στο Ζωτικό της Συμφέρον για πρόσβαση στις ενεργειακές πηγές και έλεγχο της ομαλής ροής των ενεργειακών πόρων, καθώς και στον ευρασιατικό ανταγωνισμό με έτερες Μεγάλες Δυνάμεις της περιοχής, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ενίοτε οι Η.Π.Α. εκπέμπουν μηνύματα αντιφατικής στρατηγικής, στην περιοχή της Κ. Ασίας. Η Ρωσία αποβλέπει κατ’ ελάχιστον στην αποτροπή κυριαρχίας τοπικής δυνάμεως ή στην δημιουργία νέου αμερικανικού μετώπου στα σύνορά της, ενώ κατά μέγιστον επιδιώκει την κυρίαρχη επιρροή της επί των κρατών της Κ. Ασίας.

Η διαρκώς αυξανομένη ενεργειακή εξάρτηση των Μεγάλων Δυνάμεων από την Μ. Ανατολή καθώς και από άλλες ηπείρους, αυξάνει αναλόγως την στρατηγική σημασία των θαλασσίων οδών επικοινωνίας και ιδιαίτερα των υποχρεωτικών περιοχών διελεύσεως (π.χ. στενά Μαλάκκα, Ορμούζ, Ταϊβάν, Σουέζ, Αιγαίο, Βόσπορος, Γιβραλτάρ κ.λ.π.) και συγχρόνως ενισχύει την τάση των ναυτικών εξοπλισμών.

Η εκκρεμότητα επιλύσεως του νομικού καθεστώτος της Κασπίας (λίμνη ή κλειστή θάλασσα), επηρεάζει τις σχέσεις των ενδιαφερομένων χωρών, τις διαδικασίες εκμεταλλεύσεως των ενεργειακών πηγών της περιοχής, καθώς και τις αποφάσεις κατασκευής των αγωγών μεταφοράς των ορυκτών καυσίμων.

Στην διαμάχη ελέγχου της ροής των ορυκτών καυσίμων της Κ. Ασίας προς την Ευρώπη και την Ασία, μεταξύ Η.Π.Α. και Ρωσίας, φαίνεται ότι η δεύτερη προηγείται. Στην περιοχή αυτή, οι αγωγοί οι οποίοι ελέγχονται από την Δύση, προστατεύονται στρατιωτικά από δυνάμεις του ΝΑΤΟ καθώς και του Οργανισμού για την Δημοκρατία και την Οικονομική Ανάπτυξη (GUAM), ενώ οι υπόλοιποι αγωγοί προστατεύονται τόσο από τον Οργανισμό για την Συνεργασία της Σανγκάης (SCO), όσο και από τον Οργανισμό Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO).

Οι κύριοι παράγοντες οι οποίοι συνετέλεσαν στην πρόσφατη στρατιωτική σύγκρουση στον Καύκασο, είναι η προσπάθεια διευρύνσεως του ΝΑΤΟ προς την πρώην Σοβιετική σφαίρα επιρροής, η ενεργειακή γεωπολιτική διάσταση της ευρύτερης περιοχής, οι αντικπουόμενες πολιτικές των Η.Π.Α. και η ανεξαρτησία του Κοσόβου.

Οι κύριες επιπτώσεις από την στρατιωτική σύγκρουση του Αυγούστου 2008 στον Καύκασο, είναι η αστάθεια στην περιοχή με δυσμενείς πολιτικές, οικονομικές και ενεργειακές συνέπειες κυρίως για την Γεωργία αλλά και για τις Η.Π.Α., ενώ η Ρωσία έθεσε σε αμφισβήτηση την αμερικανική επεμβατική μονομέρεια, τουλάχιστον στην περιοχή των συνόρων της και συγχρόνως εξέπεμψε προειδοποιητικό μήνυμα προς τα γειτονικά της κράτη, ως προς τις πολιτικο-οικονομικές επιλογές τους.

Παρά την σχετική πρόοδο η οποία έχει επέλθει στο Αφγανιστάν από τις ΝΑΤΟϊκές και Αμερικανικές δυνάμεις, σε τομείς όπως η ανοικοδόμηση, η κεντρική οργάνωση της χώρας, η υλικοτεχνική και στρατιωτική υποδομή, εν τούτοις η κατάσταση απέχει πολύ από την επιδιωκόμενη σταθερότητα, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της διαφθοράς και της φτώχειας. Οι σχετικές επικρίσεις διατείνονται ότι ακολουθείται εσφαλμένη στρατηγική η οποία δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την γεωγραφία, την κουλτούρα και τις τοπικές εθνικές και φυλετικές ιδιαιτερότητες, ενώ ο παράλληλος πόλεμος στο Ιράκ συντελεί στην μη επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών στο Αφγανιστάν. Η νέα πολιτική ηγεσία των Η.Π.Α., εξετάζει το ενδεχόμενο συνολικής αναθεωρήσεως της στρατηγικής στην χώρα αυτή.

11. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στο υπό διαμόρφωση πολυπολικό διεθνές σύστημα, η Τουρκία έχει μεγαλύτερα περιθώρια πολιτικής και στρατιωτικής αυτονομήσεως, κατά την προσπάθειά της να καταστεί περιφερειακή δύναμη, ενώ για την χώρα μας, απαιτείται συνετή και έξυπνη διαχείριση του πλέγματος των εσωτερικών και εξωτερικών συντελεστών ισχύος.

Η Ελλάς, ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, επηρεάζεται από τις εξελίξεις στα Βαλκάνια, την Τουρκία, την Μ. Ανατολή και την Α. Μεσόγειο. Το γεγονός ότι η χώρα μας ευρίσκεται εντός του τριγώνου ασταθείας Βαλκανίων, Μ. Ανατολής και Καυκάσου, ανεξαρτήτως της υψηλής επικινδυνότητος σε θέματα ασφαλείας, της παρέχει ευκαιρίες αποκτήσεως ρόλου στην διαμόρφωση του συγκεκριμένου γεωπολιτικού υποσυστήματος, με κατάλληλη εκμετάλλευση των παραγόντων εθνκής της ισχύος. Η Εθνική Στρατηγική της χώρας θα πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση διεθνούς φήμης, ως προς τον ρόλο της στην περιοχή, περιέχουσα κατ’ ελάχιστον τους χαρακτηρισμούς «αξιόπιστος», «σταθεροποιητής», «πολιτικά συνεκτικός», «οικονομικά εύρωστος», «γεφυροποιός», «όχι δεδομένος», «το μεγαλύτερο κράτος στην περιοχή από πλευράς θαλασσίας ισχύος», «απαραίτητος παίκτης για την Ανατολική Μεσόγειο», «ουσιαστικός σύμμαχος, βάσει δυνατοτήτων», «δύναμη status quo», «ελεγκτής Αιγαίου», «ενεργειακός κόμβος». 

Διαφαινομένης της διεθνούς μεγάλης δοκιμασίας, κατά τα επερχόμενα έτη, στους αλληλένδετους τομείς της οικονομίας και ενέργειας, η χώρα μας θα πρέπει να αποκτήσει διακομματική μακροπρόθεσμη σχετική πολιτική η οποία δεν θα έπεται αλλά θα προηγείται των γεγονότων. Βασικές αρχές της πολιτικής αυτής θα πρέπει να είναι η άμεση προσαρμογή στους οικονομικούς κανόνες του διεθνούς συστήματος, η εκμετάλλευση των ευκαιριών τις οποίες δημιουργούν οι αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις, η ουσιαστική επένδυση στην παιδεία (εξυγίανση, έλεγχος, αξιολόγηση, σύνδεση με παραγωγή, παράλληλη ιδιωτική παιδεία) και το ανθρώπινο κεφάλαιο και η από τώρα μεθόδευση των ενεργειών επιλύσεως του ενεργειακού προβληματος (π.χ. ποικιλία πηγών εισαγωγής ορυκτών καυσίμων, επαρκής παραγωγή εναλλακτικής ενέργειας συμπεριλαμβανομένης ενδεχομένως και της πυρηνικής, έλεγχος καταναλώσεως ενέργειας κ.λ.π.).

Το κατά δυναμικό τρόπο αυξανόμενο διεθνές πρόβλημα της ενέργειας, αυξάνει την γεωστρατηγική σημασία των θαλασσίων οδών επικοινωνίας και κυρίως μία σειράς κρισίμων θαλασσίων στενών. Το γεγονός αυτό αναβαθμίζει γεωστρατηγικά και την χώρα μας η οποία οφείλει να κεφαλαιοποιήσει την ευκαιρία αυτή με την άμεση αναθεώρηση της πολιτικής της, ως προς την παρουσία και τον ρόλο της στο Αιγαίο και την Α. Μεσόγειο.

Ο Δυτικός προσανατολισμός της Ελλάδος είναι αναμφισβήτητος (ΝΑΤΟ, Ε.Ε., ιστορία, πολιτικό σύστημα, πολιτισμός). Εν τούτοις η γεωγραφική γειτνίαση με την Ρωσία και τα οικονομικά συμφέροντα που απορρέουν από την πρόσφατη ενεργειακή συνεργασία, καθιστούν την Μόσχα μέρος της εξίσωσης. Αν και οι Η.Π.Α. είναι η μόνη χώρα ικανή να επηρεάσει τις εξελίξεις σε θέματα εθνικού ενδιαφέροντος, η μέχρι στιγμής στάση της δεν ευνοεί την χώρα μας. Εναπόκειται στην ορθά επιλεγμένη Εθνική Στρατηγική της Ελλάδος να αναστρέψει το υφιστάμενο κλίμα. Βασική αρχή της εν λόγω ΕΘΣΤ, θα πρέπει να είναι η ισορροπία μεταξύ σχέσεων πελάτου με τις Η.Π.Α. (και όχι δεδομένης υπακοής) και παράλληλης ρεαλιστικής συνεργασίας με την Ρωσία κατά τρόπο ο οποίος δεν θα υπερβαίνει ήδη ισχύουσες πρακτικές Δυτικών κρατών της Ε.Ε. (π.χ. Γερμανία, Ιταλία κ.λ.π.) και μη (π.χ. Τουρκία).