προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(Πολιτική Πλευρά Χειρισμού)

Του κ. Τίτου ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

Διευθυντού Εφημερίδος «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»

     Η διεθνής θέση μιας χώρας προσδιορίζεται από πολλούς παράγοντες.

     Πρώτον, από τη γεωγραφία της χώρας. Από το εάν δηλαδή βρίσκεται σε περιοχή μείζονος ή ελάσσονος στρατηγικού ενδιαφέροντος.

     Δεύτερον, από την ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της.

     Τρίτον, από τον πλούτο, τις πηγές ενεργείας και την κατάσταση της οικονομίας της.

     Τέταρτον, από το μέγεθος του πληθυσμού της, αν και μερικοί αμφισβητούν σήμερα τον παράγοντα αυτό.

     Πέμπτον, από τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και διεθνείς οικονομικές ενώσεις (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΟΟΣΑ, κ.λ.π.).

     Έκτον, από το πολίτευμα και την κοινωνική γαλήνη της.

     Έβδομον, από τη δυνατότητα που έχει να ασκεί πιέσεις σε ξένες κυβερνήσεις, επιτυχώς.

     Όγδοον, από τις επενδύσεις που πραγματοποιεί σε ξένες χώρες.

     Ένατον, από τον πολιτισμό και την πολιτιστική επιρροή της στο εξωτερικό.

     Δέκατον, από τις εν γένει διεθνείς διακρίσεις και επιστημονικές και άλλες (π.χ. αθλητικές) κατακτήσεις.

     Ενδέκατον, από τις υποδομές της στις νέες τεχνολογίες κ.λ.π.

     Από τους παράγοντες αυτούς, εγώ θα αναφερθώ σήμερα στον γεωγραφικό και μάλιστα μέσα από τις εξελίξεις της ιστορίας.

     Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρασία. Με τη στενότερη γεωγραφική έννοια, ανήκει στο νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου. Στο όριο της Ευρώπης με την Εγγύς Ανατολή.

     Κύρια χαρακτηριστικά της γεωστρατηγικής ταυτότητας της Ευρασίας είναι :

     Ο Πληθυσμός της, που αποτελεί τα 4/6 του Παγκοσμίου πληθυσμού.

     Ο Ορυκτός Πλούτος της, που αποτελεί το 85% των πηγών ενεργείας (φυσικό αέριο και πετρέλαιο).

     Ως προς τη Γεωγραφική παραγωγή της, στην Ευρασία βρίσκονται οι μεγαλύτεροι σιτοβολώνες του κόσμου, και οι μεγαλύτερες εκτάσεις γεωργικής παραγωγής.

     Ως προς τη Βιομηχανική παραγωγή της, κυριαρχούν οι βιομηχανίες της Ευρώπης, της Ιαπωνίας, από το 1905, της Κορέας από το 1960 και της Ρωσίας από το μεσοπόλεμο, ενώ αλματώδης είναι και η βιομηχανική ανάπτυξη της Κίνας.

     Στην Ευρασία βρίσκονται οι πατρίδες των μεγάλων θρησκειών οι οποίες συνυπάρχουν στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

     Η Ευρασία είναι η πατρίδα των μεγάλων πολιτικών κινημάτων και των κοινωνικών επαναστάσεων, των μεγάλων μεταβολών της ιστορίας και των πολέμων της, με σημαντικότερο όλων τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο που άρχισε όχι στην Ευρώπη, το 1939, όπως πιστεύεται, αλλά στο άλλο άκρο της Ευρασίας, στη Μαντζουρία το 1931, με την εναντίον της επίθεση της Ιαπωνίας, η οποία στη συνέχεια επετέθη και κατέλαβε τη μισή Κίνα, το 1936-37.

     Από την εποχή της δημιουργίας της Διώρυγας του Σουέζ το 1896, η γεωστρατηγική αξία της Ευρασίας έχει αναβαθμιστεί. Το δόγμα, ωστόσο, ότι «όποιος ελέγχει την Ευρασία, ελέγχει τον κόσμο» είναι διαχρονικό.

     Η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες που διακρίνονται για τη σπουδαία, από γεωστρατηγική άποψη, θέση τους. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους γεωστρατηγικούς κόμβους της Ευρασίας. Τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης στην οποία συγκρούσθηκαν κατά καιρούς διάφοροι επιδρομείς.

     Από την αρχαιότητα μεγάλες δυνάμεις επεχείρησαν να ελέγξουν την Ευρασία, ή τουλάχιστον μέρος της, για γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς λόγους. Τρία είναι τα σημαντικότερα «κλειδιά» που αφορούν τον ελληνικό χώρο. Το Αιγαίο, τα Δαρδανέλια και το Σουέζ. Αν και Ευρωπαϊκή χώρα η Ελλάς, επεδίωξες κατά καιρούς την επέκτασή της και στην Ασία. Το έκανε κατά τον Τρωϊκό Πόλεμο για τον έλεγχο των Στενών, από τα οποία διέρχονταν τα ελληνικά καράβια, για να προσεγγίσουν τις παρευξείνιες χώρες, και να μεταφέρουν από αυτές στην Ελλάδα, μεγάλες ποσότητες σιτηρών για τη διατροφή των Ελλήνων.

     Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, ή επίσης ότι οι μεγάλες μεταναστεύσεις των Ελλήνων κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. έγιναν προς τη Μικρά Ασία και τις χώρες του Ευξείνου Πόντου, επί ασιατικών, δηλαδή, εδαφών αφενός και στη Σικελία και το νότιο μέρος της ιταλικής χερσονήσου, το οποίο, μάλιστα, απεκλήθη Magna Greacia, «Μεγάλη Ελλάς», αφετέρου.

     Προς αυτή τη Μεγάλη Ελλάδα, μεταναστεύσεις επραγματοποιήθησαν και από τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Έχουμε, λοιπόν, στην αρχαιότητα μια επικοινωνία οικονομική, πολιτική και κοινωνική από την Ασία προς την Ιταλία. Με όλα αυτά θέλω να πω ότι, κατά την αρχαιότητα, η Ελλάς αποτελούσε το κέντρο του ευρωασιατικού χώρου, από την άποψη των οικονομικών σχέσεων, των ανθρωπίνων επικοινωνιών, του υψηλού πολιτισμού και των στρατιωτικών συγκρούσεων. Αυτός που κατείχε την Ελλάδα ήλεγχε σημαντικό μέρος του ευρωασιατικού χώρου.

     Γι΄αυτό και ο Δαρείος το 490 π.Χ. και ο Ξέρξης το 480 π.Χ. εκστράτευσαν εναντίον της. Η περσική αυτοκρατορία που είχε φθάσει στις ασιατικές ακτές του Αιγαίου δεν αισθανόταν ασφαλής, αν δεν κατακτούσε όχι απλώς την Ελλάδα, αλλά τον ελληνικό κόσμο στο σύνολό του, που σημαίνει και τους Έλληνες της Δύσης που ήταν πηγή ισχύος στα μέσα της τελευταίας π.Χ. χιλιετηρίδας.

     Ο Ηρόδοτος, που αποτελεί τον ιστορικό των Μηδικών Πολέμων, είναι σαφής επ΄αυτού, λέγοντάς μας, μάλιστα, ότι το σχέδιο του Δαρείου, έτσι όπως του το ενέπνευσε ο προσωπικός γιατρός του Έλληνας, Δημοκίδης, δεν περιοριζόταν στην κατάκτηση της Ελλάδας, ώστε να σταματήσουν οι ελληνικές πόλεις να ενισχύουν τις πόλεις-αποικίες τους στην Ιωνία, αλλά εκτεινόταν και προέβλεπε την κατάληψη των πόλεων-αποικιών τους στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία, τη Magna Greacia.

·        Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε, φαίνεται, σαφή αντίληψη για τη στρατηγική σημασία του ενιαίου ευρωασιατικού χώρου. Το απέδειξε κατά την εκστρατεία του στην Ανατολή, την οποία διέκοψε στα σύνορα των Ινδιών με την Κίνα, για να επιχειρήσει το ταξίδι της επιστροφής, μέσω Αραβίας, Βορείου Αφρικής και Ευρώπης, περιοχές που γνώριζε ότι υπήρχαν και σχεδίαζε την κατάκτησή τους για να ολοκληρωθεί το οικουμενικό κράτος του.

Οι Ρωμαίου που ακολούθησαν ιστορικά τους Έλληνες είχαν μείζονα στρατηγικό στόχο τους τον έλεγχο επί της Ευρασίας. Κατέκτησαν, μάλιστα, ολόκληρη την Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, τελευταία έπαλξη των Ελλήνων, μέχρι το 30 π.Χ.

Μετά την ρωμαϊκή αυτοκρατορία που διήρκεσε περί τα 1.500 χρόνια, από τα οποία, κατά τα 200 τελευταία, τουλάχιστον, το τμήμα της στην Ανατολή είχε σχεδόν πλήρως ελληνοποιηθεί (βυζαντινή αυτοκρατορία), ακολούθησαν οι Οθωμανοί που ξεκίνησαν από τις μογγολικές στέπες, ως νομάδες πολεμιστές, έγιναν αυτοκρατορία, μετά την κατάληψη του Βυζαντίου, των Βαλκανίων και μέρους της Κεντρικής Ευρώπης. Στα μέσα του 17ου αιώνα κατείχαν σημαντικό μέρος της Ευρασίας.

Παρά τη στρατιωτική ισχύ της, ωστόσο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αισθανόταν ασφαλής, όσο οι γαλέρες της Γαληνοτάτης συνέδεαν τη μεγάλη της κατάκτηση, την Κρήτη, με τη Βενετία. Γι΄αυτό η Υψηλή Πύλη διεξήγαγε τη μακρύτερη πολιορκία πόλεως στην παγκόσμια ιστορία.

Ο οθωμανικός στρατός, αφού κατέλαβε την Κρήτη σε διάστημα τριών  ετών για να πάρει την Κάντια, το σημερινό Ηράκλειο, πολιόρκησε τους κατοίκους της επί 21 χρόνια, μέχρι το 1669, όταν το καμάρι της Βενετίας έπεσε έπειτα από διαπραγματεύσεις που διεξήγαγαν Έλληνες, το γένος, διπλωμάτες και από τις δύο πλευρές. Ο Παναγιώτης Νικούσιος, Μέγας Δραγουμάνος των Οθωμανών, χριστιανός στο θρήσκευμα, και ο εκμουσουλμανισθείς και εκτουρκισθείς Αχμέτ Κιοπρουλού, ο σημαντικότερος στην τουρκική ιστορία Μέγας Βεζύρης, πρωθυπουργός, δηλαδή, του οθωμανικού κράτους. Και από την πλευρά, της Βενετίας, ένας αριστοκράτης Κρητικός, ονόματι Σκορδίλης.

·        Το 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αποτελεί το «μεγάλο ασθενή» της Ευρώπης, απειλείται με εκδίωξη από την Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σχεδιάζουν το διαμελισμό του οθωμανικού κράτους και τη συμπερίληψη μέρους των εδαφών του στις δικές τους αυτοκρατορίες.

·        Η σοβαρότερη προσπάθεια των δυτικών δυνάμεων να κατατμήσουν σε σφαίρες επιρροής τους την Οθωμανική Αυτοκρατορία, έγινε το 1919, αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατέλαβαν γι΄αυτό σημαντικά εδάφη της Τουρκίας.

Η Μεγάλη Βρετανία την Προποντίδα και τις ασιατικές ακτές της για να ελέγχει τα Στενά και την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία για να ελέγχει το δρόμο προς τα πετρέλαια. Η Γαλλία κατέλαβε τη Συρία στη Μικρά Ασία την Κιλικία. Η Ιταλία την Αλεξανδρέττα και την περιοχή του Αϊδινίου, περιοχή που βρισκόταν απέναντι από μια άλλη κτήση της, τα Δωδεκάνησα.

Η Ελλάδα που ήταν μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου απελευθέρωσε τα εδάφη της δυτικής και ανατολικής Θράκης. Και ο ελληνικός στρατός σταμάτησε 70 χιλιόμετρα μπροστά από την Κωνσταντινούπολη κατ΄απαίτηση των συμμάχων, ενώ το θωρηκτό «Αβέρωφ» ήταν ελλιμενισμένο στο Βόσπορο με άλλα ελληνικά πολεμικά σκάφη.

Η Eλλάδα που ήταν μεταξύ των νικητών του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου απελευθέρωσε τα εδάφη της δυτικής και ανατολικής Θράκης. Και ο ελληνικός στρατός σταμάτησε 70 χιλιόμετρα μπροστά από την Κωνσταντινούπολη κατ΄απαίτηση των συμμάχων, ενώ το θωρηκτό «Αβέρωφ» ήταν ελλιμενισμένο στο Βόσπορο με άλλα ελληνικά πολεμικά σκάφη.

Η άρνηση των Συμμάχων να επιτρέψουν την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων στην Κωνσταντινούπολη (την οποία είχαν υποσχεθεί με μυστικές συμφωνίες στους Ρώσους το 1914, για να τους πείσουν να συμμετάσχουν στην Αντάντ), συνετέλεσε στο να παραμείνει και να είναι σήμερα η Τουρκία ευρωασιατική δύναμη και χάριν της μικρής εδαφικής παρουσίας της στην Ευρώπη να διεκδικεί την ένταξή της στην Ε.Ε.

Με την ήττα μας στη Μικρά Ασία, το 1922, ήττα που οφείλεται στην εγκατάλειψή μας από τους συμμάχους και κυρίως από τους Γάλλους και τους Ιταλούς, που συνεργάστηκαν και στήριξαν τον Κεμάλ, χάσαμε την ευκαιρία να γίνουμε ευρωασιατική δύναμη. Συνεχίσαμε, ωστόσο, μετά την καταστροφή του 1922, να αποτελούμε μέρος της σφαίρας επιρροής, κατά πρώτο λόγο των Άγγλων και κατά δεύτερο των Γάλλων, σε όλο το διάστημα του μεσοπολέμου.

Οι Γάλλοι, οι οποίοι είχαν την ευθύνη της ευρωπαϊκής ασφάλειας, επεδίωξαν να την κατοχυρώσουν με τις επιμέρους συμμαχίες τους με την Πολωνία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία. Εμάς μας είχαν έξω από τη μικρή Αντάντ.

Η μόνη δύναμη που ασχολήθηκε με την ευρωασιατική στρατηγική (με την Ευρασία, ως συνολικό ενιαίο στρατηγικό χώρο) ήταν η Μεγάλη Βρετανία, η οποία δημιούργησε μια στρατηγική γραμμή επιρροής από το Λονδίνο μέχρι την Αυστραλία, με ενδιάμεσους στρατηγικούς σταθμούς το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα, την Κύπρο, το Σουέζ, την Αίγυπτο, το Άντεν, τα νησιά του Περσικού κόλπου, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία, τις Ινδίες, τη Βιρμανία και τη Μαλαισία.

Η Ελλάδα έπεφτε πάνω στη στρατηγική αυτή γραμμή των Βρετανών.

Η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας γίνεται αντιληπτή και από την απόφαση του Χίτλερ να επέμβει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, όταν διαπίστωσε ότι η σύμμαχός του Ιταλία ήταν ανίκανη να νικήσει τους Έλληνες. Η κατάκτηση της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, επίσης, ήταν απαραίτητη για το Γερμανό δικτάτορα πριν επιχειρήσει την επίθεσή του κατά της Σοβιετικής Ρωσίας, ώστε να μην αισθάνεται κατ΄αυτήν ανασφαλής στα νώτα του. Αλλά και το γερμανικό μέτωπο κατά των Άγγλων στην Αφρική απαιτούσε ελεγχόμενα από τη Γερμανία Βαλκάνια.

·        Διαρκούντος του πολέμου η γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας έκανε τον Τσόρτσιλ να σπεύσει στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1943, για να εξασφαλίσει τη συμπερίληψη της χώρας μας στη βρετανική σφαίρα επιρροής μετά τον πόλεμο. Η Ελλάδα έγινε έτσι η μόνη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων την οποία ο Βρετανός πρωθυπουργός απέκλεισε από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής.

Από τη βρετανική σφαίρα επιρροής η Ελλάδα πέρασε στην αμερικανική σφαίρα επιρροής το 1947, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της Μεγάλης Βρετανίας να αναλάβει τα ελληνικά βάρη, από στρατιωτική κυρίως άποψη.

Την ίδια, περίπου, εποχή, που η Μεγάλη Βρετανία εγκατέλειπε την Ελλάδα, έφευγε και από τις Ινδίες, την Αίγυπτο και τη Βιρμανία. Από το Σουέζ έφυγε το 1956. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που αρνήθηκε πεισματικά να φύγει από την Κύπρο, την τελευταία μεγάλη βάση της στην Εγγύς Ανατολή.

·        Την παλιά βρετανική αυτοκρατορική γραμμή άμυνας στην Ευρασία ανελάμβαναν πλέον οι ΗΠΑ με τους οργανισμούς ΣΕΝΤΟ και ΣΕΑΤΟ, που δεν είχαν, όμως, την επιτυχή εξέλιξη του ΝΑΤΟ, στο οποίο περιελήφθησαν Ελλάς και Τουρκία.

Η χώρα απετέλεσε έτσι μέλος δυτικού συστήματος που κάλυπτε αμυντικά τη Δυτική Ευρώπη, έναντι μιας υποτιθέμενης επίθεσης των Σοβιετικών. Οι τελευταίοι αντιμετώπισαν τον ευρωασιατικό χώρο με μεγαλύτερες προοπτικές από τους Αμερικανούς, καθώς στήριξαν τις επιτυχείς επαναστάσεις στην Κίνα και το Βιετνάμ.

·        Η ολοκλήρωση της ελληνικής συμμετοχής στο δυτικό σύστημα έγινε με την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ε.Ε.

Ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα έχει νέες προοπτικές μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού κόσμου και του συστήματος των δύο πόλεων.

Με δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει τη δυνατότητα να επεκταθεί προς δυσμάς, παρά μόνο προς ανατολάς, είναι προφανές ότι η Ελλάδα θα έχει, για την ευρωπαϊκή αυτή επέκταση, μεγάλο ρόλο να παίξει, λόγω της γεωγραφικής θέσης της και της ευρωπαϊκής ιδιότητάς της.

Το βλέπουμε σήμερα με το ρόλο που παίζει κατά την έναρξη της διαδικασίας ένταξης στην Ε.Ε., πρώτα απ΄όλα της Τουρκίας και κατόπιν της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, των Σκοπίων και αργότερα της Αλβανίας. Η παρουσία, εξάλλου, της Κύπρου στην Ε.Ε. καθιστά την ελληνική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ισχυρότερη.

Αυτά ως προς το οικονομικό πλαίσιο. Όσον αφορά το στρατιωτικό πλαίσιο, τα πράγματα δεν είναι απογοητευτικά, όπως εμφανίζονταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μετά την κατάρρευση του σοβιετικού πόλου η Τουρκία φαινόταν να αποκομίζει μεγάλα στρατιωτικά οφέλη.

Ενθυμούμαι μια δήλωση τότε του Τούρκου πολιτικού και άλλοτε υπουργού των Εξωτερικών, Γιλμάζ, που έδειχνε τις προσδοκίες που επένδυσε στη μεταβολή αυτή η Τουρκία. Είχε πει τότε ο Γιλμάζ ότι «τέτοιες μεταβολές, όπως αυτή που σημειώνεται αυτές τις ημέρες, εμφανίζονται στην ιστορία μόνο κάθε 300 χρόνια και η Τουρκία πρέπει να την εκμεταλλευθεί».

Την εποχή εκείνη είχα ταξιδεύσει στην Κεντρική Ασία και έτυχε ένα πρωί στο ξενοδοχείο που έμενα στην Τασκένδη, να πέσω πάνω σε Τούρκους επιχειρηματίες, 80 περίπου, από τη Σμύρνη, που επεδίωκαν να κλείσουν δουλειές με τη νέα αγορά της περιοχής.

Ο πόλεμος του Ιράκ και μουσουλμανική απειλή έδειξαν να ενισχύουν την άποψη αυτών που πίστευαν στην αναβάθμιση της γεωστρατηγικής αξίας της Τουρκίας.

Ήδη, όμως, η άποψη αυτή φαίνεται να εξασθενίζει σημαντικά. Αυτός καθαυτός ο μουσουλμανικός φανατισμός φαίνεται ότι απειλεί να παρασύρει και τους Τούρκους, σημαντικό μέρος των οποίων είναι προσηλωμένο στο Ισλάμ των ακραίων αντιλήψεων. Η ύπαρξη ισχυρής κουρδικής μειονότητας είναι, εξάλλου, ένα στοιχείο που μαζί με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση του τουρκικού πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού συστήματος.

Στην αποσταθεροποίηση αυτή συμβάλλουν, επίσης, οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων στρωμάτων της τουρκικής κοινωνίας.

Στο ζήτημα της εθνολογικής ομοιογένειας, της κοινωνικής συνοχής και της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος, η Ελλάδα είναι σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση, συγκρινόμενη με την Τουρκία.

Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και σε σχέση με τη Βουλγαρία, στην οποία η τουρκική μειονότητα είναι ισχυρή, αριθμητικά και πολιτικά.

Αν δεν υπήρχε η διαφορά για το όνομα των Σκοπίων, το κρατίδιο αυτό, ή μάλλον η κυρίαρχη εθνοτική ομάδα του, θα έτεινε να στηριχθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στην Ελλάδα από στρατηγική άποψη.

Βεβαία θεωρείται από την άποψη αυτή η εξάρτηση της Σερβίας από την Ελλάδα στην περίπτωση που το Κόσοβο ανεξαρτοποιηθεί. Πολύ περισσότερο εάν ανεξαρτοποιηθεί και το Μαυροβούνιο.

Η Ελλάδα θα καταστεί, αν δεν έχει συμβεί ήδη σε σχέση με ορισμένες βαλκανικές χώρες, αλλά και με χώρες του Ευξείνου Πόντου και του Καυκάσου, σημαντικός στρατηγικός εταίρος τους, λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους της Ε.Ε. και του μεγάλου κύκλου των εργασιών Ελλήνων επιχειρηματιών σε πολλές από αυτές.

Σημειωτέον ότι στη Βουλγαρία και τη FYROM, αλλά και τη Ρουμανία και την Αλβανία έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν περί τις 8.00, ίσως και 10.000, ελληνικές επιχειρήσεις.

Το χαμηλό κόστος της εργασίας στις χώρες αυτές σε σχέση με την Ελλάδα, το σχετικά καλό τεχνικό επίπεδο του προσωπικού των χωρών αυτών και τα επενδυτικά κίνητρα που παρέχονται από τις κυβερνήσεις τους για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων έχουν δελεάσει σημαντικά τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι εκτός από τον τομέα της μεταποίησης, οι ευκαιρίες που δημιουργούνται για τους Έλληνες στα Βαλκάνια και τις παρευξείνιες και καυκάσιες χώρες αναφέρονται και στον τομέα των υπηρεσιών στον οποίο ανήκουν οι τράπεζες, ο τουρισμός, το εμπόριο και οι μεταφορές.

Οι Έλληνες έμποροι και επιχειρηματίες ξαναζούν στα Βαλκάνια και στην παρευξείνια ζώνη, αλλά και την περιοχή του Καυκάσου, την περίοδο της ευημερίας του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα, ξαναζούν δηλαδή την εποχή του Αβέρωφ, του Ζάπα, του Τοσίτσα, του Στουρνάρη, του Βαρδάκη, του Αρσάκη και άλλων επιφανών Ελλήνων επιχειρηματιών του παρελθόντος.

Η θέση της Ελλάδας στο σημερινό κόσμο δεν αφορά μόνο τα Βαλκάνια και τις χώρες της ευρύτερης των Βαλκανίων ζώνης.

Ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και προσωπική μου άποψη είναι ότι τα χαρακτηριστικά της ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία και τις δυνατότητες του Έλληνα που διακρίνεται για τα επιτεύγματά του στο εμπόριο και τη ναυτοσύνη.

Στην Κίνα του 1 δισεκ. 300 εκατ. ατόμων άρχισαν να λειτουργούν εκατοντάδες, μεσαίου και μικρού μεγέθους, ελληνικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι στη χώρα αυτή, αν και το πολιτικό σύστημα είναι κομμουνιστικό, έχει ξαναζωντανέψει η πολιτική των «ανοικτών θυρών» του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, που είχε άμεσο αντίκτυπο στην απαλλαγή της Κίνας από τις δυναστείες των αυτοκρατόρων της, και το αυτοκρατορικό σύστημα, με το οποίο διακινήθηκε η γιγάντια χώρα της Ανατολής για πολλούς αιώνες, με συνέπεια την έκρηξη της πρώτης και μόνης δημοκρατικής επανάστασης των Κινέζων, το 1911, από τον Σουν Γιατ Σεν.

Στο πλαίσιο της οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα οι ελληνικές επενδύσεις στην αχανή ασιατική χώρα, ήταν το 2000, 5 εκατ. δολάρια. Η τάση τους, όμως, είναι αυξητική.

Είναι πρόσφατες οι συμφωνίες που κλείστηκαν με την κινεζική ηγεσία για τη μετατροπή της χώρας μας σε ενδιάμεσο εμπορικό, αλλά και μεταποιητικό, σταθμό των κινεζικών προϊόντων προς την Ευρώπη.

Περί τα 11 εκατομμύρια κινεζικά κοντέϊνερς θα μεταφέρονται μέσω Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Και η Ελληνική συμπρωτεύουσα αναμένεται αν εξελιχθεί σε Σαγκάη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από άποψη λιμενικής και εμπορικής κίνησης.

Εκτός από μεγάλος εμπορικός κόμβος της Κίνας προς την Ευρώπη, η Ελλάδα μετατρέπεται και σε κόμβο μεταφοράς ενέργειας (από τη Ρωσία και από την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο προς τη Δύση).

Στην παγκοσμιοποιημένη, δηλαδή, εποχή μας ο διεθνής ρόλος της Ελλάδας έχει αναβαθμιστεί. Αναμένεται δε να αναβαθμιστεί περισσότερο, όταν από το μονοπολικό - από στρατηγική άποψη - κόσμο τον οποίο βιώνουμε σήμερα, φθάσουμε σ΄έναν πολυπολικό κόσμο, οι κυριότεροι πόλοι του οποίου αναμένεται να είναι οι ΗΠΑ, η Ε.Ε., η Ρωσία, η Κίνα, η Ιαπωνία με την Κορέα και σε μια μεταγενέστερη φάση η Ινδία. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η εποχή που περνάμε είναι σαφώς μεταβατική και κατ΄αυτήν, η Ελλάδα οφείλει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Αλλά αυτό είναι έργο των πολιτικών τη. Πολιτική, άλλωστε, είναι η τέχνη της προσαρμογής στις συνθήκες μιας συγκεκριμένης εποχής.