προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΠΡΑΒΕΛΟΣ

Στρατηγός ε.α.

Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ 

«ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ»

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

«ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ»

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

Γενικά

Οργάνωση

Διοίκηση

Αρχές Διοικήσεων

Τεχνικές Διοικήσεως

 

ΗΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

Η Φύση του Ανθρώπου

Η Φύση της Ηγεσίας

Θεωρήσεις της Ηγεσίας

Αρχές Ηγεσίας

Καλλιέργεια της Ηγετικής Ικανότητας

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

Ιδιαιτερότητες

Λειτουργίες Διοικήσεως

Ανωτάτη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων

Διοίκηση και Ηγεσία στον Πόλεμο

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΠΡΑΒΕΛΟΣ

Στρατηγός ε.α.

Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ

 

«ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ»

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

     Ευχαριστώ τη Διοίκηση της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου για την πρόσκληση που μου απηύθυνε να παρουσιάσω το θέμα «Ηγεσία και Ανωτάτη Διοίκηση», που αποτελεί μέρος του γνωστικού πεδίου «Οργάνωση και Διοίκηση», ενός ανεξαρτήτου, αλλά πολλαπλώς συνθέτου επιστημονικού τομέως.

     Ο τίτλος του θέματος αποτελεί πρόκληση για ουσιαστική συζήτηση μεταξύ ατόμων, που, κατά τεκμήριο, γνωρίζουν το αντικείμενο στη θεωρία και την πράξη. Από πλευράς μου μπορεί να προστεθεί η μακροτέρου χρόνου εμπειρία της πράξεως, προνόμιο της ηλικίας, και της επί σαράντα και ένα σχεδόν έτη παραμονής μου στο στράτευμα.

     Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι ενώπιον νέων συναδέλφων και το θεωρώ μεγάλη τιμή. Συγκινούμαι, επίσης, γιατί από αυτή την έδρα εδίδαξα πριν από πολλά χρόνια.

 

     Η όλη παρουσίαση και συζήτηση θα ακολουθήσει τη σειρά :

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

Γενικά

Οργάνωση

Διοίκηση

Αρχές Διοικήσεων

Λειτουργίες Διοικήσεων

Τεχνικές Διοικήσεως

 

ΗΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

Η Φύση του Ανθρώπου

Η Φύση της Ηγεσίας

Θεωρήσεις της Ηγεσίας

Αρχές Ηγεσίας

Καλλιέργεια της Ηγετικής Ικανότητας

 

 

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

Ιδιαιτερότητες

Λειτουργίες Διοικήσεως

Ανωτάτη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων

Διοίκηση και Ηγεσία στον Πόλεμο.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

     Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να σχηματίζουν ομάδες για να εκπληρώνουν σκοπούς, η διοίκηση έχει γίνει αναγκαία για την εξασφάλιση του συντονισμού των ατομικών προσπαθειών. Πολλές αναφορές και ιδέες, σχετικές με τη διοίκηση, χρονολογούνται από την αρχαιότητα. Ανάμεσά τους είναι οι αναφορές των Αιγυπτίων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Επιπροσθέτως υπάρχει η καταγεγραμμένη εμπειρία και οι διοικητικές πρακτικές των στρατιωτικών οργανώσεων όλων των εποχών. Οι αρχές της οργανώσεως και διοικήσεως των παραδοσιακών σχολών φαίνονται επηρεασμένες από την φιλοσοφία του 17ου αιώνος και ιδιαίτερα από τον Καρτέσιο (Ρενέ Ντεκάρτ, 1596-1650), που με τους κανόνες της λογικής μεθόδου κατάφερε, μετά τον Αριστοτέλη (384-323 π.Χ.), να εκλαϊκεύσει τα κριτήρια της επιστημονικής μεθόδου και να καταστήσει τον «ορθό λόγο» (ορθολογισμό) κριτήριο της αληθείας. Ίσως να μην υπάρχει σημαντικότερη περιοχή ανθρωπίνης δραστηριότητας από τη διοίκηση, διότι το βασικό καθήκον αυτών που την ασκούν, είναι να σχεδιάζουν και διατηρούν περιβάλλον, μέσα στο οποίο άτομα, που εργάζονται μαζί, μπορούν να επιτυγχάνουν προεπιλεγμένους αντικειμενικούς σκοπούς και αποστολές.

 

     Συχνά ανακύπτει το ερώτημα εάν η διοίκηση είναι τέχνη ή επιστήμη. Στην πράξη η διοίκηση, όπως και όλες οι άλλες τέχνες, κάνει χρήση της υφισταμένης γνώσεως, δηλαδή της επιστήμης, και την εφαρμόζει υπό το φως των πραγματικών συνθηκών, για να επιτύχει ένα επιθυμητό, πρακτικό αποτέλεσμα. Τέχνη, λοιπόν, είναι η «γνώση του πώς» θα επιτευχθεί ένα τεθέν, επιθυμητό, συγκεκριμένο, πρακτικό αποτέλεσμα. Η περισσότερο παραγωγική τέχνη βασίζεται πάντοτε στην κατανόηση της υποκειμένης σε αυτήν επιστήμης. Εκείνοι που ασκούν διοίκηση «με το βιβλίο», βάσει προκαθορισμένων τύπων ή με την αποστήθιση αρχών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα παραβλέψουν πρακτικές αλήθειες. Εκείνοι που επιχειρούν να διοικήσουν χωρίς τη θεωρία και χωρίς τη γνώση, που αποτελεί υποδομή της θεωρίας, θα πρέπει να εμπιστευθούν την επιτυχία στην τύχη ή τη διαίσθηση. Η επιστήμη και η τέχνη δεν αποκλείουν, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη.

     Η «διοικητική επιστήμη» καλλιεργήθηκε συστηματικά τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο με πρωτεργάτη, κυρίως, τις ΗΠΑ. Αναφέρεται και καλύπτει τόσο τον ιδιωτικό, όσο και τον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένου και του στρατεύματος, με συνήθεις και γνωστούς τίτλους : «Οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων», «Δημόσια Διοίκηση», «Στρατιωτική Διοίκηση». Στην ελληνική βιβλιογραφία, πρωτογενή ή εκ μεταφράσεως, παρατηρείται ακόμη κάποια σύγχυση ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο βασικών όρων.

     Σκοπός της σημερινής παρουσιάσεως είναι να αναλύσουμε τις έννοιες «Ηγεσία και Ανωτάτη Διοίκηση», αφού διατρέξουμε την εξέλιξη της διοικητικής επιστήμης με κύριο εργαλείο τις έννοιες «οργάνωση, διοίκηση και ηγεσία». Αναπόφευκτα η παρουσίαση θα είναι συνοπτική. Η ολοκλήρωσή της θα στηριχθεί στην προϋπάρχουσα δική σας γνώση και τη συζήτηση.

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

 

Γενικά

 

     Η ορολογία, που καθιερώθηκε στη χώρα μας και έχει ταυτισθεί με το γλωσσικό μας αίσθημα, επηρεάσθηκε αρχικά από τη γαλλική και γερμανική γλώσσα, με τις οποίες μας συνέδεσε η παράδοση του ελληνορωμαϊκού δικαίου και των πρώτων συστημάτων διοικήσεως των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους. Ο ελληνικός όρος «διοίκηση» αποδίδει τον γαλλικό «administration» και ο όρος «διοικητική επιστήμη» συνδέεται περισσότερο με το διοικητικό δίκαιο και την οργάνωση της πολιτείας. Αργότερα εισέβαλε η αγγλοαμερικανική ορολογία. Ο όρος «management» περιέχει αυτό που στα ελληνικά περιλαμβάνουν οι όροι «οργάνωση και διοίκηση». Όταν, όμως, ο όρος αναφέρεται στα «διοικητικά στελέχη», στην «ηγεσία», αποδίδεται ως διοίκηση, όπως ακριβώς ο όρος «administration». Το «science of management» αποδίδεται ως «επιστήμη της οργανώσεως και διοικήσεως». Ο όρος «planning», πέραν της «σχεδιάσεως», καλύπτει και την περιοχή του «προγραμματισμού». Ομοίως, ο όρος «control», πέραν του «ελέγχου», καλύπτει και την ένννοια του «συντονισμού». Παρ΄όλη της εξάπλωση της διοικητικής επιστήμης, η σύγχυση δεν έχει ακόμη αρθεί.

 

Οργάνωση

 

     Αν συγκεντρώσουμε τους κυριολεκτικούς ορισμούς της λέξεως «οργάνωση, θα διαπιστώσουμε την εννοιολογική εξέλιξή της από το έτυμον, τη ρίζα της δηλαδή, μέχρι την ένταξή της ως όρου στη σημερινή διοικητική επιστήμη :

 

Στην κρατούσα ορολογία η λέξη «οργάνωση» περιγράφει πρώτον τη δομή του οργανισμού και τη διαδικασία της λειτουργίας του και δεύτερον καλύπτει την οργανωτική δράση, δηλαδή μία από τις λειτουργίες της διοικήσεως. Διαχρονικά έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί, κατά συγγραφέα και σχολή σκέψεως. Δυνάμεθα όμως να συμφωνήσουμε στο περιεχόμενο του όρου «οργάνωση» και να δεχθούμε ότι, περισσότερο από κάθε άλλο, σημαίνει αφ΄ενός την έντεχνη, αρμονική διάταξη και τον συνδυασμό προσώπων και άλλων στοιχείων και αφ΄ετέρου εκείνη τη μεθόδευση της δραστηριότητας των ανθρώπων και της χρήσεως των άλλων στοιχείων, που θα δώσει τα καλύτερα αποτελέσματα. Καθίσταται επομένως σαφές ότι οι έννοιες οργάνωση και διοίκηση είναι αλληλένδετες και πρέπει να αποτελούν ένα αρμονικό σύστημα.

 

Διοίκηση

 

     Η οργάνωση και διοίκηση όπως αναφέραμε, ως κοινωνικό φαινόμενο υφίσταται από την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη συνεργασίας με τους συνανθρώπους του, για την υλοποίηση κοινών στόχων. Το έργο «Ο Οικονομικός» του Ξενοφώντος (430-354 π.Χ.) δύναται να θεωρηθεί ως το πρώτο στο είδος του στον ευρωπαϊκό χώρο.

     Στις «κλασσικές σχολές» της θεωρίας της οργανώσεως και διοικήσεως ο Frederick Taylor (1856-1815) και ο  Henri Fayol (1841-1925) έδωσαν το έναυσμα για τη σύγχρονη, συστηματική, μεθοδική μελέτη των προβλημάτων, που σχετίζονται με την οργάνωση και τη διοίκηση, τουτέστιν ιδέες, θεωρία, αρχές, λειτουργίες και τεχνικές. Ο Frank Gilbreth (1868-1924) και η Lillian M. Gilbreth (1878-1972) θεωρούνται πρωτεργάτες στις μελέτες των κινήσεων για τη βελτίωση της αποδόσεως και της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Ο Henry Gant (1861-1919) συνέβαλε σημαντικά στον τομέα του προγραμματισμού και του ελέγχου, καθώς και στα συστήματα αμοιβής. Η Mary Parker Follet (1868-1933) υποστήριξε την προσέγγιση της συνεργασίας για την επίλυση των προβλημάτων με συμβιβασμό.

Στην «σχολή συμπεριφοράς» ο Elton Mayo (1880-1949) μελέτησε συστηματικά τους παράγοντες ανθρωπίνων σχέσεων για την βελτίωση της αποδόσεως. Ο Chester Barnard  (1886-1961) διετύπωσε τη θεωρία της αποδοχής της εξουσίας. Ο Douglas M. Mc Gregor (1906-1964) μελέτησε τις διαφορές μεταξύ της κλασσικής προσεγγίσεως και της προσεγγίσεως της συμπεριφοράς και διετύπωσε τις θεωρίες Χ και Υ, αντιδιαστέλλοντας τις απόψεις του  Taylor και του  Mayo.

Στην «επιστημονική προσέγγιση» ο  Herbert Simon (1916 - ...) συμπλήρωσε τις έρευνες στη λήψη αποφάσεων και την επεξεργασία πληροφοριών.

     Η «προσέγγιση της εξαρτήσεως» υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ένας γενικός τρόπος αντιμετωπίσεως του ζητήματος της διοικήσεως και οργανώσεως, αλλά η καλύτερη λύση εξαρτάται κάθε φορά από τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης καταστάσεως. Επιλέγει δηλαδή λειτουργίες και τεχνικές διαφορετικών προσεγγίσεων - κλασσικής, συμπεριφοράς, επιστημονικής - αρκεί η εφαρμογή τους να εκτιμάται ότι δίνει την καλύτερη λύση.

     Τέλος, η μελέτη της αναπτύξεως της βιομηχανίας της Ιαπωνίας, δηλαδή της «Ιαπωνικής προσεγγίσεως» της θεωρίας της διοικήσεως και οργανώσεως, θεμελίωσε τη θεωρία Z, ως λογική προέκταση των θεωριών Χ και Υ του Mc Gregor. Η θεωρία αυτή ευρίσκεται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ υπό τον γενικό τίτλο «Total Quality Management» και «Total Quality Leadership».

     Έτσι περιορίζομαι στην αναφορά των κατά γενικήν αποδοχή κλασσικών. Θα αποφύγω να εμπλακώ στη σύγχυση των όρων, που έχουν μεταφερθεί στην ελληνική βιβλιογραφία, περιοριζόμενος στα αναγκαία.

 

     Κατά συγκερασμό, στα πλαίσια τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, μπορούμε να υιοθετήσουμε τη γενική άποψη (Ε. Σπηλιωτόπουλος, 1976) :

     α.      Υπό λειτουργικήν έννοιαν, ήτοι από την άποψιν της δραστηριότητος, διοίκησις είναι η διενέργεια νομικών πράξεων και υλικών ενεργειών προς επιδίωξιν ενός σκοπού.

     β.      Υπό οργανικήν έννοιαν η διοίκησις ταυτίζεται με το πρόσωπον ή τους συλλόγους προσώπων, οι οποίοι, κατά τους σχετικούς κανόνας δικαίου, έχουν δικαίωμα ή αρμοδιότητα ή υποχρέωσιν να ασκήσουν την ως άνω δραστηριότητα.

 

     Στα πλαίσια της διοικητικής επιστήμης ο όρος «διοίκηση» έχει επίσης διττήν έννοια, λειτουργική και δομική. Σύμφωνα με την πρώτη (λειτουργική), διοίκηση είναι σύστημα δράσεως, συνιστάμενο στην ορθολογική χρησιμοποίηση των διατιθεμένων πόρων για την πραγματοποίηση των επιδιωκομένων σκοπών. Το έργο της διοικήσεως αποσκοπεί στον ακριβή προσδιορισμό των σκοπών, στη δόμηση του καταλλήλου περιβάλλοντος, δηλαδή του εσωτερικού πλαισίου της επιχειρήσεως, εις τρόπον ώστε να προάγεται η ομαδική εργασία δια του συντονισμού και της συνεργασίας όλων των ατομικών δραστηριοτήτων, στην παραγωγική αξιοποίηση και τον ορθολογικό συνδυασμό των πόρων, στην αξιοποίηση των συνθηκών του περιβάλλοντος και των υφισταμένων ευκαιριών, στον προσδιορισμό του βαθμού επιτυχίας και στην επανεξέταση των σκοπών.

     Σύμφωνα με τη δεύτερη (δομική), η διοίκηση αναφέρεται στα άτομα, τα οποία εκτελούν το διοικητικό έργο και στη δόμηση της διοικητικής ιεραρχίας, δηλαδή την ιεραρχική τοποθέτηση των φορέων της διοικητικής δραστηριότητας, όπως αυτή εκφράζεται με τη διοικητική πυραμίδα. Τρεις είναι οι κύριες κατηγορίες : ανωτάτη, μέση και κατωτάτη διοίκηση. Με βάση τη σπουδαιότητα του εκτελουμένου έργου κατανέμεται ο βαθμός ευθύνης και εξουσίας για συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Μεταξύ βαθμού ευθύνης και βαθμού εξουσίας υπάρχει αλληλεξάρτηση. Το έργο το οποίο επιτελείται στον επιχειρησιακό χώρο είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως διοικητικό και εκτελεστικό.

     Όσο ανερχόμαστε στην κλίμακα της ιεραρχίας, αυξάνει το διοικητικό έργο και ο βαθμός εξουσίας και ευθύνης. Η σχέση αυτή εκφράζεται στο «Σχήμα 1» (Σχέση μεταξύ διοικητικής ιεραρχίας, δραστηριότητας / έργου και βαθμού εξουσίας και ευθύνης).

 

Αρχές Διοικήσεως

 

     Με την συστηματική, επιστημονική μελέτη των προβλημάτων που σχετίζονται με την οργάνωση και διοίκηση ως καθολικού φαινομένου, διαχρονικά, έχουν διατυπωθεί ιδέες, θεωρίες, αρχές, λειτουργίες και τεχνικές, που κοινό στόχο έχουν την αποτελεσματικότητα με το μικρότερο κόστος. Οι αρχές είναι θεμελιώδεις αλήθειες ή αυτά που κάποια στιγμή πιστεύεται ότι είναι αλήθειες, που επεξηγούν τις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών. Οι αρχές αναφέρονται συχνά ως περιγραφικές, καθοδηγητικές ή κανονιστικές. Δεν είναι άκαμπτες, αλλά δεκτικές προσαρμογής στις ανάγκες. Η προσαρμογή αυτή απαιτεί γνώση, αντίληψη, πείρα, αποφασιστικότητα και μέτρο.

     Κατά τον Τaylor οι θεμελιώδεις αρχές της επιστημονικής θεωρήσεως της διοικήσεως μπορούν να συνοψισθούν ως εξής :

α.      Αντικατάσταση των εμπειρικών κανόνων με την οργανωμένη γνώση, την επιστήμη δηλαδή.

β.      Αρμονία στην ομαδική δράση.

γ.       Συνεργασία.

δ.      Εργασία για μεγίστη απόδοση.

ε.       Ανταμοιβή, δηλαδή προσωπική ευημερία και πρόοδος της επιχειρήσεως.

 

     Κατά τον Fayol, οι απόψεις του οποίου προσαρμόζονται εκπληκτικά στον τύπο της διοικητικής θεωρίας που αναπτύσσεται σήμερα, οι αρχές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής :

     α.      Υποταγή του ατομικού στο γενικό συμφέρον.

     β.      Δικαιοσύνη.

     γ.       Μονιμότητα προσωπικού.

     δ.      Πρωτοβουλία.

     ε.       Ομαδικό πνεύμα (Πνεύμα μονάδος).

   στ.  Καταμερισμός εργασίας.

     ζ.       Εξουσία και ευθύνη.

     η.       Πειθαρχία.

     θ.      Ενότητα κατευθύνσεως (κοινός στόχος).

     ι.        Ενότητα διοικήσεως, δηλαδή ένας προϊστάμενος και ένα σχέδιο για κάθε ομάδα δραστηριοτήτων με τον ίδιο αντικειμενικό σκοπό.

   ια.   Ανταμοιβή.

   ιβ.   Συγκέντρωση. Η αναλογία συγκεντρώσεως-αποκεντρώσεως μεταβάλλεται με γνώμονα την επίτευξη συνολικής αποδόσεως.

   ιγ.   Κλίμακα ιεραρχίας. Ενώ δεν θα πρέπει να εγκαταλείπεται χωρίς λόγο, θα πρέπει να συντομεύεται προς κέρδος χρόνου, με ταυτόχρονη ενημέρωση της ενδιάμεσης ιεραρχίας.

   ιδ.   Τάξη. Αναφέρεται στα πρόσωπα και στα πράγματα και είναι υλική για τα πράγματα, ιεραρχική για τα πρόσωπα, πνευματική για την εκτέλεση της εργασίας.

 

Λειτουργίες Διοικήσεως

 

     Κάτι που χαρακτηρίζει, γενικά, τη δράση της διοικήσεως είναι ότι, ανεξάρτητα από το επίπεδο της διοικητικής πυραμίδας, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, καταφεύγει σε μία σειρά από πράξεις, που έχει καθιερωθεί να ονομάζονται «λειτουργίες», κατ΄άλλους στοιχεία ή καθήκοντα. Στον προσδιορισμό των επί μέρους λειτουργιών της διοικήσεως δεν υπάρχει ομοφωνία. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην προσπάθεια, που καταβάλλεται εκ μέρους διαφόρων μελετητών-συγγραφέων να ερμηνεύσουν την πολύπλοκη λειτουργία της, με σκοπό την ταξινόμηση της γνώσεως και την καλύτερη κατανόηση. Από την πράξη του στρατεύματος υιοθετήθηκαν πολλές αρχές, λειτουργίες και τεχνικές διοικήσεως. Από τις τάξεις του στρατεύματος προήλθαν μεγάλοι οργανωτές και θεωρητικοί, όπως ο Lyndall Urwick, που γεφύρωσε την ευρωπαϊκή σκέψη με την αμερικανική πρακτική.

 

     Συνθέτοντας τις διάφορες απόψεις, καταλήγουμε στη διατύπωση των κατωτέρω «λειτουργιών της διοικήσεως», που καλύπτουν, όπως προαναφέραμε, τόσο τον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα :

     α.      Σχεδίαση - Προγραμματισμός (Planning).

     β.      Οργάνωση (Organizing).

γ.       Στελέχωση (Staffing).

δ.      Διεύθυνση και Ηγεσία (Directing-Leading).

ε.       Έλεγχος-Συντονισμός (Controlling).

 

Σ΄αυτές, κατ΄άλλους, δυνατόν να προστεθούν ή να ενταχθούν στις προηγούμενες οι εξής :

α.      Στρατηγική / πολιτική (Policy-making).

β.      Καθορισμός αντικειμενικών σκοπών (Setting objectives).

γ.       Καθορισμός και χρήση προτύπων (Model building and Model use).

δ.      Λήψη αποφάσεων (Decision-making).

ε.       Υποκίνηση (Motivation).

 

     Σε ότι αφορά στον συντονισμό, πολλοί τον θεωρούν ξεχωριστή λειτουργία. Φαίνεται, όμως, ακριβέστερο να τον θεωρούμε ως την ουσία της διοικητικής δραστηριότητος, διότι η επίτευξη αρμονίας των ατομικών προσπαθειών, για την εκπλήρωση ομαδικών σκοπών, είναι ο σκοπός της διοικήσεως. Κάθε διοικητική λειτουργία είναι μία άσκηση συντονισμού.

     Ο προαναφερθείς διαχωρισμός της διοικητικής δραστηριότητας σε επί μέρους λειτουργίες είναι κατά βάσιν τεχνικός. Είναι προσπάθεια συλλήψεως αλλά και απλοποιήσεως ενός αντικειμένου, που και μία αδιαίρετη ολότητα εκφράζει, αλλά και περισσότερο πολύπλοκο είναι. Στην πλήρη μελέτη και ανάλυσή τους συμβάλλουν πολλές επιστήμες, όπως η οικονομική, η μαθηματική, η μηχανική, η πληροφορική, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της βιολογίας κ.α.

     Το περιεχόμενο, η έκταση και ο βαθμός ευθύνης των διοικητικών στελεχών για κάθε λειτουργία της διοικήσεως διαφέρει, ανάλογα με το διοικητικό επίπεδο στην κλίμακα της ιεραρχίας, τον προορισμό και την αποστολή (έργο) του οργανισμού, τη φύση της εργασίας κ.α. Παραστατικά φαίνεται στο Σχήμα 2 (Λειτουργίες και ευθύνη στη διοικητική ιεραρχία).

 

 

 

Λειτουργίες και Ευθύνη

Στην Διοικητική Ιεραρχία

 

 

          Η διαφοροποίηση των προβλημάτων σε κάθε ιεραρχικό επίπεδο θέτει και διαφόρους απαιτήσεις επί των γνώσεων των διοικητικών στελεχών. Η αναγνώριση του ανθρωπίνου παράγοντος είναι αναγκαία προϋπόθεση αποτελεσματικής δραστηριοποιήσεως. Παραστατικά φαίνεται στο Σχήμα 3 (Απαιτήσεις γνώσεων και εμπειρίας κατά βαθμίδα διοικητικής ιεραρχίας).

 

Απαιτήσεις

Γνώσεων και Εμπειρίας

στη Διοικητική Ιεραρχία

 

Τεχνικές Διοικήσεως

 

          Μετά την παρουσίαση των λειτουργιών της διοικήσεως, είναι χρήσιμο να διακρίνουμε αυτές από τις τεχνικές της διοικήσεως. Λειτουργίες είναι χαρακτηριστικά καθήκοντα οποιουδήποτε διοικητικού στελέχους, ενώ τεχνικές είναι οι τρόποι με τους οποίους αυτές οι λειτουργίες υλοποιούνται. Είναι αναγνωρισμένες μέθοδοι αναλύσεως ή επιλύσεως ενός αναγνωρισμένου τύπου προβλήματος διοικήσεως. Ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένες από τις πιο σημαντικές, όπως :

     α.      Επιχειρησιακή έρευνα.

     β.      Ανάλυση σκοπού.

     γ.       Επιχειρησιακή σχεδίαση.

     δ.      Μαθηματικός προγραμματισμός.

     ε.       Δικτυωτή ανάλυση.

   στ.  Αξιολόγηση.

     ζ.       Στατιστικός έλεγχος.

     η.       Θεωρία συστημάτων.

     θ.      Θεωρία πληροφοριών κ.α.

 

HΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

 

     Η «διεύθυνση και ηγεσία», ως μία των λειτουργιών της διοικήσεως, αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας. Είναι η διαπροσωπική πλευρά της διοικήσεως, με την οποία οι υφιστάμενοι οδηγούνται να κατανοήσουν και να συμβάλουν αποδοτικά και αποτελεσματικά στην επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών. Ως ένα υποσύστημα στο όλο σύστημα της οργανώσεως και διοικήσεως συμμετέχει αποφασιστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας και του μεγέθους του αποτελέσματος.

     Με τον όρο «διεύθυνση» συνήθως και κυρίως εννοούμε την άσκηση ηγεσίας.

     «Ηγεσία» είναι η επιρροή, η ικανότητα, η τέχνη ή διαδικασία επηρεασμού των ατόμων, ώστε να εργασθούν με ζήλο και εμπιστοσύνη. Ο ζήλος αντικατοπτρίζει προθυμία και ένταση στην εκτέλεση της εργασίαςֹ η εμπιστοσύνη πείρα και τεχνική ικανότητα. Το να ηγείται κανείς σημαίνει να πείθει, να εμπνέει, να προτείνει, να διευθύνει, να κατευθύνει και να προηγείταιֹ δεν ακολουθεί. Άλλοι βλέπουν την ηγεσία, τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται στις τυπικές οργανώσεις, ως ισχυρή αυξητική επιρροή πέρα και πάνω από τη μηχανική συμμόρφωση με τις συνηθισμένες γενικές οδηγίες του οργανισμού. Ως διαπροσωπική σχέση έχει στενή σχέση με την υποκίνηση και την επικοινωνία. Κατά γενικήν εκτίμηση, η ηγετική ικανότητα συμβάλλει σε ποσοστό 40% στην χρησιμοποίηση των ικανοτήτων των υφισταμένων.

     Πέραν των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η εξοικείωση με τις κατωτέρω έννοιες :

     α.      Φύση της ηγεσίας και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η λειτουργία θα πρέπει να λαμβάνει υπ' όψιν ορισμένα από τα θεμελιώδη συμπεράσματα για τη φύση του ανθρώπου.

     β.      Κύριες θεωρήσεις της ηγεσίας.

     γ.       Αρχές της ηγεσίας.

     δ.      Καλλιέργεια της ηγετικής ικανότητας.

 

Η Φύση του Ανθρώπου

 

     Η περιγραφή της φύσεως του ανθρώπου ουδέποτε θα θεωρηθεί πλήρης και επαρκής. Η διχοτόμηση, κατά τη μελέτη, των ατομικών και των κοινωνικών πλευρών της είναι δύσκολη. Οι άνθρωποι, ως άτομα, ζουν σε κοινωνικό περιβάλλον. Τα άτομα είναι ο κυρίαρχος παράγων. Βοήθησαν στη δημιουργία του κοινωνικού περιβάλλοντος και, παρ΄όλο που επηρεάζονται οπωσδήποτε απ΄αυτό, εξακολουθούν και να το επηρεάζουν, καθώς μπορούν να το μεταβάλλουν, για να το προσαρμόσουν στις συλλογικές επιθυμίες τους. Με βάση αυτές τις σκέψεις έχουν εξαχθεί ορισμένα συμπεράσματα για τη βασική και τη σύνθετη φύση του ανθρώπου, που έχουν καίρια σημασία για τα διοικητικά στελέχη, όπως :

     α.      Το άτομο ενδιαφέρεται αρχικά για τον εαυτό του.

     β.      Το άτομο θέλει να ζει και να εργάζεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον.

     γ.       Τα άτομα βοηθούν στη δημιουργία οργανώσεων, για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους.

     δ.      Δεν υπάρχει μέσος άνθρωπος. Οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι.

     ε.       Τα άτομα μπορούν να εκμεταλλευθούν πλήρως τις ικανότητές τους και να τις υπερβάλουν.

 

     Ολοκληρώνοντας τα θεμελιώδη αυτά συμπεράσματα για τη φύση του ανθρώπου, αισθάνομαι τον πειρασμό να σας μεταφέρω τις εμπειρίες, τις σκέψεις, την αγωνία και τη μοναξιά ενός μεγάλου ηγέτη, του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη :

     «Η αρχηγία ενός στρατεύματος ελληνικού ήταν μία τυραννία, διατί έκαμνε και τον αρχηγό και τον κριτή και τον φροντιστή, και να του φεύγουν κάθε ημέρα και πάλιν να έρχωνταιֹ να βαστάη ένα στρατόπεδον με ψέματα, με κολακείες, με παραμύθιαֹ να του λείπουν και ζωοτροφίαις και πολεμοφόδια, και να μην ακούν και να φωνάζει ο αρχηγόςֹ ενώ εις την Ευρώπην ο αρχιστράτηγος διατάσσει τους στρατηγούς, οι στρατηγοί τους συνταγματάρχας, οι συνταγματάρχαι τους ταγματάρχας και ούτε καθεξήςֹ έκανε το σχέδιό του και εξεμπέρδευε. Να μου δώσει ο Βέλιγκτων 40.000 στράτευμα το εδιοικούσα, αλλ΄αυτουνού να του δώσουν 500 Έλληνας δεν εμπορούσε ούτε μία ώρα να τους διοικήση. Κάθε Έλληνας είχε τα καπρίτσια του, το Θεό του, και έπρεπε να κάνει κανείς δουλειά με αυτούς, άλλον να φοβερίζη, άλλον να κολακεύη, κατά τους ανθρώπους».

 

Η Φύση της Ηγεσίας

 

     Κάθε ομάδα ανθρώπων, που λειτουργεί κοντά στο μέγιστο των ικανοτήτων τους, έχει επικεφαλής κάποιον που είναι επιδέξιος στην τέχνη της ηγεσίας. Αυτή η επιδεξιότητα φαίνεται ότι είναι το αποτέλεσμα τεσσάρων τουλάχιστον κυρίων συστατικών, που συνιστούν και τη φύση της ηγεσίας. Αυτά είναι :

     α.      Η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι υποκινούνται από διάφορα πράγματα, σε διάφορες περιπτώσεις και σε διαφορετικές καταστάσεις.

     β.      Η ικανότητα του ατόμου να εμπνέει.

     γ.       Η ικανότητα του ατόμου να ενεργεί με τρόπο, που να αναπτύσσει κατάλληλο κλίμα για την ανταπόκριση στους υποκινητικούς παράγοντες και για τη διέγερσή τους. Το συστατικό αυτό αναφέρεται στο ύφος και τη συμπεριφορά του ηγέτη.

 

Θεωρήσεις της Ηγεσίας

 

     Λόγω της σημασίας της για όλα τα είδη των ομαδικών ενεργειών, υπάρχει μεγάλος όγκος θεωρίας και έρευνας γύρω από την έννοια της ηγεσίας, που έχουν καταλήξει σε συγκεκριμένες θεωρήσεις γι΄αυτήν και τον ηγέτη. Θα περιορισθούμε στην περιγραφή των βασικών εξ αυτών.

     α.      Η αρχαιότερη γνωστή ερμηνεία του φαινομένου της ηγεσίας είναι η «γενετική θεώρησις», η πίστη δηλαδή ότι η ηγετική ικανότητα είναι κληρονομική, «ελέω θεού». Η πεποίθηση αυτή διατηρήθηκε μέχρι και αρκετά χρόνια μέσα στον εικοστό αιώνα, επειδή προσέφερε μία άμεση ερμηνεία στην καταγωγή της ηγεσίας. Χρονικά κατέρρευσε με τη θύελα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

     β.      Οι πρώτες ουσιαστικές μελέτες, κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, βασίσθηκαν στην προσπάθεια εντοπισμού των χαρακτηριστικών ενός ηγέτη - φυσικών πνευματικών, ψυχικών - δηλαδή χαρακτήρα και ικανοτήτων. Πρόκειται για την «βάσει χαρακτηριστικών θεώρηση της ηγεσίας». Κατέληξαν σε μεγάλους καταλόγους τέτοιων χαρακτηριστικών.

 

              Όλοι, όμως οι ηγέτες δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά και πολλά άτομα, που δεν είναι ηγέτες, μπορεί να έχουν τα περισσότερα ή και όλα. Επίσης, αυτή η θεώρηση δεν εξηγεί σε ποιο βαθμό θα πρέπει να έχει κάθε χαρακτηρισιτκό ένας ηγέτης. Δεν έχει διαπιστωθεί ομοιομορφία των εντοπιζομένων χαρακτηριστικών με πραγματικές περιπτώσεις ηγεσίας. Παρ΄όλα αυτά έχει εντοπισθεί συσχετισμός μεταξύ ορισμένων χαρακτηριστικών και της αποτελεσματικότητας της ηγεσίας. Παραθέτουμε, χωρίς ανάλυση, τα χαρακτηριστικά εκείνα, στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι των μελετητών :

          (1)          Ευφυϊα / νοημοσύνη.

          (2)          Συναισθηματική νοημοσύνη.

          (3)          Γνώσεις / πολυμάθεια.

          (4)          Αυτογνωσία / αυτοπεποίθηση.

          (5)          Συστηματική σκέψη.

          (6)          Ακεραιότητα.

          (7)          Πίστη σε αξίες.

          (8)          Ταπεινότητα.

          (9)          Κύρος και κοινωνική υπευθυνότητα.

          (10)   Δικαιοσύνη.

          (11)   Θάρρος.

          (12)   Αντοχή.

          (13)   Επιμονή.

          (14)   Ενθουσιασμός.

          (15)   Πρωτοβουλία.

          (16)   Διορατικότητα.

          (17)   Ισχυρή θέληση για υψηλές επιδόσεις.

          (18)   Ικανότητα επικοινωνίας και πειθούς.

          (19)   Ικανότητα δημιουργικής σκέψεως και λήψεως αποφάσεων.

          (20)   Εποπτική ικανότητα.

 

     Τα περισσότερα ή και όλα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, υπό την μία ή την άλλη ονομασία, περιλαμβάνονται στα έντυπα αξιολογήσεως των στελεχών των Ε.Δ.

     Στην ουσία της και η θεώρηση αυτή είναι μία γενετική προσέγγιση.

     γ.       Με τη σκέψη ότι η βάσει των χαρακτηριστικών θεώρηση της ηγεσίας δεν καλύπτει πλήρως την έννοιά της, η προσοχή στράφηκε στη μελέτη των ιστορικών περιπτώσεων, όπου «ηγέτες» υπήρξαν προϊόν συγκεκριμένων καταστάσεων και συγκυριών, οπότε φάνηκε ότι η ηγεσία επηρεάζεται ισχυρά από την κατάσταση, από την οποία αναδύεται ο ηγέτης και μέσα στην οποία λειτουργεί. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στη Γερμανία του 1930 και διευκόλυνε την άνοδο του Hitler, η προηγούμενη άνοδος του Mussolini στην Ιταλία, η εμφάνιση του Roosvelt στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσεως του 1930, η επικράτηση του Mao Tse-Tung στην Κίνα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο κ.α. Αυτή η «κατά περίπτωση θεώρηση της ηγεσίας» αναγνωρίζει το γεγονός ότι υπάρχει αλληλεπίδραση, αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομάδας και του ηγέτη. Υποστηρίζει τη θεωρία των οπαδών, ότι δηλαδή οι άνθρωποι έχουν την τάση να ακολουθούν εκείνους, στους οποίους διαβλέπουν, σωστά ή λανθασμένα, ένα μέσον για την εκπλήρωση των δικών τους προσωπικών επιθυμιών. Ο ηγέτης, λοιπόν, είναι το πρόσωπο που αναγνωρίζει αυτές τις επιθυμίες και αναλαμβάνει εκείνες τις ενέργειες ή εκτελεί εκείνα τα προγράμματα, που σκοπεύουν στην ικανοποίησή τους. Αυτή η θεώρηση έχει σημασία για τα διοικητικά στελέχη, όταν σχεδιάζουν το περιβάλλον για την απόδοση των υφισταμένων τους.

     Η περιγραφείσα θεώρηση είναι επίσης γνωστή και ως «θεώρηση εξαρτήσεως».

     δ.      Άλλοι θεωρούν ότι ηγεσία είναι κάθε διαδικασία, στην οποία η ικανότητα του ηγέτη να εξασκεί επιρροή εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ομαδική εργασία (περίπτωση) και τον βαθμό στον οποίο το ύφος, η προσωπικότητα και οι μέθοδοι του ηγέτη ταιριάζουν στην ομάδα. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι γίνονται ηγέτες όχι μόνο λόγω των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους, αλλά και λόγω συγκυριακών παραγόντων και της αντεπιδράσεως μεταξύ του ηγέτη και της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δηλαδή η απόδοση της ομάδας θα εξαρτηθεί από τον κατάλληλο συνδυασμό των μεθόδων ηγεσίας και από τον βαθμό στον οποίο η κατάσταση διευκολύνει τον ηγέτη να εξασκήσει επιρροή επί των μελών της ομάδας. Το «ενδεχόμενο» να συνυπάρξουν οι δύο προϋποθέσεις ή να καλλιεργηθεί, κυρίως η δεύτερη, έδωσε και το όνομα «ενδεχομενική θεώρηση της ηγεσίας». Ουσιαστικά, πρόκειται περί συνδυασμού των προηγουμένων θεωρήσεων. Κατ΄αυτήν τρεις είναι οι «κρίσιμες διαστάσεις» σε κάθε κατάσταση, που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του ηγέτη : η δύναμη της θέσεως, η διάρθρωση των καθηκόντων και η σχέση ηγέτη-μελών. Οι δύο πρώτες ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τις οργανώσεις. Η τρίτη, σημαντικότερη, σχετίζεται με τον βαθμό στον οποίο τα μέλη της ομάδας σέβονται, εμπιστεύονται και αγαπούν έναν ηγέτη και είναι πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν.

     ε.       Όπως παρατηρούμε από την ανωτέρω άκρως περιληπτική εξέταση των θεωρήσεων της ηγεσίας, είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε τη θεωρία του τι είναι ηγεσία και από τι εξαρτάταιֹ από τη συμπεριφορά ή τον τρόπο του ηγέτη. Η περαιτέρω ανάλυση του θέματος εκφεύγει από τον σκοπό αυτής της παρεμβάσεως.

 

Αρχές Ηγεσίας

 

     Έχουν υπάρξει πολλές διατυπώσεις αρχών ηγεσίας τόσο στη γενική βιβλιογραφία όσο και σε στρατιωτικά εγχειρίδια. Στις περισσότερες των περιπτώσεων κυριαρχεί ο υποκειμενισμός και η σύγχυση μεταξύ των εννοιών «αρχή» «χαρακτηριστικό», «καθήκον». Γι' αυτό περιορίζομαι στις διατυπώσεις εκείνες, που, υποκειμενικά και πάλι, εγγίζουν περισσότερο την αντίληψη της «θεμελιώδους αληθείας», που είναι η «αρχή» :

     α.      «Αρχή της διευθύνσεως και ηγεσίας προς επίτευξη αντικειμενικών σκοπών», που σημαίνει ότι η συμβολή των υφισταμένων, σε ποσότητα και ποιότητα, γίνεται τόσο μεγαλύτερη, όσο καλύτερη είναι η άσκηση της διευθύνσεως και ηγεσίας.

     β.      «Αρχή της αρμονίας των αντικειμενικών σκοπών», που σημαίνει ότι όσο αποτελεσματικότερη είναι η άσκηση της ηγεσίας, τόσο καλύτερα συνειδητοποιούν τα άτομα ότι οι προσωπικοί τους στόχοι εναρμονίζονται με τους αντικειμενικούς σκοπούς της οργανώσεως.

     γ.       «Αρχή της ενότητας των εντολών», που σημαίνει ότι όσο πληρέστερη σχέση αναφοράς έχει ένα άτομο προς ένα μόνον ανώτερο, τόσο μικρότερο είναι το πρόβλημα των συγκρούσεων και τόσο μεγαλύτερο το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης για το αποτέλεσμα. Η αρχή αυτή είναι ταυτόχρονα και αρχή της διοικήσεως.

     δ.      «Αρχή της υποκινήσεως»  που σημαίνει ότι, επειδή οι άνθρωποι έχουν την τάση να ακολουθούνε κείνους τους οποίους θεωρούν ως μέσο για την ικανοποίηση των προσωπικών τους στόχων, όσο περισσότερο κατανοούν τα διοικητικά στελέχη τι υποκινεί τους υφισταμένους τους και πως λειτουργούν αυτές οι υποκινήσεις, και όσο περισσότερο εφαρμόζουν όσα κατενόησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τόσο αποτελεσματικότεροι ηγέτες θα είναι.

     ε.       «Αρχή της άμεσης εποπτείας». Όσο αμεσότερη είναι η προσωπική επαφή με τους υφισταμένους, τόσο αποτελεσματικότερη θα είναι η διεύθυνση και ηγεσία.

 

Καλλιέργεια της Ηγετικής Ικανότητας

 

     Οι πρώτες μελέτες της ηγεσίας βασίσθηκαν, κυρίως, σε μία απόπειρα να εντοπισθούν τα χαρακτηριστικά που κατείχαν πράγματι οι ηγέτες. Άρχισαν με την άποψη ότι οι ηγέτες γεννιούνται, δεν γίνονται, πεποιθήσεως που χρονολογείται από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους. Η θεωρία αυτή έχασε σημαντικό έδαφος με την άνοδο της επιρροής της ψυχολογίας, κυρίως. Το «χάρισμα», η κληρονομική καταβολή, χωρίς καλλιέργεια δεν αποδίδει. Το εκ καταβολής «μικρότερο χάρισμα», με συστηματική καλλιέργεια, βελτιώνεται σημαντικά. Η άποψη αυτή τεκμηριώνεται αν αναλύσουμε το περιεχόμενο των θεωρήσεων της ηγεσίας. Στην προσπάθεια βελτιώσεως συμβάλλουν : η αυτογνωσία, η ενημέρωση, η διανοητική ταύτιση, η αντικειμενικότητα.

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΗΓΕΣΙΑ

 

Γενικά

 

     Η «διοίκηση», στα πλαίσια του Στρατού, ορίζεται ως εξής :

*   Κατά τον ΣΚ 20-1, Γενικός Κανονισμός Υπηρεσίας στο Στρατό, 1984 (ΠΔ 130/1984, ΦΕΚ 42/10-4-84).

          «1.    Διοίκηση είναι η άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου. Η έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων είναι ανάλογη προς την θέση του προϊσταμένου στην κλίμακα της διοικήσεως.

          2.      Διοίκηση είναι και άσκηση εξουσίας. Η εξουσία είναι ανάλογη με τον βαθμό και τη θέση του διοικητή στην κλίμακα της διοικήσεως».

     *   Κατά το ΕΕ 181-1, Διοίκηση και Ηγεσία, 1988 :

          «Διοίκηση στο Στρατό είναι η νόμιμα ασκουμένη εξουσία από ένα άτομο προς τους υφισταμένους του, που πηγάζει από τον βαθμό και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί ή από τη θέση του».

    

     Οι παραπάνω ορισμοί της διοικήσεως, παρά τις φραστικές διαφορές τους, προσδιορίζουν τη νομική έννοιά της, ως ασκήσεως εξουσίας, εξουσίας ανατιθεμένης στον διοικητή, εξουσίας ασκουμένης επί των υφισταμένων.

 

     Εδώ έρχεται το ΕΕ 181-3, Διοικητική (Management), 1988, νεολογίζοντας, να ορίσει νέα έννοια, την «διοικητική» ως εξής :

     «Διοικητική δεν είναι τίποτε άλλο από το συντονισμό και την εναρμόνιση / ενοποίηση όλων των παραγωγικών πόρων (ανθρωπίνων, υλικών, τεχνικών), που έχουν διατεθεί στο διοικητικό στέλεχος για την εκτέλεση των αντικειμενικών σκοπών. Η διοικητική, λοιπόν, μπορεί να εξετασθεί με βάση τα καθήκοντα, που εκτελούν τα διοικητικά στελέχη στην προσπάθειά τους να φθάσουν στους αντικειμενικούς τους στόχους. Τα καθήκοντα αυτά λέγονται λειτουργίες της «διοκητικής» και είναι (σύμφωνα με μια πλατιά αποδεκτή άποψη) τα παρακάτω : Σχεδίαση - προγραμματισμός, οργάνωση, συντονισμός, διεύθυνση, έλεγχος. Εκτός από αυτές τις λειτουργίες υπάρχει και μια γενική, που χαρακτηρίζει όλες αυτές τις ειδικές, και είναι η «λήψη αποφάσεων».

 

     Σε ότι αφορά στην έννοια της ηγεσίας, το ΕΕ 181-1, ομοίως ορίζει :

     «Ηγεσία, γενικά, είναι η τέχνη να επηρεάζεις και να κατευθύνεις τους άλλους με τέτοιο τρόπο, ώστε να κερδίζεις την εμπιστοσύνη, υπακοή, σεβασμό, τη συνεργασία μεταξύ των ατόμων και την πιστή αφοσίωσή τους για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού».

 

Ιδιαιτερότητες

 

     Οι έννοιες της οργανώσεως, διοικήσεως και ηγεσίας, όπως προαναφέραμε, έχουν γενική εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής διοικήσεως (ή διοικήσεως στρατευμάτων ή διοικήσεως των ΕΔ) και καλύπτουν και τα τρία επίπεδα στη διοικητική πυραμίδα, με τις αναγκαίες, βεβαίως, προσαρμογές.

     Η διοίκηση στον ιδιωτικό τομέα έχει ως τελικό σκοπό, κυρίως, το κέρδος.

     Η διοίκηση στον δημόσιο τομέα έχει ως σκοπό την εξυπηρέτηση των πολιτών, την κοινή ωφέλεια και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

     Η διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) έχει ως σκοπό την αποτελεσματική συμβολή στη διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της χώρας, στην προστασία των πολιτών εναντίον οποιασδήποτε εξωτερικής επιθέσεως ή απειλής, στην υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων και σκοπών και στη διασφάλιση της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή. Ενώ ταυτοχρόνως και συνεχώς προασπίζει το δημόσιο συμφέρον.  Παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, σε σύγκριση με τους άλλους τομείς εφαρμογής της, όπως :

     α.      Αποβλέπει στην προετοιμασία των στρατευμάτων για τον πόλεμο από του καιρού της ειρήνης.

     β.      Υπόκειται, για τον παραπάνω λόγο, σε αυστηρούς κανόνες και επιβάλλει υψηλό βαθμό πειθαρχίας.

     γ.       Ασκείται υπό αντίξοες έως επικίνδυνες συνθήκες, τόσο στην ειρήνη όσο και σε καταστάσεις κρίσεων και πολύ εντονότερα στον πόλεμο.

     δ.      Η καλή ή κακή απόδοσή της επηρεάζει άμεσα τις ζωές των διοικουμένων και στον πόλεμο συνάπτεται άμεσα με αυτήν ταύτην την ασφάλεια της χώρας. Γι΄αυτό και η ποιότητα της διοικήσεως είναι παράγων τόσον της συνολικής, εθνικής ισχύος του κράτους, όσον και της μαχητικής ισχύος του στρατεύματος.

     ε.       Έχει δεδομένην, εκάστοτε, οργάνωση και στελέχωση και εν πολλοίς διάρθρωση καθηκόντων.

   στ.  Επιβάλλει συχνές μεταθέσεις, δηλαδή συνεχή εναλλαγή του προσωπικού, που συνεπάγεται ασταθές περιβάλλον. Σε ότι αφορά στο στρατεύσιμο τμήμα του προσωπικού, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια για την προσαρμογή κατά  την στράτευση.

     ζ.       Επιβάλλει την ευθύνη συνεχούς ενδιαφέροντος για το προσωπικό εντός και εκτός υπηρεσίας.

     η.       Απαιτεί αυστηρή τήρηση της διοικητικής ιεραρχίας, που αποτελεί τη συνεκτική δύναμη του στρατεύματος.

 

     Οι ιδιαιτερότητες αυτές και η σχεδόν πλήρης ανατροπή του περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο ενεργούν οι ΕΔ σε περιπτώσεις κρίσεων και στον πόλεμο, καθιστούν την άσκηση της διοικήσεως έργο δύσκολο και ανάγουν την ποιότητα του ηγήτορος σε κορυφαίο παράγοντα αποτελεσματικότητας. Εδώ ας μη μας διαφεύγει η διαπίστωση του Carl Van Clausewitz (1780-1831) : «Στις περισσότερες των περιπτώσεων τους ήρωες τους δημιουργεί η ανικανότητα των ηγητόρων».

     Το στράτευμα ή ακριβέστερα οι ηγήτορές του, ανάλογα με τις απαιτήσεις, τις προκλήσεις και τις συγκυρίες κάθε εποχής, κατέληγαν σε οργανώσεις διοικήσεως ή «δομές διοικήσεως» και σε παράλληλη οργάνωση ή «δομή δυνάμεων», κατάλληλη για την εκπλήρωση του αναλαμβανομένου ή ανατιθεμένου έργου.

     Η έναρξη της συγκροτήσεως των εθνικών κρατών στην Ευρώπη, ουσιαστικά μετά την Γαλλική Επανάσταση (1789), επέβαλε και την οργάνωση του «εθνικού στρατεύματος» στην υπηρεσία του κράτους. Ο Μ. Ναπολέων (1769-1821), ο Henri-Antoine Zemini (1779-1869) και ο Carl von Clausewitz (1780-1831), μετά το 1800, θεμελίωσαν τη στρατηγική αντίληψη, όπως σχεδόν την εννοούμε και σήμερα, και οργάνωσαν αντίστοιχα τη διοίκηση του στρατεύματος. Έκτοτε η δομή διοικήσεως εξελίχθηκε με σταθμούς τον πρώτο και ιδιαίτερα τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως τη σημερινή της μορφή, με το επικρατήσαν, εν τω μεταξύ, όνομα, «σύστημα διοικήσεως», δηλαδή σύνολο προσωπικού, οργανώσεως, μέσων και διαδικασιών, που καλύπτει, σχεδόν, τόσο τη δομική όσο και τη λειτουργική έννοια της διοικήσεως.

     Παράγοντες που επηρέασαν, εξαιρετικά, και συνεχίζουν να επηρεάζουν τόσο τη δομή διοικήσεως όσο και τη δομή δυνάμεων είναι :

     α.      Οι απαιτήσεις ασφαλείας και αμύνης έναντι απειλών και κινδύνων.

     β.      Οι απαιτήσεις έναντι των εθνικών συμφερόντων και σκοπών.

     γ.       Οι απαιτήσεις που επιβάλλει η ασφαλής διοίκηση των επιχειρήσεων σε ένα σύγχρονο πόλεμο.

     δ.      Οι υποχρεώσεις των ΕΔ, που απορρέουν από την ένταξή μας στον ΟΗΕ ,στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

     ε.       Οι τεχνολογικές εξελίξεις, με αμφίδρομη έννοια.

   στ.  Η υπογεννητικότητα στη χώρα μας.

 

Λειτουργίες Διοικήσεως

 

     Προσαρμόζοντας, κυρίως λόγω των ιδιαιτεροτήτων, τις λειτουργίες της διοικήσεως στο τομέα εφαρμογής των ΕΔ, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στις εξής :

     α.      Στρατηγική / πολιτική (Policy making).

     β.      Καθορισμός αντικειμενικών σκοπών (Setting objectives).

     γ.       Σχεδίαση - προγραμματισμός (Planning).

     δ.      Λήψη αποφάσεων (Decision-making).

     ε.       Οργάνωση (Organizing).

   στ.  Στελέχωση (Staffing).

     ζ.       Διεύθυνση και ηγεσία (Directing - Leading).

     η.       Έλεγχος και συντονισμός (Controlling).

 

Ανωτάτη Διοίκηση των ΕΔ

 

     Η Ανωτάτη Διοίκηση των ΕΔ ή η Ηγεσία των ΕΔ, όπως συνήθως λέγεται, ορίζεται από τον Νόμο 2291/1995, «Οργάνωση και λειτουργία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διοίκηση και έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων», ΦΕΚ 35/15-2-95. Ο Νόμος 2339/1996, «Ιεραρχία και εξέλιξη των μονίμων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων», ΦΕΚ 219/6-9-96, συμπληρώνει τον προηγούμενο ως προς τα θέματα χειρισμού των μονίμων αξιωματικών, που αφορούν στην Ανωτάτη Διοίκηση των ΕΔ.

     Κατά τη διοίκηση των ΕΔ πρέπει να εφαρμόζονται οι αρχές του πολιτικού ελέγχου, της κομματικής ουδετερότητας, της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικότητας, που αποτελούν και βασικές επιταγές του Συντάγματος.

     Η εθνική άμυνα περιλαμβάνει το σύνολο των λειτουργιών και δραστηριοτήτων, που αναπτύσσονται από το κράτος, με σκοπό την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας και της ασφαλείας των πολιτών εναντίον οποιασδήποτε εξωτερικής επιθέσεως και απειλής, καθώς και την υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων και σκοπών.

     Η ευθύνη για την άμυνα της χώρας ανήκει στην Κυβέρνηση, η οποία καθορίζει την Πολιτική Εθνικής Αμύνης (ΠΕΑ) και ασκεί τη διοίκηση των ΕΔ.

     Κύριο όργανο για τη λήψη των αποφάσεων σε ζητήματα, που αφορούν στην άσκηση της παραπάνω πολιτικής, και γενικά την εθνική άμυνα της χώρας είναι το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Αμύνης (ΚΥΣΕΑ).

     Για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής η Κυβέρνηση διαθέτει κυρίως το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης (ΥΠΕΘΑ) και τις υπαγόμενες σε αυτό ΕΔ της χώρας. Διαθέτει επίσης και όλα τα υπουργεία, δυνάμεις παλλαϊκής αμύνης, σώματα, οργανισμούς και υπηρεσίες, τα οποία με οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στην εθνική άμυνα.

     Οι ΕΔ αποτελούν τον κύριο παράγοντα, την αιχμή του δόρατος, για την άσκηση της ΠΕΑ, σε συνδυασμό με τους λοιπούς παράγοντες της συνολικής, εθνικής ισχύος, που είναι η παιδεία, η οικονομία, τα ερείσματα και οι συμμαχίες, η ποιότητα της ηγεσίας σε όλα τα επίπεδα, η κοινωνική συνοχή, το φρόνημα/ηθικό του λαού και του στρατεύματος, ο απόδημος ελληνισμός.

     Η ΠΕΑ αποτελεί μέρος της εθνικής πολιτικής ή εθνικής στρατηγικής. Κατά τη σχεδίασή της λαμβάνονται υπ΄όψιν παράγοντες κατά βάση μεταβλητοί, όπως η γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία και αξία της χώρας, οι διεθνείς σχέσεις, οι υπάρχουσες και εκτιμούμενες απειλές και κίνδυνοι, οι παράγοντες εθνικής ισχύος, οι τεχνολογικές εξελίξεις, το περιβάλλον ασφαλείας. Στηρίζεται σε συγκεκριμένες αρχές, περιγράφει τον τρόπο χρησιμοποιήσεως της εθνικής αμυντικής ισχύος και χειρισμού των εν γένει αμυντικών θεμάτων, παρέχει κατευθύνσεις, καθορίζει στόχους και προτεραιότητες. Διαμορφώνεται από το ΚΥΣΕΑ, σύμφωνα με εκτίμηση μακράς προοπτικής και τις εισηγήσεις του Συμβουλίου Αμύνης (ΣΑΜ) και του Συμβουλίου των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ). Από την ΠΕΑ απορρέουν οι υποχρεώσεις για :

 

     α.      Την στρατιωτική αξιολόγηση καταστάσεως.

     β.      Την εθνική στρατιωτική στρατηγική.

     γ.       Τις κατευθύνσεις αμυντικής σχεδιάσεως.

     δ.      Τους στόχους εθνικής αμύνης.

     ε.       Τη μακροπρόθεσμη σχεδίαση και τον μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό των εξοπλισμών.

 

     Στο ΣΑΜ, του οποίου πρόεδρος είναι ο ΥΠΕΘΑ, συμμετέχουν οι Υφυπουργοί, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης (Α/ΓΕΕΘΑ), ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Α/ΓΕΣ),  Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Α/ΓΕΝ) και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (Α/ΓΕΑ).

 

     Η Ανωτάτη Διοίκηση των ΕΔ, ιεραρχικά μετά το ΣΑΜ, συγκροτείται από :

     α.      Το ΣΑΓΕ.

     β.      Τον Α/ΓΕΕΘΑ και το ΓΕΕΘΑ.

     γ.       Τον Α/ΓΕΣ και το ΓΕΣ.

     δ.      Τον Α/ΓΕΝ και το ΓΕΝ.

     ε.       Τον Α/ΓΕΑ και το ΓΕΑ.

   στ.  Τα Ανώτατα Συμβούλια των Κλάδων.

 

     Τα καθήκοντά τους, οι αρμοδιότητές τους, ο βαθμός εξουσίας τους και οι ευθύνες τους περιγράφονται στους νόμους και τα προεδρικά διατάγματαֹ η εσωτερική λειτουργία στους αντίστοιχους πίνακες οργανώσεως και υλικού και τους κανονισμούς οργανώσεως και λειτουργίας των Γενικών Επιτελείων (ΓΕ).

 

Διοίκηση και Ηγεσία στον Πόλεμο

 

     Σε περίοδο πολέμου ή γενικής επιστρατεύσεως ή σε περίπτωση άμεσης απειλής της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της χώρας, λόγω εξωτερικών κινδύνων, το ΚΥΣΕΑ, μετά από πρόταση του ΥΠΕΘΑ, διορίζει τον Α/ΓΕΕΘΑ Αρχιστράτηγο. Όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες του Α/ΓΕΕΘΑ μεταβιβάζονται στον Αρχιστράτηγο. Αυτός μεταβιβάζει κατά την κρίση του σε ανώτατο αξιωματικό της επιλογής του αρμοδιότητες του Α/ΓΕΕΘΑ. Επίσης το ΚΥΣΕΑ μετονομάζεται σε Πολεμικό Συμβούλιο.

     Το επιχειρησιακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο καλούνται οι ΕΔ να δράσουν, χαρακτηρίζεται από συνεχή εναλλαγή της καταστάσεως, ασάφεια, αβεβαιότητα και την απειλή του θανάτου. Επιβάλλει, επομένως, ποιοτικές και ποσοτικές διαφοροποιήσεις σε όλες τις λειτουργίες της διοικήσεως, με έμφαση στην ταχύτητα, ώστε οι αποφάσεις να είναι άμεσες και σωστές και αναδεικνύει την «διεύθυνση-ηγεσία» σε κορυφαίο συντελεστή της επιτυχίας.

     Για να ανταποκριθούν τα στελέχη των ΕΔ σε αυτές τις απαιτήσεις, χρειάζεται εκπαίδευση διακλαδικού χαρακτήρα, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της μάχης μέσα στο πολύπλοκο θέατρο επιχειρήσεων του ελληνικού χώρου, συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων έναντι της Κύπρου.

     Στον πόλεμο, οι αναφερθείσες γενικές «αρχές διοικήσεως» συμπληρώνονται με τις, διαχρονικά αποδεκτές, θεμελιώδεις αλήθειες για την επιτυχή διεξαγωγή του, τις «αρχές του πολέμου», ήτοι :

     α.      Εκλογή σκοπού και εμμονή σ΄αυτόν.

     β.      Επιθετικό πνεύμα.

     γ.       Ενότητα διοικήσεως.

     δ.      Συγκέντρωση.

     ε.       Οικονομία δυνάμεων.

   στ.  Ελιγμός.

     ζ.       Απλότητα.

     η.       Αιφνιδιασμός.

     θ.      Ασφάλεια.

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

     Το σημαντικότερο συμπέρασμα, που προκύπτει από την παρουσίαση των κυριοτέρων απόψεων, που αφορούν στην έννοια της διοικήσεως, είναι ότι αυτή δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί μεμονωμένα. Το πλέγμα των εννοιών «οργάνωση-διοίκηση-ηγεσία», έστω και αν η τελευταία είναι, ουσιαστικά, μία από τις λειτουργίες της διοικήσεως, πρέπει να αποτελεί για τον αξιωματικό γνωστικό πεδίο συνεχούς μελέτης και διερευνήσεως. Η εφαρμογή των διδαγμάτων του, στο πλαίσιο των εκάστοτε καθηκόντων του αξιωματικού, του δίνει την ευκαιρία εξαγωγής συμπερασμάτων, που ανατροφοδοτούν τη σκέψη και τη γνώση, και δια της αυτογνωσίας οδηγούν  στη βελτίωση. Πέρα από τις επαγγελματικές και διαχειριστικές γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες, η αποτελεσματικότητα εξαρτάται, κυρίως, από την ικανότητα του αξιωματικού να λειτουργεί ως ηγέτης στον χώρο του.

     Παρ΄όλον ότι, κατά γενική ομολογία, τα θεμελιώδη στοιχεία της διοικητικής επιστήμης - ιδέες, θεωρία, αρχές, λειτουργίες, τεχνικές - έχουν γενικήν εφαρμογήν σε όλα τα είδη οργανώσεων και σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής πυραμίδας, οι ιδιαιτερότητες κάθε οργανισμού, η αβεβαιότητα και το περιβάλλον επιβάλλουν προσαρμογή.

 

     Οι ΕΔ καταβάλλουν προσπάθεια και διατηρούν πάντοτε άρτια «δομή διοικήσεως» και «δομή δυνάμεων». Όμως, σε κάθε σύστημα διοικήσεως προϋπόθεση αποτελεσματικής λειτουργίας και αποδόσεως παραμένει η αναγνώριση και ο ορθός χειρισμός του ανθρωπίνου δυναμικού.

     Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε μία θεμελιώδη ικανότητα, που πέρα από την προσωπική εμπειρία, δεν τη συνάντησα ως αντικείμενο μελέτης στη γνωστή σε μένα βιβλιογραφία. Αυτή είναι η μοναξιά του ηγέτη, η απομόνωση, που είτε επιζητείται οικειοθελώς, είτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Στην πρώτη περίπτωση την αισθάνεται ο ηγέτης και την αξιοποιεί ως πηγή ενδοσκοπήσεως, αυτοστοχασμού, εμπνεύσεως, για να δημιουργήσει νέες ιδέες, να πάρει πρωτοβουλίες, να βελτιώσει τη συμπεριφορά του. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να μπορεί να την αντέξει, για να παίρνει αποφάσεις, για να αντιμετωπίζει με αξίες, ακεραιότητα, εντιμότητα και διαφάνεια, την ανεπάρκεια, την ανεντιμότητα, τον καιροσκοπισμό, τη διαβολή, τη συκοφαντίαֹ να μπορεί να την αντέξει όταν τα πρότυπα, τα ιδεώδη και τα ιδανικά, που πρεσβεύει και βιώνει, αντιμετωπίζονται επί ίσοις όροις με την μετριότητα, το βόλεμα, την οκνηρία, την αδράνεια. Η μοναξιά θα πρέπει να αποτελεί συστατικό στοιχείο της φύσεως της ηγεσίας. Ο αξιωματικός θα πρέπει να μάθει να ζει και στιγμές μοναξιάς.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

1.      Σύνταγμα της Ελλάδος.

 

2.      Νόμος 2292/1995 (ΦΕΚ 35/15-2-95), «Οργάνωση και λειτουργία του ΥΠΕΘΑ, διοίκηση και έλεγχος των ΕΔ».

 

3.      Νόμος 2439/1996 (ΦΕΚ 219/6-9-96), «Ιεραρχία και εξέλιξη των αξιωματικών των ΕΔ».

 

4.      ΣΚ 20-1, 1984, (ΠΔ 130/1984, ΦΕΚ 42/10-4-84), «Γενικός Κανονισμός Υπηρεσίας στο Στρατό».

 

5.      ΕΕ 181-1, 1988, «Διοίκηση και Ηγεσία».

 

6.      ΕΕ 181-3, 1988, «Διοικητική».

 

7.      ΕΕ 100-1, 1996, «Επιχειρήσεις».

 

8.      Π. Κονδύλης, «Θεωρία του Πολέμου», Εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, 1997.

 

9.      Martin van Crereld, «Η Διοίκηση στον Πόλεμο», μεταφρ. Εκδ. Κ. ΤΟΥΡΙΚΗ.

 

10.    J.C.T. Downey, «Management in the Armed Forcas», Εκδλ. Mc Graw - Hill Book Co ( UK ) Ltd. 1977.

 

11.    Roger H. Nye, «The Challenge of Command» AVERY, PUBLISHING GROUP INC Wayne , N. Jersey , 1986.

 

12.    Harold Koontz και Cyril O' Donnell, «Οργάνωση και διοίκηση», μεταφρ. Εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1984.

 

13.    Σπύρος Κ. Ζευγαρίδης, «Οργάνωση και διοίκηση», Εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 1978.

 

14. Ιορδάνης Λαδόπουλος, «Διοίκησις επιχειρήσεων : Management», 1982.

 

15.    Χαράλ. Κ. Κανελλόπουλος, «Αξιολόγηση προσωπικού», Εκδ. ΕΒΕΑ, 1979.

 

16.    Patric J. Montana και Bruce H. Charnov, «Management», μετάφραση, Εκδ. ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, 1998.