προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

 

«Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ»

 

Του Υποστρατήγου ΕΛ.ΑΣ. Σ. ΣΚΟΤΗ
Διευθυντού Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής

 

1. Γενικά

Οι ανήλικοι αποτελούν  κατηγορία πληθυσμού με ιδιαιτερότητες, τόσο ως προς την ψυχοσύνθεση και την ταυτότητά τους, όσο και ως προς τη νομική ικανότητά τους σε σχέση με τους ενήλικες. Αυτές οι ιδιαιτερότητες άλλοτε προσλαμβάνονται από τους ενήλικες ως «φυσιολογικές» και άλλοτε ως «μη φυσιολογικές». Έτσι, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο αποδεκτών και μη αποδεκτών συμπεριφορών, που συνιστά και το μέτρο της κανονικότητας του ανήλικου, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τους ενήλικες και από το σύστημα θεσμών που αυτοί δημιούργησαν.
Η Αστυνομία είναι η πρώτη επίσημη μορφή κοινωνικού ελέγχου, με την οποία έρχεται σε επαφή ο ανήλικος παραβάτης, μετά από τις ανεπίσημες πηγές κοινωνικού ελέγχου (γονείς, δάσκαλοι, γειτονιά) και ταυτόχρονα οι Αστυνομικοί είμαστε οι πρώτοι εφαρμοστές του δικαίου στο κατώφλι του συστήματος της δικαιοσύνης ανηλίκων.
Η πρόληψη της παραβατικότητας, αλλά και η παρέμβαση στις περιπτώσεις που έχουμε τέλεση αξιόποινης πράξης, αποτελούν το κύριο έργο μας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν καταβάλλουμε προσπάθεια να παρέχουμε υπηρεσίες και σε περιπτώσεις όπου το παιδί είναι θύμα μιας αξιόποινης πράξης, όπως είναι οι περιπτώσεις κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Παρακολουθούμε τη διεθνή πραγματικότητα και έχουμε συνεργασία με τις αστυνομίες άλλων χωρών για αντίστοιχα θέματα, όπως επίσης έχουμε και επιδιώκουμε παράλληλα τη συνεργασία με οποιοδήποτε φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό που ασχολείται με το παιδί.

2. Εξέλιξη κατά την τελευταία δεκαετία- Χαρακτηριστικά

Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρατηρείται η συνεχής αύξηση της λεγόμενης μικρομεσαίας εγκληματικότητας. Είναι ενδιαφέρον ότι η εγκληματικότητα των ανηλίκων έχει τα πρωτεία σ' αυτή την εξέλιξη σε όλες τις χώρες της Ε. Ε. Πιο συγκεκριμένα, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία η εγκληματικότητα των ανηλίκων ξεπερνά το 20% της συνολικής εγκληματικότητας.
Ολοένα και μεγαλύτεροι αριθμοί νέων διολισθαίνουν προς τη συστηματική κοινωνική απειθαρχία. Ένα δε μικρότερο, αλλά αυξανόμενο μέρος αυτών , διολισθαίνει στην παραβατικότητα, ακόμα και τη σοβαρή εγκληματικότητα.
Το πρόβλημα εμφανίζεται και ως κρίση των θεσμών η οποία δεν φαίνεται να είναι  παροδική. Οι γονείς περιορίζουν τη φροντίδα τους προς τα παιδιά, αλλά και χάνουν το κύρος τους απέναντί τους. To σχολείο και η γειτονιά υποχωρούν ως θεσμοί που προσφέρουν συνοχή φροντίδα και νόημα στη ζωή και σκοπούς για το μέλλον.Στις συνθήκες αυτές, συχνά το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση ανομίας και μόνιμης απογοήτευσης και οργής.

Στην Ευρώπη και άλλες χώρες, η «δεύτερη γενιά» μεταναστών χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλότερη παραβατικότητα και σκληρή εγκληματικότητα σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες ανηλίκων.
Είναι ενδιαφέρον ότι η εγκληματικότητα των ανηλίκων στις ευρωπαϊκές χώρες (και την Ελλάδα) παρουσιάζει νέες μορφές που δεν έχουν συναντηθεί στο παρελθόν και μάλιστα σ' αυτές τις κλίμακες. Αυξάνονται η απειθαρχία. Η επιθετική συμπεριφορά, η σχολική και εξωσχολική βία. Επίσης, αυξάνονται τα συμμοριακά φαινόμενα και η ανάπτυξη μιας «κουλτούρας του δρόμου» που αντιτίθεται στην «κουλτούρα της πειθαρχίας των θεσμών».
Στις μεγάλες πόλεις εμφανίζονται στέκια νέων με αυξανόμενα στοιχεία παραβατικότητας που φοβίζουν τους περαστικούς και τους περιοίκους. Η εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ - που αγγίζει και ηλικίες παιδιών του Δημοτικού - εντείνει την κατάσταση. Οι μορφές αυτές παίρνουν ένα συστηματικό και μόνιμο χαρακτήρα. χάνοντας το συνηθισμένο παλαιότερα συγκυριακό και ευκαιριακό τους χαρακτήρα της «νεανικής ανεμελιάς».
Ως προς την παραβατικότητα των ανηλίκων, η Ελλάδα ακολουθεί τις ευρύτερες εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση με μια καθυστέρηση μεταξύ δύο και πέντε ετών. Μέχρι στιγμής, χαρακτηρίζεται από μικρότερα μεγέθη ανήλικης παραβατικότητας, αλλά συγχρόνως και από μιαν ισχυρή δυναμική διαφοροποίησης και ανόδου.  
Το φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο και η αντιμετώπιση του, απαιτεί δράση σε διάφορα επίπεδα, επίπεδο οικογένειας, εκπαίδευσης (σχολείο), ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, μέσων μαζικής ενημέρωσης, τεχνολογίας, ποινικής δικαιοσύνης, ψυχαγωγίας κ.ά.
Μια σειρά παραγόντων που συμβάλλουν στο γενικό πλαίσιο της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων, της θυματοποίησης τους και της τροφοδότησης της βίας εκ μέρους τους, που διαμορφώνει αλλά και καθορίζει την συμπεριφορά των νέων και με τον ένα ή άλλο τρόπο εμπλέκουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, έχουν να κάνουν ενδεικτικά με:
α. Την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος, την διαδικασία προσαρμογής και το σύστημα αξιών των νέων.
Ανάμεσα στις παραμέτρους που επιδρούν στη διαμόρφωση θετικών στάσεων των νέων απέναντι σε παρεκκλίνουσες και εγκληματικές συμπεριφορές περιλαμβάνεται και τα ίδια τα συστήματα  Αξιών των νέων που κυριαρχούν και διαμορφώνονται ανάμεσα στις  διάφορες ομάδες νεολαίας, τα οποία αποτελούν συχνά και την αιτιώδη αφορμή για την παρέμβαση του ποινικού νομοθέτη ή προκαλούν την επέμβαση της πολιτείας.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι, μια σειρά από καταστάσεις που ανάγονται και στην σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των ανηλίκων συχνά- και χωρίς αυτό να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ή ανακαλυφθεί  έγκαιρα -καθιστούν τους ανήλικους θύματα μέσα και από το ίδιο τους το οικογενειακό περιβάλλον.
β.Την αλλαγή των συνθηκών στην Ελλάδα ιδίως κατά την τελευταία 10ετία.
Την τελευταία 10ετία η χώρα μας  κατακλύζεται από πληθυσμιακές ομάδες που έχουν στόχο την καλύτερη διαβίωση και ένα καλύτερο αύριο. Άτομα που ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας και κοινωνικά αποκλεισμένα προστίθενται στην Ελληνική κοινωνία.
Ο «δρόμος» αποδείχθηκε ότι ήταν ένας τρόπος εργασίας ή εξεύρεσης χρημάτων μέσω επαιτείας. Έχουμε δηλαδή από τη μία ανήλικα άτομα που εργάζονται στο δρόμο με την ανοχή της οικογένειας αφού η ίδια δεν μπορεί να αντεπεξέλθει των όποιων αναγκών και από την άλλη άτομα ανήλικα και απροστάτευτα που τα εκμεταλλεύονται  διάφοροι προς όφελος των με αντάλλαγμα την προστασία δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης.

 Έτσι δεν εμπιστεύονται τον ενήλικα που θέλει να τα βοηθήσει  προσκολλώντας σε ενήλικες προαγωγούς θυματοποιώντας πλέον τον εαυτό τους. Θύματα εκμετάλλευσης γίνονται άβουλα με χαμηλή αυτοεκτίμηση ενώ συχνά κυριαρχεί η κατάθλιψη με αποτέλεσμα τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών.
γ. Την Ενδοικογενειακή βία και την βία στο σχολείο.
Στο πλαίσιο της οικογένειας οι νέοι - δράστες και ταυτόχρονα θύματα- υπόκεινται ταυτόχρονα πολλαπλές και σε πολλά επίπεδα κακοποιήσεις τόσο από την οικογένεια, όσο και από το κοινωνικό περιβάλλον άμεσο ή ευρύτερο. Σε μια συνοπτική σκιαγράφηση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας επισημαίνονται οι κύριες μορφές οι οποίες είναι η σωματική ή σεξουαλική  κακοποίηση και η ψυχολογική βία ενώ  προηγείται συχνά η λεκτική επίθεση με τη μορφή ύβρεων, απειλών, καθώς και περιορισμοί, απομόνωση και άλλες μορφές κακομεταχείρισης.
Όσον αφορά τη βία που εκδηλώνεται στο πλαίσιο των άμεσων δια-προσωπικών σχέσεων χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εκδήλωση της βίας στο χώρο του σχολείου είτε ως ομαδικό φαινόμενο είτε ως ατομικό. Εδώ παρατηρούνται συμπεριφορές, που θυματοποιούν μερίδα μαθητών, ενώ παράλληλα οι ίδιοι οι δράστες φαίνεται να αποτελούν το προϊόν μιας θυματοποίησης που έχει προηγηθεί (κυρίως στην οικογένεια).

δ. Την εμπορευματοποίηση του ελευθέρου χρόνου και της διασκέδασης
Ένα σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη και διάδοση προβληματικών καταστάσεων που εμπλέκουν νέους διαδραματίζει το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και ειδικότερα η «βιομηχανία ελεύθερου χρόνου »  που έχει αναπτυχθεί στις προηγμένες κοινωνίες. Η κατάσταση αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την  εμπορευματοποίηση του ελεύθερου χρόνου των νέων και τη μετατροπή του σε ανταλλάξιμη σε χρήμα «υπηρεσία». 
Για μια μεγάλη μερίδα νέων η εμπορευματοποίηση δεν διαπιστώνεται σε σχέση με
ε. Την ουσιοεξάρτηση και την εξάρτηση από το αλκοόλ.
Το πρόβλημα της τοξικοεξάρτησης και της βαριάς χρήσης ουσιών αποτελεί πάγιο πρόβλημα για τις κοινωνίες. Σχετικά με την απάντηση στο γιατί οι νέοι παίρνουν ναρκωτικά υπάρχουν πολλά επίπεδα προσεγγίσεων. Βέβαια, δεν είναι δυνατό να αρνηθεί κανείς τη σημαντικότητα και την επίδραση των προσωπικών και διαπροσωπικών πλαισίων και σχέσεων συναναστροφής που συμβάλλουν στην εξάπλωση της χρήσης. Ωστόσο μια σειρά από παράγοντες συμβάλλουν επίσης στο πρόβλημα όπως:
Ο πειραματισμός, η απελπισία και η αδυναμία αντιμετώπισης προβλημάτων, η ψυχαγωγική και η  περιστασιακή χρήση που μπορεί να μετατραπεί σε συστηματική ως επακόλουθο των αντιδράσεων των γονέων, των γειτόνων, των δασκάλων και όλων των σημαντικών ενηλίκων στη ζωή του εφήβου κ.λ.π..
Είναι όμως αναγκαίο να τονισθεί ότι δεν είναι μόνον οι «διάσημες» παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες (χασίς βαριά ναρκωτικά) που αποτελούν πρόβλημα. Διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας  ότι η συστηματική ή βαριά χρήση αλκοόλ αποτελεί μία σημαντική παράμετρο, η οποία έχει επιδράσεις τόσο στην υγεία των ανηλίκων, όσο και στη στάση που διαμορφώνουν απέναντι σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, αλλά και απέναντι στο νόμο. Ιδιαίτερα κρίσιμο εδώ είναι να επισημανθεί, ότι δεν πρόκειται μόνον για χρήση ή κατάχρηση κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά και για χρήση αλκοολούχων νοθευμένων ποτών (μπόμπες). Στην υπερ-κατανάλωση αλκοόλ- και κυρίως νοθευμένου - στηρίζεται η «βιομηχανία» της διασκέδασης.  

στ. Την συμμετοχή στην παραβατικότητα που αφορά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας
Ειδικά για αυτές θα πρέπει να τονιστεί ο μεγάλος σκοτεινός αριθμός των παραβάσεων αυτών, η μεγάλη ποσοστιαία συμβολή τους στο σύνολο της παραβατικότητας των ανηλίκων αλλά και ο υψηλός βαθμός κινδύνου που προκαλείται από αυτού του είδους τις παραβάσεις τόσο για τους ίδιους τους δράστες όσο και για τα θύματα. Οι παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. που διαπράττονται από ανήλικους έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τους ανάμεσα στα άλλα- την έλλειψη κυκλοφοριακής αγωγής και παιδείας αλλά  και την υποτίμηση του κινδύνου.
ζ. Την βία στους αθλητικούς χώρους.
Τα επεισόδια βίας που καταγράφονται στη διάρκεια πριν ή μετά από αθλητικούς αγώνες αποτελούν ένα κρίσιμο πρόβλημα για την Ελληνική Αστυνομία.
Το φαινόμενο του χουλιγκανισμού στην  Ελλάδα ποτέ δεν έλαβε τις μαζικές διαστάσεις που γνώρισε στην Ευρώπη. Στη χώρα μας η βία στα γήπεδα συνδέεται με τη θεσμοθέτηση του επαγγελματικού αθλητισμού,  τη διάδοση σχετικών προτύπων από το εξωτερικό ειδικότερα και την ανάπτυξη συλλόγων και συνδέσμων οργανωμένων οπαδών. Η εμφάνιση του φαινομένου συνδέεται με την εμπορευματοποίηση του αθλήματος και την ενίσχυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΠΑΕ.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι πιο σκληροπυρηνικοί φανατικοί οπαδοί βλέπουν σε συμβολικό επίπεδο την αστυνομία ως μια απειλή και πολλές φορές ζητούν αφορμή για σύγκρουση μαζί της. Οι Αστυνομικοί πρέπει να γνωρίζουν αυτή την ιδιάζουσα στάση του οπαδού που είναι διατεθειμένος να καταφύγει σε βία προκειμένου να υπερασπίσει, σύμφωνα με το δικό του πλαίσιο σκέψης, την τιμή της αγαπημένης του ομάδας. Η καλλιέργεια καχυποψίας απέναντι στους παράγοντες, το εκρηκτικό κλίμα με τις δηλώσεις αγανάκτησης εκ μέρους των ΠΑΕ και των οργανωμένων φίλων και οπαδών των ομάδων ο οικονομικός ανταγωνισμός των ΠΑΕ αλλά και ο ρόλος των ΜΜΕ που καλλιεργούν το φανατισμό μέσα από την  προβολή με δραματικό τρόπο επεισοδίων και αντιδικιών που αποτελούν το πλαίσιο πάνω στο οποίο διαμορφώνεται μία εκρηκτική ατμόσφαιρα που συμβάλλει στη δημιουργία επεισοδίων.

3. Η φαινομενολογία της παραβατικότητας των νέων σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας.

Σε ότι αφορά τα στοιχεία σχετικά με την παραβατικότητα των ανηλίκων αυτά προέρχονται από τις αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται και όχι από τις δικαστικές αρχές οι οποίες ασκούν την ποινική δίωξη. Θα πρέπει φυσικά να έχουμε υπόψη μας ότι τα στατιστικά δεδομένα τα οποία αφορούν ανηλίκους που κατηγορήθηκαν από τις αστυνομικές αρχές δεν είναι αντιπροσωπευτικά των πραγματικών διαστάσεων του φαινομένου της παραβατικότητας ανηλίκων.
Από τα τηρούμενα  στοιχεία, δεν παρουσιάζονται ιδιαίτερες αυξομειώσεις στις περιπτώσεις παραβατικότητας ανηλίκων από το έτος 1999 μέχρι το 2003. Από μια σύντομη ανάλυση αυτών των στοιχείων προκύπτει ότι:
α.    Η συντριπτική πλειοψηφία των ανήλικων εγκληματιών διαπράττει παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/99).
β.    Η συντριπτική πλειοψηφία των συλληφθέντων ανηλίκων σε όλα τα εγκλήματα είναι 13-17 ετών.
γ.    Μετά τα εγκλήματα του Κ.Ο.Κ. ακολουθούν οι κλοπές (απλές & διακεκριμένες), παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών, του νόμου περί ναρκωτικών και η επαιτεία.
δ.    Στις κλοπές και στα ναρκωτικά η συντριπτική πλειοψηφία των ανηλίκων δραστών είναι ημεδαποί, ενώ στην επαιτεία και στις παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών η συντριπτική πλειοψηφία είναι αλλοδαποί.
ε.    Σε όλα τα εγκλήματα το ποσοστό των δραστών αγοριών είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό των κοριτσιών, εκτός από το έγκλημα της επαιτείας όπου τα αγόρια υπερτερούν πολύ λιγότερο ενώ τα έτη 2002 και 2003 τα ποσοστά είναι μοιρασμένα.
στ.Κλοπές. Στο έγκλημα της κλοπής το 10% περίπου των συλληφθέντων συνολικά δραστών είναι ανήλικοι. Η συντριπτική πλειοψηφία είναι 13-17 ετών ενώ τα έτη 2002 και 2003 έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των δραστών μέχρι 12 ετών.
ζ.     Ναρκωτικά. Οι συλληφθέντες ανήλικοι για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών είναι 13 έως 17 ετών και αποτελούν το 1% του συνόλου των συλληφθέντων.
Συμπερασματικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι γενικά τα ποσοστά συμμετοχής των ανηλίκων στην συνολική εγκληματικότητα στη χώρα μας είναι σχετικά πολύ μικρά εκτός των παραβάσεων του Κ.Ο.Κ. όπου το θέμα θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου προβληματισμού.
Θα πρέπει να επισημανθεί ως αναδυόμενο πρόβλημα, το οποίο εμφανίσθηκε την τελευταία 5ετία, το γεγονός της παραβατικής συμπεριφοράς τόσο ενηλίκων όσο και ανηλίκων δραστών κλοπών ή ληστειών του δρόμου, μικροποσών και κινητών τηλεφώνων με θύματα ανηλίκους.
Τέλος σε ότι αφορά την παραβατική συμπεριφορά ομάδων ανηλίκων (συμμορίες ανηλίκων), το φαινόμενο αυτό στη χώρα μας είναι αφενός μεν σπάνιο αφετέρου δε έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και εμφανίζεται ως  μεμονωμένο περιστατικό  και σπάνια στα μεγάλα αστικά κέντρα.

4. Προληπτική Δράση της Ελληνικής Αστυνομίας

Είναι σημαντικό για όλους εμάς που ασχολούμαστε με το παιδί, να είμαστε σε θέση να μεταφέρουμε τον προβληματισμό μας και να προσπαθούμε ν΄ αντλούμε κουράγιο από τη βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι στον αγώνα, αλλά ότι τις δικές μας προσπάθειες έρχονται να στηρίξουν και  να ενισχύσουν κι άλλοι άνθρωποι που με  τις γνώσεις, την εμπειρία και την ευαισθησία τους, μπορούν να προσφέρουν πολλά. 
Ο τομέας λοιπόν της πρόληψης στον οποίο και διεθνώς δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο, που προσωπική μου άποψη είναι ότι μόνη της η Αστυνομία ελάχιστα πράγματα είναι σε θέση να συνεισφέρει. Εδώ η Αστυνομία είναι που έχει απόλυτη ανάγκη την συνεργασία με όλους τους φορείς προστασίας του παιδιού αλλά και με ευαισθητοποιημένους συλλόγους και ιδιώτες, όπως επίσης και με την τοπική αυτοδιοίκηση. Θεωρώ τον ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης στον τομέα της πρόληψης εξαιρετικά σημαντικό για το λόγο ότι σε συνεργασία με την Αστυνομία, μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες προς το σκοπό αυτό.
Μιλώντας για την πρόληψη της παραβατικότητας των ανηλίκων εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο και να επισημάνω ορισμένα πράγματα.         
Η αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα μας, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, η ποιοτική διαφοροποίηση της παραβατικότητας των ανηλίκων, είναι θέματα που πρέπει ν΄ απασχολήσουν όλους μας γιατί το πρόβλημα χτυπά κάθε πόρτα όσο ερμητικά κλειστή κι αν θέλουμε να την κρατήσουμε.
Από την πλευρά της η Αστυνομία στον τομέα της πρόληψης, λειτουργεί εξειδικευμένες Υπηρεσίες ανηλίκων, ενεργεί τακτικούς ελέγχους σε χώρους όπου συχνάζουν ανήλικοι και ιδιαίτερα σε χώρους όπου η παραμονή τους είναι απαγορευμένη από το νόμο, όπως είναι αίθουσες ηλεκτρονικών παιγνίων, κέντρα όπου απαγορεύεται από το νόμο η χορήγηση οινοπνευματωδών ποτών σε ανηλίκους. Από τους χώρους αυτούς γίνονται προσαγωγές ανηλίκων, όπου καλούνται και οι γονείς τους, οι οποίοι ενημερώνονται σχετικά, στους δε ανηλίκους απευθύνονται συστάσεις. Αντίθετα στους ιδιοκτήτες και υπεύθυνους των προαναφερομένων καταστημάτων, όταν διαπιστώνεται απ΄ αυτούς διάπραξη αξιόποινης πράξης, συλλαμβάνονται και εφαρμόζονται σε βάρος τους διοικητικά μέτρα.
Παράλληλα έχουμε θέσει σε προγράμματα εφαρμογής και άλλες δραστηριότητες, όπως είναι η συνεργασία με σχολεία, συλλόγους γονέων και κηδεμόνων κ.λ.π. για την ενημέρωση σε θέματα όχι μόνο παραβατικότητας, αλλά και ναρκωτικών, αλκοολισμού, κακοποίησης κ.λ.π, ενώ οι προσπάθειες για την  αντιμετώπιση του φαινομένου της επαιτείας των ανηλίκων στα φανάρια, σε συνεργασία με άλλους φορείς, όπως είναι ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας (Ε.Ο.Π.) είχαν το θετικό, αποτέλεσμα της σχεδόν εξάλειψης αυτού του φαινομένου. 
Οι προσπάθειες της Αστυνομίας επικεντρώνονται κυρίως στην εξάρθρωση σπειρών εκμεταλλευτών ανηλίκων, συχνότερα αλλοδαπών, οι οποίες φέρνουν τους ανηλίκους για τους σκοπούς αυτούς.
Η χώρα μας μετέχει στις τακτικές συναντήσεις της Μόνιμης Εργασίας της INTERPOL με θέματα προστασίας ανηλίκων, από τις οποίες αποκομίζει σημαντική εμπειρία από τον τρόπο αντιμετώπισης των θεμάτων αυτών σε διεθνές επίπεδο.
Θέματα όπως της υπερεδαφικής αρμοδιότητας, των εξαφανίσεων ανηλίκων, της διακίνησης ανηλίκων, της παιδοφιλίας και πορνογραφίας, τίθενται επί τάπητος και αναζητούνται λύσεις μέσω της διεθνούς εμπειρίας.
Σκοπός είναι μια ευρύτερη καμπάνια ενημέρωσης πρώτα απ΄ όλα των ίδιων των αστυνομικών και στη συνέχεια του κοινωνικού συνόλου σε τέτοια θέματα, καθώς και τη δημιουργία κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Αστυνομία και τον πολίτη.
Για τα παραπάνω θέματα υπάρχει στενή συνεργασία με φορείς που ασχολούνται με την προστασία του ανηλίκου και κυρίως φορείς, όπως για παράδειγμα είναι το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, το οποίο λειτουργεί από το 1976 στη Χώρα μας και παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες κοινωνικής και ψυχολογικής στήριξης σε ανηλίκους θύματα  σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης.
Όμως, για την κάλυψη κυρίως περιπτώσεων παιδιών που χρήζουν άμεσης προστασίας, είτε πρόκειται για παιδιά που έχουν εγκαταλείψει το σπίτι τους, είτε πάλι για παιδιά από οικογένειες που αντιμετωπίζουν κρίση και πρέπει να απομακρυνθούν για μικρό χρονικό διάστημα, πρέπει να ιδρυθούν και να λειτουργήσουν ξενώνες, ως ενδιάμεση και προσωρινή λύση ανάγκης οι οποίοι θα προσφέρουν υπηρεσίες στέγασης, σίτισης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ψυχοκοινωνικής στήριξης, επανασύνδεσης με το σχολείο ή επαγγελματικό προσανατολισμό, στήριξης για επαγγελματική αποκατάσταση, επανασύνδεσης με το οικογενειακό περιβάλλον εφόσον υπάρχει η εξεύρεση μόνιμου πλαισίου διαμονής {ανάδοχη φροντίδα, κοινωνικά διαμερίσματα, ιδρύματα} ή απόκτηση εφοδίων για να ζήσει αυτόνομα στην κοινότητα.
Η λειτουργία τέτοιων ξενώνων ουσιαστικά θα έλυνε τα χέρια της Αστυνομίας, κυρίως στις περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων παιδιών, με την παροχή άμεσης και ολοκληρωμένης προστασίας.
Είναι απαραίτητο να μεταδώσουμε μια θετική εικόνα στα προγράμματα της πρόληψης τα οποία θα στοχεύουν σε ειδικές ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως είναι τα παιδιά που ζουν στους δρόμους και τα παιδιά με αναπηρίες. 
Ουσιαστικά, η κοινωνία προστατεύεται καλύτερα με την επανένταξη του νέου παρά με τη τιμωρία του. Ο νέος που θα ενταχθεί στο έγκλημα αποτελεί χτύπημα στη ρίζα της κοινωνίας, στο ίδιο της το μέλλον.
Οι πόροι που χρειάζονται για την προτεινόμενη προσέγιση είναι σαφώς μικρότεροι των πόρων καταστολής και φυλάκισης. Ο τομέας λοιπόν της πρόληψης στον οποίο και διεθνώς δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο, που προσωπική μου άποψη είναι ότι μόνη της η Αστυνομία ελάχιστα πράγματα είναι σε θέση να συνεισφέρει. Εδώ η Αστυνομία είναι που έχει απόλυτη ανάγκη την συνεργασία με όλους τους φορείς προστασίας του παιδιού αλλά και με ευαισθητοποιημένους συλλόγους και ιδιώτες, όπως επίσης και με την τοπική αυτοδιοίκηση.

5. Ο νέος ρόλος της Ελληνικής Αστυνομίας.

Όλα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν ζητήματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπλέκουν τον σκληρό πυρήνα της ποινικής καταστολής και  ιδιαίτερα τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας. Παρόλα αυτά έχει αποδειχθεί ότι η καταστολή μέσα από την εγκληματοποίηση συμπεριφορών και την αυστηροποίηση της ποινικής καταστολής είναι αναποτελεσματική και δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά επιλύει συγκρούσεις. 
Τίθεται, επομένως, ως κρίσιμο ζήτημα η ανάγκη μιας  σφαιρικής παρέμβασης για τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν στο πλαίσιο μιας προληπτικής πολιτικής κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία θα ελαχιστοποιεί τον κατασταλτικό ρόλο της αστυνομίας, ενώ παράλληλα θα συμβάλει στην διάπλαση κοινωνικά υπεύθυνων πολιτών.
Για την  Ελληνική Αστυνομία, ο τρόπος παρέμβασης στο πεδίο του ελέγχου της εγκληματικότητας και της θυματοποίησης των ανηλίκων ταυτίζεται- ή οφείλει να ταυτίζεται- τόσο με τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών της, όσο και με τον επαναπροσδιορισμό της αποστολής της. Αυτό είναι εμφανές και από το γεγονός ότι σήμερα στην Ελληνική Αστυνομία. διαγράφεται η τάση να αντιμετωπίζεται η εγκληματικότητα, η παραβατική συμπεριφορά και η θυματοποίηση των ανηλίκων με ιδιαίτερη περίσκεψη.
Η τάση αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από το γεγονός, ότι- σε επίπεδο επιτελικού σχεδιασμού τουλάχιστον -έχει γίνει αντιληπτό όπως εξάλλου και η επιστήμη διαπιστώνει- πως η εγκληματικότητα και η θυματοποίηση των ανηλίκων (ειδικά στο στάδιο της εφηβείας) είναι ένα σύνθετο πρόβλημα που δεν προσφέρεται για λύσεις- προκατασκευασμένες αλλά απαιτεί την πολυδιάστατη παρέμβαση.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα ουσιαστικό συμπέρασμα, το οποίο πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.: Ότι δηλαδή οι νέες ανάγκες και το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται απαιτούν για την αντιμετώπιση ορισμένων προβληματικών καταστάσεων κυρίως σε ό,τι αφορά στους ανήλικους τη συνεργασία διαφόρων φορέων. Από την άποψη αυτή θα ήταν λάθος η εκτίμηση, η  οποία θα πρόκρινε την Ελληνική Αστυνομία ως μοναδικό φορέα ελέγχου αυτών των  καταστάσεων, οι οποίες είναι αποτέλεσμα των σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων και των συνθηκών διαβίωσης στη σύγχρονη κοινωνία. 
Οι προβληματικές καταστάσεις που εμπλέκουν τους ανήλικους σχετίζονται με τα προβλήματα της κοινωνίας των ενηλίκων κυρίως και ότι κάθε παρέμβαση δεν μπορεί να περιορίζεται σε δράσεις και πρωτοβουλίες ενός μόνον φορέα αλλά απαιτείται μια συνολική σφαιρική προσέγγιση και συνεργασία όλων των φορέων τυπικού και άτυπου κοινωνικού ελέγχου, σε δράσεις συντονισμένες, ορθολογικά διαστρωματωμένες κατά κατηγορία πληθυσμού  στο χώρο και το χρόνο και ένα θεσμικό πλαίσιο που θα τυποποιεί και θα ρυθμίζει αυτές τις δράσεις συνολικά.