προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο



ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
«Μια ασφαλής Ευρώπη σ΄ένα καλύτερο κόσμο»

Του Αντιστρατήγου ε.α. ΧΡ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ


Η Ανάγκη για μια Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας

Την 12 Δεκεμβρίου 2003 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες ενέκρινε το κείμενο της λεγομένης «Έκθεσης Solana» που αφορά την «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας» που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μια ασφαλής Ευρώπη σ΄έναν καλύτερο κόσμο».

Η σημαντική αυτή εξέλιξη δεν έτυχε της ανάλογης προβολής αφού το ενδιαφέρον τόσο της διεθνούς όσο και της ελληνικής κοινής γνώμης ήταν επικεντρωμένο κατά την περίοδο αυτή στη διαδικασία διαμόρφωσης και αποδοχής του λεγομένου Συντάγματος της ΕΕ (Συνταγματικής Συνθήκης) και τα σχετικά προβλήματα που παρουσιάσθηκαν λόγω βασικών διαφωνιών μεταξύ των κρατών μελών τα οποία και τελικά οδήγησαν σε αποτυχία την όλη προσπάθεια..

Ανεξάρτητα των όποιων αδυναμιών που διακρίνονται στο περιεχόμενο της έκθεσης και των όποιων επιφυλάξεων σ΄οτι αφορά τη δυνατότητα ουσιαστικής υλοποίησης της περιγραφομένης στρατηγικής, θα πρέπει απ’ αρχής να επισημανθεί ότι είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ διαθέτει μια συγκεκριμένη και το κυριότερο κοινά αποδεκτή Στρατηγική Ασφαλείας. Και μόνο διότι έγινε το πρώτο και δυσκολότερο ίσως βήμα, το θεσμικό αυτό κείμενο αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφαλείας και ¶μυνας (ΕΠΑΑ) και γενικότερα για τον ρόλο που η ΕΕ αισιοδοξεί να διαδραματίζει στο σύγχρονο Διεθνές Σύστημα Ασφαλείας.

Όπως τα μαθήματα από την κρίση της Γ/Β οδήγησαν στη διακήρυξη του Σαν Μαλό (Δεκέμβριος 1998) και στη συνέχεια στις σχετικές με την ΕΠΑΑ αποφάσεις της ΕΕ στην Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999), έτσι και το έναυσμα για την ανάπτυξη της Στρατηγικής Ασφαλείας απετέλεσε ο Πόλεμος στο Ιράκ.
Πράγματι οι έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό της ΕΕ κατά την περίοδο αυτή σ΄ότι αφορά κυρίως την αξιολόγηση των απειλών και τον τρόπο αντιμετώπισής τους αλλά και οι αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις σ’ ότι αφορά την ακολουθουμένη πολιτική και στατηγική των ΗΠΑ ,παρέλυσαν κυριολεκτικά την ΕΕ. Ανίκανη να αποφασίσει και υλοποιήσει μία κοινή πολιτική παρέμεινε απαξιωτικά θεατής των εξελίξεων όταν μάλιστα χώρες μέλη της (Μ. Βρετανία κ.λ.π) ευθυγραμμίσθηκαν με τις ΗΠΑ και συμμετείχαν ενεργά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Έτσι πέραν του ότι ετέθη σε αμφισβήτηση η δυνατότητα της ΕΕ να ανταποκρίνεται ουσιαστικά στις διεθνείς κρίσεις, απεκλείσθει αυτονόητα και από τα όποια περαιτέρω πολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μετά το πέρας του πολέμου .
Τα μαθήματα από την κρίση του Ιράκ ευαισθητοποίησαν τους Ευρωπαίους ηγέτες οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι απαιτείται μια γενικότερη «στρατηγική αντίληψη» ασφαλείας ,εκ των προτέρων διατυπωμένη και κοινά αποδεκτή , ώστε να είναι δυνατή η αντιμετώπιση των διεθνών κρίσεων από την ΕΕ είτε προληπτικά είτε κατασταλτικά εάν και εφ΄ όσον εκδηλωθούν. Χωρίς την ύπαρξη μιας ανάλογης στρατηγικής οποιαδήποτε πολιτική ασφαλείας όπως η ΕΠΑΑ δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.
Θα έπρεπε κατά συνέπεια ν’ αναπτυχθεί στα πλαίσια της ΕΠΑΑ μια κοινά αποδεκτή Στρατηγική Ασφαλείας η οποία θα συγκεκριμενοποιήσει και αξιολογήσει τις απειλές όπως παρουσιάζονται στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον ασφαλείας, θα προσδιορίσει τους στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς για την αντιμετώπισή τους και θα καθορίσει τους τρόπους υλοποίησής τους.
Σαν αποτέλεσμα, επί ελληνικής προεδρίας και κατά την άτυπη συνάντηση των ΥΠΕΞ της ΕΕ στο Καστελόριζο ανετέθη στον ΓΓ/Ύπατο Εκπρόσωπο της ΕΕ J.Solana η σύνταξη μιας γενικής εκτίμησης-έκθεσης σ΄ ότι αφορά τον προσδιορισμό του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφαλείας τις διαφαινόμενες προκλήσεις και απειλές και τους τρόπους αντιμετώπισης τους από την ΕΕ.
Η παραπάνω εκτίμηση γνωστή ως Έκθεση Solana παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στην Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης(Ιουν 2003) όπου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέθεσε στον ΓΓ/ΥΑ να συνεχίσει το έργο του και να υποβάλλει την έκθεσή του ως θεσμικό πλέον κείμενο της Στρατηγικής Ασφαλείας της ΕΕ στην Σύνοδο Κορυφής τον Δεκέμβριο 2003 στις Βρυξέλλες. Το υπόψη κείμενο συνιστά ως προς τη δομή και το περιεχόμενο «ζωντανό έγγραφο» (Living Document) το οποίο θα είναι δυνατόν να υπόκειται σε δημόσια συζήτηση και να αναθεωρείται ανάλογα με τις εξελίξεις.
Ακολούθησε επεξεργασία του αρχικού κειμένου σε συνεργασία με τα κράτη μέλη ενώ πραγματοποιήθηκαν τρία «ενισχυμένα» εργαστήρια (Work Shops) στην Ρώμη, Παρίσι και Στοκχόλμη με συμμετοχή υψηλού επιπέδου εμπειρογνωμόνων και τελικά διαμορφώθηκε ένα νέο κείμενο το οποίο αφού συζητήθηκε στην Επιτροπή Πολιτικής Ασφαλείας της ΕΕ προωθήθηκε για έγκριση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες (Δεκέμβριος 2003) όπου ομόφωνα έγινε αποδεκτό.

Εξισορροπημένη Πολιτική για την Γεφύρωση των Διαφορών

Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας ως θεσμικό κείμενο παρουσιάζει, αν μη τι άλλο, ένα βασικό πλεονέκτημα. Τυγχάνει γενικής αποδοχής στο εσωτερικό της ΕΕ και από τους «Ευρωατλαντιστές» (Μ.Βρετανία κ.λ.π.) και από τους καθαρά «Ευρωπαϊστές» (Γερμανία, Γαλλία κ.λ.π.)
Είναι φανερό ότι οι αντίθετες βασικές θέσεις μεταξύ εκείνων οι οποίοι οραματίζονται μια ευρωπαϊκή αυτόνομη πολιτική ασφαλείας και εκείνων που εξαρτούν την ευρωπαϊκή πολιτική ασφαλείας από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, παρακάμπτονται στο κείμενο ή επιδιώκεται να αμβλυνθούν στην έκταση του δυνατού τα σημεία διαφωνιών ώστε τελικά το κείμενο περιλαμβάνει κυρίως τα σημεία συμφωνίας ή στην πλέον δυσμενή περίπτωση θέσεις επί ήσσονος σημασίας διαφορών που ευρίσκονται όμως στα όρια ανοχής των δύο πλευρών.
Παρά τα παραπάνω είναι επίσης φανερό ότι επιχειρείται μια εμφανής βαθμιαία προσέγγιση της Στρατηγικής της ΕΕ με εκείνη των ΗΠΑ (και του ΝΑΤΟ) και διότι επί του παρόντος τουλάχιστον εκτιμάται ότι μια «αυτόνομη» ευρωπαϊκή στρατηγική δεν αποτελεί ρεαλιστική θέση αλλά και διότι επιδιώκεται να γεφυρωθούν ή τουλάχιστον να αμβλυνθούν οι διαφορές που δημιούργησαν προβλήματα στις σχέσεις ΕΕ και ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ.
Παρά το ότι όμως στην έκθεση Solana αναγνωρίζεται η σημασία του ρόλου των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι φανερό ότι ο κύριος στόχος της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας είναι να αντιμετωπισθούν οι αδυναμίες του παρελθόντος στο εσωτερικό της ΕΕ και βαθμιαία να εξασφαλισθεί ο ενεργός και ουσιαστικός ρόλος της στις διεθνείς εξελίξεις, ρόλος τον οποίο δικαιούται από πλευράς γεωπολιτικής ισχύος.
Η στρατηγική αυτή επιδίωξη παρά την διακηρυσσόμενη πρόθεση συνεργασία με τις ΗΠΑ δεν παύει να είναι ανταγωνιστική αφού μοιραία θα περιορίσει την σημερινή αμερικανική παντοδυναμία και κατά συνέπεια οι επιδιωκόμενες ισορροπίες στο παιχνίδι της «διεθνούς κυριαρχίας» θα πρέπει να σταθμισθούν από την ΕΕ ιδιαίτερα προσεκτικά.
Χαρακτηριστικά είναι τα αναφερόμενα στην «εισαγωγή» της εκθέσεως Solana.
Αν και σαφώς αναγνωρίζεται η κυρίαρχη θέση των ΗΠΑ, τονίζεται ότι :
«Καμιά χώρα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μόνη της τα πολύπλοκα προβλήματα της εποχής μας» για να επισημάνει αμέσως μετά ότι
«Η ΕΕ των 25 κρατών και των άνω των 450 εκατομμυρίων κατοίκων…..αποτελεί θέλοντας και μη παράγοντα της παγκοσμίου σκηνής» και ότι
«θα πρέπει να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης της για την ασφάλεια και οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου.

Οι Κύριες Απειλές

Ο προσδιορισμός των κυρίων απειλών μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον ασφαλείας αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του όλου οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας (ΕΣΑ).
Η βασική παραδοχή του ότι «φαίνεται πλέον απίθανο να υπάρξει μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον κάποιου από τα κράτη μέλη» οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπαϊκή Στρατηγική αποδέχεται ότι στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον η περίπτωση της μορφής των παλαιών κλασσικών στρατιωτικών συγκρούσεων για τα κράτη μέλη της ΕΕ, είναι είναι τόσο απομεμακρυσμένη ώστε δεν συντρέχει λόγος να περιληφθεί τουλάχιστον στις διαφαινόμενες κύριες απειλές και κατ΄ επέκταση να ληφθεί η οποιαδήποτε πρόνοια για την αντιμετώπισή της.
Επιπρόσθετα σύμφωνα πάντα με αυτή την αντίληψη, η έννοια της αμύνης για την «προάσπιση του εθνικού εδάφους» φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερο νόημα αφού και αν ακόμη οι εκτιμώμενες απειλές εκδηλωθούν στο εσωτερικό μιας χώρας δεν συνεπάγονται κατάκτηση εδάφους ή κατάλυση εθνικής κυριαρχίας και οδηγεί στην ανάγκη «προληπτικής» αντιμετώπισης των απειλών εκεί όπου αρχικά δημιουργούνται δηλαδή «εκτός περιοχής» της ΕΕ
Έτσι στις «κύριες απειλές» αναφέρονται η τρομοκρατία, η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής, οι περιφερειακές συγκρούσεις, τα αποσαθρωμένα κράτη και το οργανωμένο έγκλημα ή και ο συνδυασμός τούτων.
Η προσέγγιση αυτή συγκλίνει ως προς το είδος των απειλών και των προτεραιοτήτων με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις της αντίστοιχης στρατηγικής των ΗΠΑ και αποτελεί μια ακόμη ένδειξη της προσπάθειας της ΕΕ να προσεγγίσει τις ΗΠΑ και να αμβλύνει τις διαφορές της πάνω στο θέμα αυτό τουλάχιστον όπως εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιράκ.
Η αξιολόγηση των απειλών της ΕΣΑ διακρίνεται εξ’άλλου από την προσπάθεια διεθνοποίησης του όλου θέματος. Τούτο είναι από μιας πλευράς κατανοητό αφού θα πρέπει να καθορισθεί μια ενιαία θέση για 25 κράτη μέλη χωρίς να παραβλέπεται και η αντίστοιχη αντίληψη και άλλων διεθνών παραγόντων και κυρίως των ΗΠΑ. Η διεθνοποίηση όμως ή έστω η Ευρωπαϊκή ομαδοποίηση αφήνει «εκτός» ορισμένες «εθνικές» ιδιαιτερότητες.
Για παράδειγμα η Ισπανία επιθυμεί μια ξεκάθαρη θέση ότι οι τοπικές «τρομοκρατικές» ομάδες όπως οι Βάσκοι αυτονομιστές της ΕΤΑ πρέπει να αναφέρονται επίσης ως μέλη της «στρατηγικής τρομοκρατίας» όπως η Αλ Κάϊντα..Η βεβιασμένη προσπάθεια της επισήμου Ισπανικής κυβέρνησης να παρουσιάσει την ΕΤΑ ως κυρίως υπεύθυνη για τα τραγικά γεγονότα της 11 Μαρτίου 2004 στην Μαδρίτη αποδεικνύει την πολιτική σημασία του θέματος για την ισπανική πλευρά.
Σ΄ ότι αφορά την Ελλάδα είναι φανερό ότι η Στρατηγική Ασφαλείας αφήνει εκτός της περίπτωση μιας στρατιωτικής συγκρούσεως με την Τουρκία. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με το προσχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης που κάθε περίπτωση αλληλεγγύης και βοήθειας προς την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη Ε/Τ σύγκρουση μπλοκάρεται από την πρόβλεψη σεβασμού των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ΝΑΤΟ .
Ερωτηματικά επίσης προκαλούν και ορισμένες εκτιμήσεις της ΕΕ σ΄ότι αφορά τις περιφερειακές συγκρούσεις τις οποίες αποδέχεται ως μια εκ των κυρίων απειλών που υπάρχουν και μάλιστα εγγύς των συνόρων της
Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας αποδέχεται για παράδειγμα σ’ότι αφορά τα Βαλκάνια ότι «η σταθερότητα στην περιοχή δεν κινδυνεύει».
Εκτιμάται ότι η εκτίμηση αυτή είναι και πρόωρη και αισιόδοξη. Από την στιγμή που τελικές πολιτικές λύσεις κοινά αποδεκτές από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχουν δοθεί παρά τις στρατιωτικές συγκρούσεις και την παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας, υπάρχει στην περιοχή πάντα ο κίνδυνος αναζωπύρωσης της κρίσης.
Τι θα συμβεί άραγε εάν η υποβόσκουσα απειλή για την σταθερότητα στην περιοχή υποκινούμενη από τον Αλβανικό Μεγαλοϊδεατισμό εξελιχθεί σε κρίση στο Κόσσοβο, Πρέσεβο και Σκόπια και η οποία κατά την θεωρεία του «ντόμινο» εμπλέξει την Αλβανία, Γ/Β και πιθανόν Ελλάδα και Τουρκία ; Μήπως βρεθεί η ΕΕ και πάλι ανέτοιμη να την αντιμετωπίσει ;

Οι Στρατηγικοί Στόχοι και οι Πολιτικές Επιπτώσεις για την επίτευξή τους.

Η έκθεση Solana προχωρεί περαιτέρω στον καθορισμό τριών στρατηγικών στόχων για να προασπίσει την ασφάλειά της και να προαγάγει τις αξίες της :
• Αντιμετώπιση των Απειλών
Οι βασικές θέσεις για τον προσδιορισμό του τρόπου αντιμετώπισης των απειλών στηρίζονται στην εκτίμηση ότι :
? Στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης οι μακρινές απειλές μπορεί να είναι εξ ίσου ανησυχητικές με εκείνες που προέρχονται από πιο κοντά. Κατά την παραδοσιακή μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο αντίληψη της αυτοάμυνας βασιζόταν στον φόβο της εισβολής. Με τις νέες απειλές, η πρώτη γραμμή αμύνης θα είναι συχνά στο εξωτερικό.
? Όσο νωρίτερα αρχίζει η πρόληψη των συγκρούσεων και των απειλών τόσο καλύτερα.
? Καμιά από τις νέες απειλές δεν είναι καθαρά στρατιωτικές, ούτε μπορούν όλες να αντιμετωπισθούν με στρατιωτικά μέσα.
• Οικοδόμηση Ασφαλείας στην Γειτονιά μας
? Συμφέρει την Ευρώπη να προωθηθεί η εδραίωση ενός δακτυλίου καλοκυβερνουμένων χώρων στα Ανατολικά και Μεσογειακά σύνορά της.
? Ο διακανονισμός της Αραβο-ισραηλινής σύγκρουσης αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την ΕΕ.
? Η διεύρυνση δεν θα πρέπει να δημιουργεί νέες διαχωριστικές γραμμές.
• Μια διεθνής τάξη βασισμένη σε μια αποτελεσματική πολυμερή προσέγγιση.
? Η ασφάλεια και ευημερία της ΕΕ εξαρτάται πρώτα και περισσότερο από ένα αποτελεσματικό πολυμερές σύστημα δηλαδή την ευρεία συμμετοχή της διεθνούς κοινωνίας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ασφαλείας με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου
? Η ΕΕ είναι ακλόνητα προσηλωμένη στην υποστήριξη και ανάπτυξη του Διεθνούς Δικαίου με θεμελιώδες πλαίσιο των διεθνών σχέσεων τον ΟΗΕ.

Οι Τρόποι Υλοποίησης των Στρατηγικών Στόχων.

Οι αναφερόμενοι σαν Στρατηγική Ασφαλείας τρόποι υλοποίησης των στρατηγικών στόχων ,αναφερόμενοι ως «πολιτικές επιπτώσεις για την Ευρώπη», δείχνουν μια σαφή πρόθεση της ΕΕ όχι μόνο να προασπίσει την ασφάλειά της αλλά και να ενισχύσει το διεθνή ρόλο της έναντι κυρίως των ΗΠΑ.
Είναι όμως φανερό ότι παρά τις ομοιότητες με την αντίστοιχη Στρατηγική των ΗΠΑ η Ευρωπαϊκή στρατηγική χρησιμοποιεί περισσότερο το «καρρότο» και λιγότερο το «ραβδί» ή καλύτερα περισσότερο την πολιτική παρά την στρατιωτική ισχύ. Φρόνηση ή αδυναμία ;
Το ερώτημα για παράδειγμα είναι κατά πόσο η ΕΕ είναι πολιτικά και οικονομικά ισχυρή για να εξασφαλίσει την «ασφάλεια στην γείτονα» με την «εδραίωση ενός δακτυλίου καλοκυβερνουμένων κρατών» που σημαίνει ότι αφ’ ενός θα πρέπει να εντάξει τα κράτη αυτά στην σφαίρα επιρροής της και αφ’ ετέρου να τα ενισχύσει πολιτικά και οικονομικά. Η επιδιωκόμενη διεύρυνση ίσως αποτελεί μακροπρόθεσμα μια απάντηση αλλά παράλληλα φέρνει την ΕΕ εγγύτερα σε νέες εστίες κρίσεων.
Το πλέον όμως ευαίσθητο πρόβλημα αναμφισβήτητα θα παρουσιασθεί όταν απαιτηθεί η δυναμική αντιμετώπιση των απειλών είτε με πολιτικά είτε και το σοβαρότερο, με στρατιωτικά μέσα. Σε ποιες περιπτώσεις άραγε το «συμφέρον» της ΕΕ θα είναι και συμφέρον και των 25 κρατών μελών ;
Θα μπορέσει να λειτουργήσει η προβλεπομένη «πολυμερής προσέγγιση» για παράδειγμα υπό τον ΟΗΕ με την ταύτιση των συμφερόντων των λοιπών μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας , των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Κίνας . Ας μην αναφέρουμε ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει οι θέσεις της Γαλλίας και Μ. Βρετανίας γύρω από το τραπέζι του ΣΑ να αντικατασταθούν στην ουσία με μια θέση, εκείνη της ΕΕ.
Παρά το ότι στην έκθεση οι πολιτικές λύσεις σε κάθε περίπτωση έχουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των απειλών και είναι αποδεκτό ότι καμιά από τις νέες απειλές δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με αμιγή στρατιωτικά μέσα, εν τούτοις παραμένει εξαιρετικά ασαφές ποια πολιτικά και νομικά μέτρα θα πρέπει να εξαντληθούν προτού η ΕΕ κάνει χρήση της στρατιωτικής της ισχύος.
Πόσο «δυναμική» εξ’ άλλου μπορεί να είναι η στρατιωτική παρέμβαση της ΕΕ και μάλιστα εκτός περιοχής όταν σαφώς γίνεται αποδεκτό ότι οι μόνιμες ρυθμίσεις ΕΕ-ΝΑΤΟ για στρατιωτική υποστήριξη και ιδίως οι λεγόμενες «Βερολίνο +» ενισχύουν την επιχειρησιακή ικανότητα της Ένωσης που στην πραγματικότητα, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα πρόκειται περί πλήρους εξάρτησης και όχι ενίσχυσης.
Είναι αρκετή άραγε μια επιχείρηση μικρής κλίμακας όπως της Concordia στα Σκόπια και της Artemis στο Κονγκό για να αποδείξει την ικανότητα της ΕΕ να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο διεθνές περιβάλλον ασφαλείας ;
Πόση αισιοδοξία μπορεί να υπάρχει για αυτόνομη Ευρωπαϊκή ¶μυνα όταν πρόσφατα (Δεκ2003) η οργισμένη αντίδραση των ΗΠΑ είχε σαν αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες για την δημιουργία ενός αυτοδύναμου Ευρωπαϊκού Στρατηγείου με τον προς στιγμή συμφωνήσαντα κ.Μπλέρ να αλλάζει στάση και να δηλώνει ότι «...ουδέποτε θα έθετε σε κίνδυνο το ΝΑΤΟ που παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος για την άμυνα μας » και τον προεδρεύοντα της ΕΕ κ.Μπερλουσκόνι να συμπληρώνει πλέον χαρακτηριστικά ότι « η στρατιωτική δομή της Ευρωάμυνας θα είναι συμπληρωματική του ΝΑΤΟ»
Πόσο πολιτικά πρόθυμες θα είναι οι ευρωπαϊκές χώρες για την υλοποίηση μιας προληπτικής ενέργειας με στρατιωτικά μέσα ; Η αλλαγή του απειλητικού όρου, όμοιου με εκείνου της Αμερικανικής στρατηγικής , «προληπτική εμπλοκή» (pre-emptive engagement) που περιλαμβάνει το αρχικό προσχέδιο της Ευρωπαϊκης Στρατηγικής (Ιουν 2003) με τον κατά πολύ ηπιότερο και λιγότερο απειλητικό «προφυλακτική εμπλοκή» (preventive engagement) στο τελικό προσχέδιο (Δεκέμβριος 2003) μετά από την έντονη αντίδραση ορισμένων κρατών μελών είναι ενδεικτική.
Πόσο αποδεκτή θα είναι στην πράξη η αύξηση των αμυντικών δαπανών για τη δημιουργία ικανών ενόπλων δυνάμεων για την αντιμετώπιση των απειλών και μέχρι πού μπορεί να εκτείνεται η εκτός περιοχής πολιτική ή στρατιωτική δράση της ΕΕ ; Η αναγνώριση μεμακρυσμένων απειλών όπως οι πυρηνικές δραστηριότητες της Β. Κορέας ,που κατά την έκθεση αφορά την ασφάλεια της ΕΕ ,σημαίνει άραγε επιδίωξη δυνατοτήτων παγκοσμίου εμβέλειας παρεμβάσεων ;
Οι παραπάνω προβληματισμοί δεν έχουν την έννοια της απαξίωσης της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας . Αντίθετα η όλη προσπάθεια εκτιμάται ως ιδιαίτερα χρήσιμη και αναγκαία για το μέλλον της ΕΕ Στην παρούσα φάση δύσκολα θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι θα ανέμενε κάτι καλύτερο και πολύ περισσότερο να δώσει πειστικές λύσεις και απάντηση στους όποιους προβληματισμούς.
Η χώρα μας δεν ευνοείται προφανώς από την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας σ΄ότι αφορά την αντιμετώπιση του κυρίου αμυντικού της προβλήματος που είναι η Τουρκική απειλή αφού ουδεμία σχετική πρόβλεψη υπάρχει αλλά και γενικότερα υπάρχει αρνητικά για την χώρα μας εκπεφρασμένη πολιτική βούληση της ΕΕ όπως άλλωστε και του ΝΑΤΟ.επί του θέματος
Μπορεί όμως να επωφεληθεί σε άλλους τομείς όπως είναι η αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, του οργανωμένου εγκλήματος στους τομείς της διακίνησης και λαθρεμπορίας ναρκωτικών και όπλων και αναμφισβήτητα της τρομοκρατίας.
Πέραν των παραπάνω η χώρα μας θα πρέπει να επιδιώξει στα πλαίσια των δυνατοτήτων της συμμετοχή στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας επωφελούμενη και της γεωγραφικής της θέσεως που υλοποιεί τα ΝΑ σύνορα της ΕΕ ώστε να ενισχύσει τον ρόλο της τόσο στα πλαίσια της ΕΕ όσο και στην Βαλκανική.
Η κάθε προσπάθεια όμως και η όποια αλλαγή στην Εθνική μας Στρατηγική Ασφαλείας και κατ’ επέκταση στην Εθνική μας Στρατιωτική Στρατηγική για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας δεν θα πρέπει να αποδυναμώνει ουδ΄ επ΄ ελάχιστο την αμυντική μας ικανότητα για την αντιμετώπιση της κυρίας εξ ανατολών απειλής που όχι μόνο εξακολουθεί να είναι υπαρκτή – κανείς δεν τόλμησε μέχρι στιγμής να μας πει το αντίθετο – αλλά φαίνεται ότι ενισχύεται.. Η Δομή Δυνάμεων ,οι απαιτήσεις σε προσωπικό και μέσα η εκπαίδευση και γενικότερα η μαχητική ισχύς και ετοιμότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στην αντιμετώπιση αυτής της απειλής και την προάσπιση του εθνικού μας εδάφους .Η συμμετοχή μας στις διεθνείς οργανώσεις (ΕΕ – ΝΑΤΟ) ενισχύουν αναμφισβήτητα μέχρι κάποιου σημείου την γενικότερη πολιτική μας ισχύ κανείς όμως δεν έχει την αφέλεια να πιστεύει ότι αυτό είναι αρκετό για να μας εξασφαλίσει από την Τουρκική απειλή.
Απαιτείται κατά συνέπεια πολύ περίσκεψη σ΄ότι αφορά τη συμμετοχή μας στην υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας ώστε να μην αποδειχθεί το τίμημα δυσανάλογα βαρύ σε σχέση με ότι η ΕΕ είναι δυνατόν να προσφέρει στην εθνική μας ασφάλεια και ιδιαίτερα στην εθνική μας άμυνα.