προηγούμενο άρθρο : Τεύχη περιοδικού : επόμενο άρθρο

 

Η Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι Πρώτες Αποτιμήσεις

Toυ κ.Ευαγγέλου Τέμπου

 


Μέλους της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαρκεί το πρώτο εξάμηνο του 2003, υπογράφτηκε στην Αθήνα η προσχώρηση δέκα νέων κρατών στην Ε.Ε. Η πολύ-αναμενόμενη διήμερη προγραμματισμένη άτυπη διάσκεψη Κορυφής των ηγετών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπό ένταξη σε αυτήν, κατέληξε στο επιθυμητό αποτέλεσμα της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση αυτή είναι πράγματι ιστορική. Ύστερα από πολύ σκληρές και πολύωρες διαπραγματεύσεις στο παρελθόν, μεταξύ των ηγετών των κρατών-μελών και των υποψηφίων μελών, που παραλίγο να κοστίσουν αυτή καθ αυτή τη διεύρυνση, επιτεύχθηκε το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς να υπάρξουν μεγάλες προστριβές τόσο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ όσο και μεταξύ των πρώτων και των υποψηφίων. Με το τέλος της διήμερης αυτής διάσκεψης κορυφής, η Ευρωπαϊκή Ένωση μεγάλωσε με δέκα 10 νέα κράτη που θα να γίνουν μέλη της τη 1η Μαΐου 2004 εφόσον κυρωθεί η προσχώρησή τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κάθε κράτους. Η απόφαση για τη πέμπτη (1973, 1981, 1986, 1995, 2003) κατά σειρά διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτει σε νέες βάσεις τη μελλοντική εξέλιξη τόσο του οργανισμού αυτού όσο και των κρατών που τον απαρτίζουν.

 

To Mέλλον της Ευρώπης

 

Η τωρινή διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς υπάρχουν πολλά δεδομένα που για πρώτη φορά λαμβάνουν χώρα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα υπάρξει διεύρυνση με 10 κράτη. Ουδέποτε στο παρελθόν δεν υπήρξε μια τόσο φιλόδοξη και συγχρόνως παράτολμη ενέργεια με τόσο πολλά νέα κράτη. Αντιθέτως υπήρξε διεύρυνση της EΕ με ένα μόνο κράτος, την Ελλάδα. Τα νέα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη και μέχρι πρότινος συμπεριλαμβάνονταν και ακόμα συμπεριλαμβάνονται όσο αφορά τα θέματα άμυνας και ασφάλειας- στο ζωτικό γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό χώρο της Ρωσίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση με την πράξη της αυτή, όχι μόνο εξαλείφει εμπράκτως τα λάθη του παρελθόντος με το διαχωρισμό της Ευρώπης σε δυτική και ανατολική και αντιστοίχως σε αμυντικούς, πολιτικούς και οικονομικού συνασπισμούς, αλλά ουσιαστικά δρομολογεί νέες εξελίξεις με την επανένωση της Γηραιάς Ηπείρου και τείνει χείρα αληθινής και πραγματικής φιλίας στην Ρωσία και σε όλα τα άλλα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ προσκαλώντας τα να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόλις μπορέσουν. Με τη διεύρυνση αυτή η Ευρωπαϊκοί Ένωση καταργεί όλους τους παλαιούς περιορισμούς, επιφυλάξεις, αναστολές και προβληματισμούς και ανοίγει νέους ορίζοντες διακρατικής συνεργασίας όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η τωρινή διεύρυνση της ΕΕ είναι σημαντική γιατί θα συμπεριλάβει ένα μεγάλο αριθμό κρατών με πολύ διαφορετικά μεγέθη, τόσο γεωγραφικά όσο και οικονομικά. Διαφαίνεται ότι η ενσωμάτωση των νέων κρατών είναι ισορροπημένη γεωγραφικά καθώς εντάσσονται κράτη που προέρχονται από τον βορρά και την ανατολή έως το νότο και τη δύση. Αυτή η διεύρυνση θα ενσωματώσει ένα πολύ μικρό κράτος, τη Μάλτα, καθώς και ένα πολύ μεγάλο, τη Πολωνία. Επίσης θα ενταχθούν κράτη που ανήκουν σε διάφορες γεωγραφικές, οικονομικές- υποπεριφέρειες της Ευρώπης. Η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία όχι μόνο ανήκουν στις Βαλτικές χώρες άλλά κάποτε αποτελούσαν συστατικά μέλη της πρώην ΕΣΣΔ. Η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία ανήκουν στη υποπεριφέρεια της Ευρώπης που ονομάζεται Βίζεγκραντ και που συμβολίζει μια στενότερη διακρατική επαφή σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η Μάλτα και η Κύπρος ανήκουν στη Μεσογειακή λεκάνη και ειδικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Με αυτόν τον τρόπο τα σύνορα της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εκτείνονται από τις τραχιές ακτές της Νορμανδίας και του Πα ντε καλέ στον Ατλαντικό, έως τις παρυφές της Μόσχας και τις παγωμένες στέπες της. Θα περιλαμβάνουν τα ζεστά κλίματα και ύδατα της Αγίας Νάπας και της Βαλέτας, μέχρι τα τρικυμιώδη νερά της Βαλτικής Θάλασσας. Αυτός ο αχανής χώρος κατοικείται επί το πλείστον από χριστιανούς. Για άλλη μια φορά, η πέμπτη κατά σειρά διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συμπεριλάβει κράτη που είναι σχεδόν αμιγώς χριστιανικά και σε μεγάλο βαθμό καθολικά. Αυτό διευκολύνει αναμφισβήτητα την αποδοχή τους από τις κοινωνίες των υπαρχόντων κρατών-μελών και βοηθά στην ταχύτερη ενσωμάτωση των πολιτών τους.

 

Η Διεύρυνση προς το Νότο

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε ορθώς και στην συμπερίληψη ενός κράτους από τα Βαλκάνια. Η κίνηση αυτή είναι πολύ ουσιαστική γιατί αποδεικνύεται εμπράκτως το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εν λόγω περιοχή με σκοπό τον τερματισμό των πολέμων και των εθνοτικών διενέξεων και την εξάλειψη των εστιών ανάφλεξης στην περιοχή. Με αυτό τον τρόπο η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να μεταδώσει το μήνυμα ότι και οι άλλες χώρες των Βαλκανίων είναι ικανές και μπορούν να ικανοποιήσουν τα πολιτικά και οικονομικά κριτήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό να καταστούν πλήρη μέλη της εφόσον αποσκοπούν σε αυτό. Μέσω αυτής της μεθόδου οι Βρυξέλλες απομακρύνονται από την παραδοσιακή γραμμή που ήθελε τις δυτικές χώρες να αναφέρονται στα Βαλκάνια ως η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης. Ένα μεγάλο πρόβλημα των Βαλκανικών κρατών στο παρελθόν ήταν ότι γεωγραφικά δεν μπορούσαν ποτέ να συμπεριληφθούν ούτε στα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ούτε στα κράτη της Μεσογείου, καθώς η Βαλκανική χερσόνησος αποτελεί μια ξεχωριστή γεωγραφική οντότητα. Έτσι, επιπλέον του αρνητικού χαρακτηρισμού πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, τα Βαλκανικά κράτη δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν εύκολα στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ούτε του ΝΑΤΟ), τόσο αυτής καθ αυτής της διεύρυνσης, όσο και των επιμέρους συνεργασιών και πολιτικών που σχεδίαζε και υλοποιούσε η ΕΕ (και το ΝΑΤΟ). Οι Βαλκανικές χώρες παρέμεναν πάντοτε τελευταίες όσον αφορά τις εξελίξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα υπήρξε η επιμονή κάποιων Βαλκανικών κρατών[1], προσπαθώντας να αποτινάξουν τον όρο πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης να επιθυμούν διακαώς να συμπεριληφθούν στα κράτη της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, σκοπεύοντας ότι έτσι θα ενταχθούν γρηγορότερα σε περιφερειακούς θεσμικούς συλλογικούς συνασπισμούς ασφάλειας και οικονομίας αφού οι εξελίξεις ευνοούσαν τα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο κατακερματισμός των Βαλκανικών κρατών, τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους και η αποδυνάμωση της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύς και φωνής των Βαλκανικών χωρών.

Η Βαλκανική Διάσταση της Ένωσης

 

Όμως τα Βαλκάνια πρέπει και μπορούν να προσεγγίσουν επί ίσης όροις τις Βρυξέλλες. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κοπεγχάγης το Δεκέμβριο του 2002 για την υποψηφιότητα της Σλοβενίας και η πρόσφατη προσχώρησή της στην Ε.Ε., αποδεικνύουν ότι πέρα από την διαχωριστική γραμμή που χώριζε τα κράτη της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και η οποία ουσιαστικά καταργείται με την ιστορική απόφαση διεύρυνσης με κράτη της ανατολικής Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει να καταλύσει και την διαχωριστική γραμμή που χώριζε τα Βαλκάνια με την υπόλοιπη Ευρώπη. Με αυτό τρόπο μία άλλη εξίσου σημαντική υποπεριφέρεια της Ευρώπης, τα Βαλκάνια, θα πλησιάσουν τις Βρυξέλλες. Η Σύνοδος Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στη Κοπεγχάγη δεν άφησε κανένα περιθώριο για παρερμηνεία. Τα Βαλκάνια θα συμπεριληφθούν στην επόμενη διεύρυνση της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει να επανεξετάσει την πρόοδο τόσο της Βουλγαρίας όσο και της Ρουμανίας και να αποφασίσει να εντάξει τις δύο αυτές χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007. Με την είσοδο αυτών των δύο- και ίσως και άλλων Βαλκανικών και μη χωρών- στην Ευρωπαϊκή κοινότητα το 2007 επεκτείνεται ακόμα περισσότερο η πρόοδος και η ευημερία που φέρνει μαζί με κάθε διεύρυνση η Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η Μεσογειακή Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Οι αποφάσεις που ελήφθησαν στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Κοπεγχάγη και η προσχώρηση της Κύπρου και της Μάλτας στην Ε.Ε. είναι πολύ σημαντικές γιατί σηματοδοτούν μια νέα ελπιδοφόρα πορεία για την Μεσόγειο. Η διπλή ένταξη της Μάλτας και της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει την Μεσογειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ισόρροπη και ισοσκελισμένη προσοχή που πρέπει να επιδείξουν οι Βρυξέλλες προς όλες τις υποψήφιες χώρες ήταν πάγιο αίτημα των Μεσογειακών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελλάδας, Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας και εν μέρει Γαλλίας- που έβλεπαν πως οι μεγάλες και βασικές πολιτικές των Βρυξελλών είχαν ως αποδέκτες σχεδόν αποκλειστικά τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης οι οποίες άλλωστε αποτελούσαν και αποτέλεσαν το κύριο κύμα της εν λόγω διεύρυνσης, ενώ η Μεσογειακή λεκάνη παρέμενε για πολλά χρόνια στη περιθώριο των κοινοτικών ενδιαφερόντων και εξελίξεων. Αντίθετα, οι χώρες της Μεσογείου που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση πάντοτε πίστευαν ότι η Μεσόγειος έχει πολλά να προσφέρει στην κοινοτική διάσταση και στην εδραίωση της προόδου και της ειρήνης στην Ευρώπη και παρότρυναν τις Βρυξέλλες σε μια πιο ενεργή και δυναμική συνεργασία με τις χώρες της Μεσογείου με ταυτόχρονη αναβάθμιση και εμβάθυνση των σχέσεων Βρυξέλλες-Μαγκρέμπ και Μασρέκ. Αυτές οι χώρες δεν έπαψαν ποτέ να τονίζουν τόσο στην ΕΕ όσο και στο ΝΑΤΟ ότι ο πλούσιος Μεσογειακός βορράς ο οποίος συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ισότιμα με τα άλλα κράτη-μέλη, αντιμετωπίζει πάρα πολλά προβλήματα που προέρχονται κυρίως από τον φτωχό Μεσογειακό νότο όπως π.χ. η μετανάστευση και η λαθρομετανάστευση και που απειλούν τον συνεκτικό ιστό όχι μόνο των χωρών που υφίστανται αυτά τα προβλήματα αλλά και ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και εν μέρει η Γαλλία επιθυμούσαν και συνεχίζουν να επιθυμούν ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την Ευρωπαϊκή Ένωση έτσι ώστε να επιλυθούν ή να μετριαστούν τα προβλήματα των χωρών αυτών και των γειτονικών. Ταυτόχρονα έβλεπαν πως το ενδιαφέρον του ΝΑΤΟ εστιαζόταν εξίσου προς τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης με αντίστοιχη παραμέληση των Μεσογειακών κρατών, κάτι που τους δημιουργούσε σημαντικές ανησυχίες για την ευημερία και τη σταθερότητα της Μεσογειακής λεκάνης. Επιπλέον, τα κράτη της Μεσογείου που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση πάντοτε επιθυμούσαν τόσο μια ισοσκελισμένη διεύρυνση της ΕΕ με κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης αλλά και της Μεσογείου (και των Βαλκανίων) όσο και μια ισόρροπη κατανομή των κοινοτικών χρηματοδοτικών πόρων προς τα υποψήφια, συνδεδεμένα και άλλα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου και των Βαλκανίων που συνεργάζονται στενά με τις Βρυξέλλες

Η ένταξη της Κύπρου και της Μάλτας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την 1η Μαΐου 2004 σηματοδοτεί εκ νέου το ενδιαφέρον της Ε.Ε. για τις εξελίξεις στην Μεσογειακή λεκάνη. Η ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή κοινότητα ενισχύει το κλίμα ασφάλειας και σταθερότητας στην Κύπρο και σε ολόκληρη της Ανατολική Μεσόγειο και επιβραβεύει τις δύσκολες και επίπονες προσπάθειες του διχασμένου αυτού νησιού να εκπληρώσει τόσο τα πολιτικά όσο και τα οικονομικά κριτήρια της ένταξης. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την ευτυχή κατάληξη μια δύσκολης και επίμονης προσπάθειας τόσο του Ελληνικού όσο και του Κυπριακού Υπουργείου Εξωτερικών και πολλών άλλων θεσμικών και μη φορέων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει έπ ουδενί ότι επιλύθηκε το Κυπριακό πρόβλημα. Οι προσπάθειες τόσο των Ηνωμένων Εθνών, αν και δεν καρποφόρησαν τελικά, όσο και των ειδικών απεσταλμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των επιμέρους κρατών πρέπει να συνεχιστούν ανελλιπώς για την επίτευξη της πολυπόθητης λύσης. Όμως η συμπερίληψη της Κύπρου στη Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια νότα αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ατενίζουμε το μέλλον με μεγαλύτερη σιγουριά. Η Κυπριακή ένταξη αποτελεί ουσιαστικά την επιβράβευση του δικαίου και της ηθικής καθώς η προσπάθεια της Κύπρου δεν υστερούσε σε τίποτα από την προσπάθεια των άλλων υποψήφιων χωρών. Αν η Κύπρος δεν είχε προσχωρήσει με το αιτιολογικό ότι δεν είχε επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα αυτής, κάτι το οποίο ουδέποτε είχε προαναφερθεί και ούτε αποτελούσε προαπαιτούμενο όρο για την ένταξή της, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είχε επικρατήσει η δύναμη της αδικίας και της ανηθικότητας και ότι ό,τι είχε συμφωνηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι δεν αποτελούσε δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που θα αντιστοιχούσε σε ισχυρότατο πλήγμα κατά της αξιοπιστίας και της φερεγγυότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ένα τέτοιο γεγονός θα μπορούσε να πλήξει τα θεμέλια του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος και θα έκανε τα υπάρχοντα και τα υποψήφια κράτη-μέλη εξαιρετικά καχύποπτα απέναντι στις διακηρυκτικές αρχές της Ένωσης και στους θεσμούς αυτής.

 

Η Τουρκική αποτυχία στην Αθήνα

 

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ερμηνευθεί επίσης ως ένα ηχηρότατο χαστούκι στην προκλητική, άδικη και αήθη πολιτική της Τουρκίας που πιστεύει ότι η δύναμη της στρατιωτικής ισχύος κυρίως και η εκάστοτε υποστήριξη και επιρροή από ισχυρότατους εταίρους, συμμάχους και φίλους επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των σκοπών και των στόχων. Με την υπογραφή της Αθήνας ανατράπηκε έστω και προσωρινά η αποδοχή μιας τέτοιας πολιτικής. Η Τουρκία δεν έχει αντιληφθεί, ότι στα Ευρωπαϊκά ιδεώδη της ελευθερίας, δημοκρατίας, κράτους-δικαίου, ειρηνικής συνύπαρξης και διευθέτησης των διαφορών δεν υπάρχει χώρος για παραβάσεις και παραβιάσεις, διαστρεβλώσεις και άλλες τέτοιες ανήθικες πρακτικές. Αναμφίβολα, η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική και εμπορική δύναμη, η υποστήριξη από ισχυρούς φίλους και η μεγάλη αγορά που αποτελεί η γείτονας αποτελούν παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αποφάσεις κρατών και οργανισμών. Κάποιες φορές όμως ακόμα και αυτά τα πλάγια μέσα δεν επαρκούν για την επίτευξη δύσκολων στόχων όπως η σύνδεση της επίλυσης του Κυπριακού με την ένταξη της Κύπρου ή εναλλακτικά η σύνδεση της ένταξης της Κύπρου με την λήψη ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Η συνολική απόρριψη της τουρκικής και τουρκοκυπριακής πολιτικής ήρθε και από τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους, ακόμα και τους έποικους, που κάποιος θα ισχυριζόταν ότι οι τελευταίοι πρόκειται για έμμισθους πράκτορες της Άγκυρας. Τα συλλαλητήρια που έλαβαν χώρα στα κατεχόμενα και που έφταναν μέχρι την είσοδο της οικίας του Ντεκτάς ήταν η καλύτερη και η πιο τρανταχτή απόδειξη της παταγώδους αποτυχίας της πολιτικής της αδιαλλαξίας και της αμετροέπειας.

Η πολιτική του Ντεκτάς καταδίκασε ακόμα και τους προστάτες αυτού. Η Τουρκία υπερασπιζόμενη και χρηματοδοτώντας τόσα χρόνια το κατασκεύασμά της περιφρόνησε επιδεικτικά την Άτυπη Σύνοδο Κορυφής στην Αθήνα και δεν συμμετείχε στην προσχώρηση των νέων κρατών. Αυτό αναμφίβολα ενισχύει τη διπλωματική ισχύ της Αθήνας που δεν παύει να υπενθυμίζει στις Βρυξέλλες την προκλητική, άδικη και συγχρόνως αδιάφορη στάση της Άγκυρας. Στα τέλη του έτους 2004 και ύστερα από ενδελεχή εξέταση της προόδου της Τουρκίας όσον αφορά τις απαραίτητες θεσμικές, οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για την ένταξή της, και μετά από τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής θα δοθεί στην Τουρκία η ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από ότι διαφαίνεται η Τουρκία δεν θα γίνει πλήρες μέλος της Ένωσης πριν από την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007. Η πρόσφατη απόφαση της Άγκυρας να καταθέσει νομοσχέδιο στην τουρκική εθνοσυνέλευση για την λήψη τουρκικής ιθαγένειας από τους Τουρκοκύπριους και η αθρόα υιοθέτηση τουρκοκυπριακής ιθαγένειας από τους Τούρκους έποικους με σκοπό βέβαια την αλλοίωση του εθνολογικού στοιχείου στην Κύπρο, αποδεικνύει ότι η Άγκυρα επιθυμεί να σκληρύνει τη στάση της και να εκφοβίσει την Αθήνα και την Λευκωσία ότι ενδέχεται να προχωρήσει με τη προσάρτηση των κατεχομένων όπως είχε επανειλημμένως απειλήσει στο παρελθόν.[2] Η Άγκυρα όμως δεν αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια πολιτική είναι ουσιαστικά αντιπαραγωγική αφού δηλητηριάζει τόσο τις διμερείς σχέσεις Άγκυρας-Αθήνας και Λευκωσίας-Άγκυρας, όσο και της σχέσεις της Άγκυρας με τις Βαλκανικές αλλά και της τελευταίας με τις Βρυξέλλες. Η Τουρκία πρέπει να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν και από τον αδιάλλακτο Ντεκτάς και να αποφασίσει χωρίς αυτόν για την επίλυση του Κυπριακού, διαφορετικά θα παραμένει προσαρτημένη στο άρμα του Ντεκτάς που θα αποφασίζει, αδίκως και de facto για τις τύχες 70 περίπου εκατομμυρίων ανθρώπων. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας περνάει υποχρεωτικά, τώρα πλέον, όχι μόνο από μία αλλά δύο πρωτεύουσες, την Αθήνα και την Λευκωσία και προϋποθέτει την διατήρηση καλών σχέσεων γειτονίας και με τις δύο.

Πριν από 28 χρόνια, η Τουρκία προέβη σε μια κίνηση που έμελλε να την αιχμαλωτίσει για δεκαετίες μετά. Η Τουρκική παράνομη διπλή εισβολή κατέστησε την Κύπρο όμηρο της Άγκυρας. Σήμερα πλέον ο Τουρκικός στρατός στα κατεχόμενα έχει υπό ομηρία τους Τουρκοκύπριους και την ίδια την Άγκυρα. Μετά από 28 χρόνια ο Τουρκικός στρατός είναι όμηρος της Κύπρου.

 

Η Ελλάδα και η Διεύρυνση

 

Η Ελλάδα βγαίνει κερδισμένη από τη διεύρυνση. Κατάφερε μετά από πολλά χρόνια υπερασπιστικής προσπάθειας να ενταχθεί η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι να αυξήσει την διαπραγματευτική ισχύ που θα έχει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ (Κοινοβούλιο, Επιτροπή, Συμβούλιο Υπουργών, επιμέρους Επιτροπές και Υπο-επιτροπές). Η επιτυχία αυτή δεν θα πρέπει να επισκιάσει την προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν, ούτε είναι αυτοσκοπός. Η επίλυση του Κυπριακού αποτελεί και πρέπει να αποτελεί την ύψιστη προσπάθεια της Ελλάδας όσον αφορά το Κυπριακό. Εκτός αυτού, η ενταξιακή επιτυχία μπορεί σε πολλά σημεία να παραμείνει νεκρό γράμμα εάν δεν επιτευχθεί η λύση στο Κυπριακό αδιέξοδο. Ούτως ή άλλως η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου θα γίνει μονάχα στο ελληνοκυπριακό τμήμα της νήσου. Πέραν αυτού υπάρχουν πολλά σημεία στα οποία η εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων, κανόνων, οδηγιών κ.ο.κ. ενδέχεται να εμποδιστεί ή παρακωλυθεί από τον Ντεκτάς και την Τουρκία. Η ένταξη της Σλοβενίας και η προοπτική ένταξης των άλλων δύο Βαλκανικών κρατών το 2007 είναι εξαιρετικά επωφελείς εξελίξεις για την Ελλάδα. Με την διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα δυτικά και ανατολικά Βαλκάνια, η χερσόνησος βγαίνει από την απομόνωση και αρχίζει σταδιακά να εντάσσεται στη διεθνή σκηνή. Η δυναμική της διεύρυνσης που θα ταυτιστεί χρονικά με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς[3] θα ενισχύσει το κλίμα σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή και θα απομακρύνει τις πιθανότητες αναβίωσης αταβιστικών τυχοδιωκτισμών στην Βαλκανική. Η ταυτόχρονη και διπλή διεύρυνση ενός πολιτικο-αμυντικού και ενός πολιτικό-οικονομικού συνασπισμού στα Βαλκάνια θα προσδώσει μια νέα δυναμική στη συνεργασία μεταξύ των Βαλκανικών κρατών και μεταξύ αυτών και της υπόλοιπης Ευρώπης. Η Βαλκανική χερσόνησος υπήρξε η τελευταία υποπεριφέρεια της Ευρώπης που είχε παραμείνει για πολλά χρόνια εκτός των ευεργετικών διεθνών και περιφερειακών εξελίξεων απόρροια της έλλειψης σταθερότητας στην περιοχή και των μειονοτικών εξάρσεων. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ θα ενισχύσει το κλίμα ασφάλειας τόσο στις ηγεσίες των χωρών αυτών όσο και στους πολίτες τους. Μέσα από την επερχόμενη διεύρυνση θα ενισχυθούν ακόμα περισσότερο οι δημοκρατικοί θεσμοί στις χώρες αυτές, θα εδραιωθεί και διευρυνθεί το κράτος-δικαίου και η προστασία όλων των μειονοτήτων, θα ενισχυθεί η διαφάνεια, η ελευθερία και η δημοκρατία και θα αποκηρυχθεί η κατάληξη στη βία[4] και η απειλή αυτής ως ο μόνος τρόπος επίλυσης των διακρατικών διαφορών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα τονώσει το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών και δια μέσου της εφαρμογής της ΟΝΕ[5] και της κατάργησης των τελωνειακών και άλλων ισοδύναμων μέσων περιορισμού των εμπορικών συναλλαγών στα νεοεφαρμοζόμενα κράτη θα ενισχυθεί η διακρατική, διασυνοριακή και διαπεριφερειακή συνεργασία σε πολλούς τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Έτσι η χώρα μας ούσα η μοναδική χώρα των Βαλκανίων με πολύ υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης από τις γειτονικές και με ενισχυμένη την οικονομίας της αναμένεται ότι θα πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη διμερών και πολυμερών οικονομικών, εμπορικών και επιχειρηματικών επαφών με τις γειτονικές. Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε ανάγεται και η διάνοιξη και λειτουργία της νέας διασυνοριακής γραμμής μεταξύ Ελλάδος-Αλβανίας στη Μέρτζανη. Περαιτέρω, η ένταξη των Βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ αναμένεται ότι θα αναβαθμίσει συνολικά τη γεωπολιτική, γεωστρατηγική και γεω-οικονομική αξία της περιοχής και θα μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες έκρηξης ενός νέου Βαλκανικού πολέμου και των τοπικών και δια περιφερειακών εντάσεων που δημιουργούνται στην εν λόγω περιοχή.

Το γενικότερο κλίμα συνεργασίας που διαφαίνεται ότι θα επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου δεν αποτελεί στοιχείο για τον εφησυχασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία και το πολιτικο-στρατιωτικό σκληροπυρηνικό κατεστημένο που διοικεί τη γείτονα χώρα φαίνεται να είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένο από την πρόσφατη αποτυχία στη Αθήνα, ελπίζοντας ως την τελευταία στιγμή ότι κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσαν να κωλυσιεργήσουν την ένταξη της Κύπρου ή να πετύχουν την αναγνώριση ενταξιακών δικαιωμάτων και στα κατεχόμενα. Η Τουρκία ενοχλημένη από τη Σύνοδο Κορυφής στη Κοπεγχάγη αντέδρασε με πολλές, μαζικές και επίμονες παραβάσεις και παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και της Περιοχής Πληροφοριών Πτήσεων. Αυτές οι Τουρκικές επιθετικές αντιδράσεις που άρχισαν αρκετό καιρό[6] πριν από τη Σύνοδο Κορυφής στη Κοπεγχάγη και που κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια της Συνόδου ως μέσο πίεσης της ελληνικής και κυπριακής πλευράς μπορεί να μην είναι οι τελευταίες. Η χώρα μας θα πρέπει να αναμένει ότι η Τουρκία θα προβεί και σε άλλες επιθετικές ενέργειες με σκοπό να ακυρώσει τα αποτελέσματα της Αθήνας και να καθυστερήσει τόσο την εφαρμογή της ένταξης στην Κύπρο όσο και την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Είναι άγνωστο αν ο Ερντογάν, και ο Γκιούλ που φαίνονται να είναι αρκετά μετριοπαθείς θα υπερισχύσουν στην Τουρκία. Είναι εξίσου άγνωστο αν οι φιλοευρωπαϊστές παραμείνουν ισχυροί και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τους υπόλοιπους στην Τουρκία, ειδικά μετά την απογοητευτική απάντηση των Βρυξελλών. Αν το φιλοευρωπαικό κλίμα επικρατήσει στην Τουρκία, τότε υπάρχει η πιθανότητα η μετριοπάθεια και η συνεργασία να υπερισχύσουν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις του Ντεκτάς στην Άγκυρα και στα κατεχόμενα με την κάλυψη των ηγετικών στελεχών της τουρκικής κυβέρνησης, ότι όχι μόνο δεν αποδέχεται τα αποτελέσματα της Αθήνας αλλά σκοπεύει να τα ανατρέψει και να εμποδίσει την εφαρμογή τους προϊδεάζουν κακούς οιωνούς. Η Τουρκία παραμένει εξαιρετικά επισφαλής γείτονας με μεγάλο βαθμό αναξιοπιστίας και αφερεγγυότητας και δεν είναι προβλέψιμο κατά πόσο θα ακολουθήσει μια εξ ολοκλήρου Ευρωπαϊκή πορεία χωρίς να αμφιταλαντεύεται, όπως η Ελλάδα, ή θα συνεχίσει την διφορούμενη πορεία που ακολουθεί ως τώρα, με το ένα πόδι στην Ευρώπη, όποτε και όταν τη συμφέρει, και με το άλλο στην ανατολή.

 

 

Του Ευάγγελου Τέμπου Διδάκτορος Ιστορίας, πλήρες μέλους του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου (IISS) και Στρατηγικού Αναλυτή της Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ.)

 

 

 



[1] Ας σημειωθεί πως η Σλοβενία και η Κροατία και ως ένα βαθμό η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Ρουμανία απορρίπτουν τους όρους Βαλκάνια και Νοτιοανατολική Ευρώπη και ισχυρίζονται ότι συμπεριλαμβάνονται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η πρώτη εξ αυτών αρνείται επίμονα να συμμετάσχει σε οιαδήποτε σχήματα περιλαμβάνουν τους όρους Βαλκάνια ή Νοτιοανατολική Ευρώπη.

 

[2] Στο παρελθόν η Άγκυρα είχε προχωρήσει και σε άλλα μέτρα που ισοδυναμούσαν με την προσπάθεια προσχώρησης των κατεχομένων, όπως την ενσωμάτωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης των κατεχομένων με αυτό της Τουρκίας.

[3] Τα Βαλκανικά κράτη που γίνονται μέλη του ΝΑΤΟ από τη 1η Ιανουαρίου 2004 είναι η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Σλοβενία. Η τελευταία εντάσσεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από 1η Μαΐου 2004.

[4] Όπως π.χ. η πρόσφατη δολοφονική επίθεση κατά του μεταρρυθμιστή Πρωθυπουργού της Σερβίας και φιλοευρωπαϊστή Ζόραν Τζίντζις.

[5] Τα νέα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αναμένεται να ενταχθούν στη πλειοψηφία τους στην ΟΝΕ πριν από 2006-2008.

[6] Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο αριθμός των Τουρκικών εναέριων παραβάσεων και παραβιάσεων κατά το μήνα Οκτώβριο 2002 έφτασε περίπου στις 390. Πολλές από τις προαναφερόμενες ήταν μαζικές και υπήρξαν εικονικές εμπλοκές.